Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Δημοκρατία και Αριστερά



“Το μόνο που δεν βλέπω στο γκρέμισμα της Βαστίλης είναι ο «αυταρχισμός» εκείνων που πιάσανε τους κασμάδες”

Του Βασίλη Σαμαρά
 

“Αγαπητοί φίλοι
Νομίζω ότι το θέμα της συζήτησής μας, όπως προσδιορίζεται και από τη μεριά των διοργανωτών συνδέεται άμεσα με τις εξελίξεις στη χώρα μας και τον κόσμο. Το εύρος των θεμάτων είναι τόσο, που είναι πρακτικά αδύνατο να πιαστούν στα πλαίσια μιας σύντομης ομιλίας. Αλλά και αυτά στα οποία θα αναφερθώ θα είμαι αναγκαστικά σύντομος παρόλο τον κίνδυνο να μην γίνεται έτσι ολοκληρωμένα κατανοητή η ουσία των απόψεών μου.

Ας αναφερθώ κατ’ αρχάς στο ζήτημα της Δημοκρατίας. Όσο με αφορά το αντιλαμβάνομαι κατ’ αρχάς σαν σύστημα πολιτικής λειτουργίας. Πιο συγκεκριμένα, σαν το σύνολο των τρόπων, μορφών, θεσμών μέσω των οποίων τα μέλη μιας κοινωνίας διαμορφώνουν τους όρους, τους κανόνες της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής τους ζωής.
Ιδιαίτερη σημασία και βάρος έχουν οι αντιλήψεις στη βάση των οποίων παίρνει ή καλύτερα θα όφειλε να παίρνει το περιεχόμενό της αυτή η λειτουργία.
Αναφέρομαι στις έννοιες της ισότητας, της ελευθερίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης, της δυνατότητας των μελών μιας κοινωνίας να ορίζουν τη ζωή τους.

Σε σχέση μ’ αυτά, ορισμένες παρατηρήσεις.

α) Δεν ήταν πάντα έτσι. Επί χιλιετίες η ανθρωπότητα έζησε κάτω από την κυριαρχία αντιλήψεων που σε διάφορες παραλλαγές υποστήριζαν πως η «φυσική τάξη πραγμάτων» θέλει τους ανθρώπους διαχωρισμένους. Σε ελεύθερους και δούλους. Σε ευγενείς και δουλοπάροικους. Σε εκλεκτούς και κατώτερους. Στην ελίτ και στην πλέμπα. Μια έκφραση αυτών των διαχωρισμών συναντάμε και στην Αθηναϊκή Δημοκρατία που τόσο εμπνέει σήμερα τόσο πολλούς. Όσο τουλάχιστον με αφορά δεν μπορώ να προσπεράσω το ότι αυτή η δημοκρατία εδραζόταν πάνω στο αλυσσόδεμα 400.000 δούλων. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που δεν εμπνέομαι καθόλου στην προοπτική μας «δημοκρατίας» που θα εδράζεται πάνω στην εκμετάλλευση και καταπίεση των δισεκατομμυρίων των κολασμένων της γης.
β) Χρειάστηκαν πολλοί και σκληροί αγώνες και να χυθεί πολύ αίμα για να κατανικηθούν προλήψεις αιώνων και κυρίως η αντίδραση των κρατούντων μέχρις ότου καθιερωθούν σαν πανανθρώπινες αξίες.
γ) Το ότι αποτελούν μια ισχυρή παρακαταθήκη εδραιωμένη πλέον στις συνειδήσεις των λαϊκών μαζών, το δείχνει το ότι και εκείνοι που δεν τις αποδέχονται και τις παραβιάζουν σε κάθε ευκαιρία, αισθάνονται αναγκασμένοι, υποκριτικά έστω να τις «αναγνωρίζουν».
δ) Από την άλλη μεριά ωστόσο το ότι σε όλο τον κόσμο παραβιάζονται καθημερινά δείχνει ότι δεν αρκεί η τυπική αναγνώρισή τους ως αξίες για να διασφαλίζεται η ισχύς και η εφαρμογή τους.
Πολύ περισσότερο που στους καιρούς μας και στα πλαίσια των συνολικότερων ανατροπών που έχουν συντελεστεί, βλέπουμε όχι μόνο να βαθαίνει το χάσμα ανάμεσα στους «πάνω» και τους «κάτω» αλλά και τους δυνάστες των λαών να επιζητούν θρασύτατα την αναγνώριση, δικαίωση και νομιμοποίησή του.

Αυτές οι διαπιστώσεις θα πρέπει να μας οδηγήσουν στο να πάμε και πέρα από ιδέες και αντιλήψεις, στο να αναζητήσουμε τους όρους στη βάση των οποίων τα πράγματα διαμορφώνονται προς την μια ή την άλλη κατεύθυνση.

Το πρώτο που οφείλουμε να δούμε είναι ότι οποιοδήποτε σύστημα πολιτικής λειτουργίας και στην οποιαδήποτε μορφή του, δεν στέκεται στον αέρα. Εδράζεται πάνω στην οικονομική, κοινωνική, ταξική του βάση και διαμορφώνεται-λειτουργεί ανάλογα.
Με αυτή την έννοια δεν έχουν κανένα απολύτως νόημα σχήματα και αρχιτεκτονικές ιδανικής δημοκρατικής λειτουργίας που σχεδιάζονται ερήμην των πραγματικών κοινωνικών δεδομένων. Που προσπερνούν το πώς είναι συγκροτημένη η οικονομική κοινωνική βάση, πώς είναι διαμορφωμένες οι τάξεις, ποια η θέση και ο ρόλος της κάθε μιας, ποιες οι σχέσεις και αντιθέσεις τους, ποιοι οι ταξικοί, κοινωνικοί και πολιτικοί συσχετισμοί.
Αλλά ακόμη κι έτσι θα πρέπει να παίρνεται υπόψη ότι αυτοί οι συσχετισμοί δεν είναι κάτι στατικό αλλά μεταβάλλονται, διαμορφώνονται διαρκώς μέσα σε συνθήκες και με όρους ταξικής πάλης. Με αυτή την έννοια και η Δημοκρατία, όπως κι αν την ορίσουμε, αποτελεί κι αυτή ένα διαρκές ζητούμενο, ένα ζήτημα πάλης.

Ας περάσω ωστόσο στην περιοχή των συγκεκριμένων σημερινών πολιτικών εξελίξεων.

Η επίθεση των δυνάμεων του συστήματος ενάντια στον κόσμο της δουλειάς και συνολικά τους λαούς έχει δημιουργήσει μια πολύ αρνητική κατάσταση.
Απέναντί της αναπτύσσεται η Αντίσταση και η πάλη των λαών, ενώ ταυτόχρονα έχει ανοίξει και μια μεγάλη συζήτηση. Στα πλαίσιά της διάφοροι παράγοντες, πολιτικές δυνάμεις και κύκλοι της διανόησης ανάγουν το όλο ζήτημα σε πρόβλημα Δημοκρατίας, τόσο ως προς τις αιτίες μια τέτοιας εξέλιξης όσο και σε σχέση με την αντιμετώπισή της.
Το σχήμα θεώρησης που χρησιμοποιείται έχει σαν κεντρικό της στοιχείο την επικράτηση των «νεοφιλελεύθερων» αντιλήψεων στην οικονομία και την πολιτική. Αυτή θεωρείται πως οδήγησε στην υποχώρηση του Κράτους απέναντι στις «αγορές» καθώς τις ονομάζουν, και η οποία συντελέστηκε σε συνδυασμό με την ανεπάρκεια των κυβερνώντων που αποδέχτηκαν και συμπορεύτηκαν με μια τέτοια εξέλιξη.
Αυτή η κυριαρχία των «αγορών» ήταν που οδήγησε στην σημερινή κατάσταση και ταυτόχρονα ένα έλλειμμα δημοκρατίας που την στηρίζει και την αναπαράγει.
Σ’ αυτή τη βάση θεωρείται πως η απάντηση στο πρόβλημα βρίσκεται στην ανατροπή των νεοφιλελεύθερων κατευθύνσεων. Μια ανατροπή που θα έρθει μέσα από την αποκατάσταση των όρων δημοκρατικής λειτουργίας. Που θα δώσει την δυνατότητα να εκφραστούν οι πραγματικές διαθέσεις του κόσμου. Που θα οδηγήσει στην ανάδειξη νέων ηγεσιών, οι οποίες και θα ελέγξουν την ασυδοσία των «αγορών», θα εφαρμόσουν μια άλλη πολιτική κ.λπ.
Μια τέτοια αντιμετώπιση του ζητήματος έχει σαν βάση και αφετηρία της μια ορισμένη θεώρηση της πραγματικότητας. Πιο συγκεκριμένα του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος που στους καιρούς μας καθορίζει κυριαρχικά αυτή την πραγματικότητα.
Το κεντρικό της στοιχείο η αντιμετώπισή του σαν ένα σύστημα που μπορεί να αυτομεταρρυθμίζεται, να γίνεται καλύτερο με βάση τις δικές του «εσωτερικές» λειτουργίες.
Σαν έκφραση αυτής της δυνατότητας αναφέρονται κυρίως στις αλλαγές που γίνανε την μεταπολεμική περίοδο στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Το λεγόμενο κοινωνικό κράτος, την κατοχύρωση δικαιωμάτων, την ανάπτυξη δημοκρατικών θεσμών κ.λπ. Αλλαγές οι οποίες χαρακτηρίζονται σαν εκφράσεις ενός «νεοτερικού καπιταλισμού» όπως τον ονομάζουν. Η ανατροπή αυτών των κατευθύνσεων με την επικράτηση του «νεοφιλελευθερισμού» ήταν που οδήγησε στην σημερινή κατάσταση, μια εξέλιξη που μπορεί και οφείλεται να αναστραφεί.

Όσο με αφορά θεωρώ ότι αυτό που συνιστούν αυτές οι αντιλήψεις είναι ένα φαινόμενο άρνησης της πραγματικότητας. Το να θεωρεί κανείς ότι οι κοσμογονικού χαρακτήρα μεταβολές που συντελέστηκαν είτε στην πρώτη είτε στην δεύτερη περίπτωση υπήρξαν προϊόν κάποιων ιδεών και κάποιων πολιτικών αποφάσεων οι οποίες έτσι όπως πάρθηκαν έτσι και μπορούν να ανατραπούν, σημαίνει πως είτε δεν έχει καταλάβει τίποτε είτε συνειδητά συγκαλύπτει τα πραγματικά δεδομένα του ζητήματος.

Αυτές οι ανατροπές, που διαδοχικά συντελέστηκαν προς την μια και την αντίθετή της κατεύθυνση δεν αποτελούν στην κύρια πλευρά τους παρά εκφράσεις της ταξικής πάλης. Των συσχετισμών που διαμόρφωσε στην κάθε περίοδο, των τάσεων και δυναμικών που ανέδειξε. Και όσον αφορά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο, ο κύριος παράγοντας βρίσκεται στην ορμητική άνοδο του εργατικού λαϊκού κινήματος, την ύπαρξη των σοσιαλιστικών χωρών και της απειλής που συνιστούσαν αυτά για την ίδια την ύπαρξη του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος. Απέναντι σ’ αυτή την απειλή το σύστημα αναγκάστηκε να προσανατολισθεί στην κατεύθυνση διεύρυνσης της κοινωνικής βάσης στήριξής του με παραχωρήσεις στα μεσοστρώματα και ρυθμίσεις λείανσης των αιχμών των εργατικών λαϊκών διεκδικήσεων.
Αντίστοιχα η ανατροπή αυτής της κατεύθυνσης δεν έγινε επειδή οι ηγεσίες του συστήματος δέχτηκαν την επιφοίτηση του πνεύματος του «νεοφιλελευθερισμού» ούτε επειδή πάθανε κάποιο είδος ομαδικής παράκρουσης. Οι βασικές αιτίες βρίσκονται στην ίδια την φύση του συστήματος και αυτό που τους έδωσε την δυνατότητα να περάσουν σε μια επίθεση αναίρεσης των προηγούμενων ήταν η ανατροπή των ταξικών πολιτικών συσχετισμών εσωτερικά και διεθνώς σε βάρος των λαών. Μια ανατροπή που στη βάση της βρίσκεται η υποχώρηση, η ήττα τελικά του εργατικού επαναστατικού κομμουνιστικού κινήματος και η παλινόρθωση στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες.

Αυτή η άρνηση της πραγματικότητας έχει και τις εξηγήσεις της. Η τέτοια ή αλλιώτική ανάγνωσή της οδηγεί σε διαφορετικά συμπεράσματα και κυρίως σε διαφορετικές πολιτικές κατευθύνσεις.

Οι παράγοντες, οι κύκλοι, οι πολιτικές αλλά και κοινωνικές δυνάμεις που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αποτελούν τη βάση στήριξης αυτών των αντιλήψεων, είχαν στην προηγούμενη κοινωνική διάταξη μια ορισμένη θέση και ρόλο και την αντίστοιχη διασφάλισή τους.
Αυτό που εναγωνίως επιδιώκουν είναι μια «ανανέωση» του συμβολαίου που τους διασφάλιζε αυτή τη θέση, ένα είδος «επιστροφής» στην προηγούμενη κατάσταση.
Μόνο που αυταπατώνται. Επιστροφή δεν υπάρχει. Ο κόσμος θα προχωρήσει με βάση τις συντεταγμένες, τις τάσεις, τις δυναμικές και δυνάμεις που έχουν αναδειχτεί. Θα διαμορφωθεί με βάση τους όρους της μεγάλης αναμέτρησης που συντελείται στους καιρούς μας ανάμεσα στις δυνάμεις του συστήματος από τη μια και τον κόσμο της δουλειάς, συνολικά τους λαούς από την άλλη. Μιας αναμέτρησης που η έκβασή της θα καθορίσει την μορφή του κόσμου για όλη της επόμενη ιστορική περίοδο. Σ’ αυτή λοιπόν την αναμέτρηση ο καθένας διαλέγει την πλευρά με την οποία συντάσσεται.

Άμεση σχέση μ’ αυτό έχει και το ερώτημα για τις παλιές και νέες μορφές συγκρότησης. Το πρώτο που νομίζω θα πρέπει να μας απασχολεί σε σχέση μ’ αυτό είναι στη βάση ποιων ιδεών, αντιλήψεων, στόχων και προοπτικής βλέπουμε αυτή τη συγκρότηση. Με βάση τις απαιτήσεις που θέτει αυτή η αναμέτρηση ή στη βάση αυταπατών που αφοπλίζουν το κίνημα; Το δεύτερο, η αναγκαιότητα της πολύπλευρης και πολύμορφης συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων. Από τις πιο πρωτογενείς μορφές και τις εστίες αντίστασης που ξεφυτρώνουν καθημερινά μέχρι το ανώτερο πολιτικό πεδίο. Ανεξάρτητα από «παλιές» ή «νέες» μορφές μόνο υπ’ αυτούς τους όρους μπορούν να αντιπαρατεθούν αποτελεσματικά στην ισχύ τους μηχανισμούς και τις δυνάμεις του συστήματος.


Όσον αφορά τώρα το ερώτημα για την σχέση του αγώνα της εργατικής τάξης για την δημοκρατία. Θα έλεγα ούτε το ένα ούτε το άλλο. Υπάρχει κατ’ αρχάς ένα λάθος στην διατύπωση του ερωτήματος. Η μεταφορά μιας πλάνης όσων αναφέρονται σε «αφομοίωση» της εργατικής τάξης. Η εργατική τάξη δεν αφομοιώνεται ποτέ επειδή απλούστατα δεν γίνεται να αφομοιωθεί. Ο ρόλος και η θέση της στην παραγωγή, την κοινωνία, είναι «φύσει» ανταγωνιστικός με την αστική τάξη και το καπιταλιστικό σύστημα. Μπορεί να ηττάται στις αντιπαραθέσεις της, να αποδέχεται όρους που της επιβάλλονται αλλά δεν αφομοιώνεται ως τάξη.

Όσον αφορά την πάλη της για την δημοκρατία αποτελεί σημαντική μεν αλλά πλευρά του συνολικού της αγώνα για υπεράσπιση και διεύρυνση των δικαιωμάτων της και τη συνολική της χειραφέτηση, τη συγκρότησή της σε «τάξη για τον εαυτό της». Σε δύναμη που αποτελεί τον κορμό ισχύος της λαϊκής πάλης και ταυτόχρονα ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος και οικοδόμησης μιας άλλης, μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας. Ακριβώς επειδή η ανατροπή της κυριαρχίας της μιας τάξης μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο από μια άλλη τάξη, ενώ στον ίδιο λόγο και η οικοδόμηση μιας άλλης κοινωνίας μπορεί να είναι έργο και πάλι μόνο μιας τάξης.

Τέλος για το ζήτημα της επανάστασης και τις αναφορές σε Ενγκελς και Λένιν.

Να παρατηρήσω κατ’ αρχάς ότι η απομόνωση κάποιων φράσεων δεν είναι ο καλύτερος τρόπος για την κατανόηση μιας άποψης. Και όσον αφορά τον Λένιν αυτό στο οποίο αναφέρεται είναι η κατάργηση του Κράτους και κατ’ ακολουθία και του «Κράτους του Δήμου» με το πέρασμα της κοινωνίας σε ένα άλλο ανώτερό της στάδιο.
Αλλά μια και αυτό αφορά ένα απώτερο μέλλον, ας σταθώ καλύτερα στο πιο κοντινό ζητούμενο που θέτει η αναφορά στον Ενγκελς και την «αυταρχικότητα» της επανάστασης.
Σε σχέση μ’ αυτό και όσο τουλάχιστον με αφορά θεωρώ πως μπορεί η Επανάσταση να εμφανίζεται σαν το «αυταρχικότερο» πράγμα, είναι ωστόσο στην πραγματικότητα το πιο ουσιαστικά «δημοκρατικό». Καμιά επανάσταση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ποτέ και πουθενά αν δεν στηρίζεται στην πολύπλευρη και πολύμορφη υποστήριξη της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού. Στην πραγματικότητα η επανάσταση αποτελεί την συμπυκνωμένη σε μια ιστορική στιγμή και αναπτυγμένη στο ανώτερό της σημείο, θέληση των λαϊκών μαζών να αποτινάξουν την κυριαρχία των δυνάμεων που τις εκμεταλλεύονται και τις δυναστεύουν.
Με αυτή την έννοια αποτελεί την κορυφαία έκφραση της πιο ενεργητικής και αποφασιστικής «δημοκρατικής» συμμετοχής τους στην διαμόρφωση των όρων της ζωής τους.
Με τον ίδιο τρόπο αντιλαμβάνομαι και τις ενέργειες που εμφανίζονται να έχουν «αυταρχική» μορφή. Η συντριβή των σχέσεων, δομών και μορφών που χαρακτηρίζουν την προηγούμενη κατάσταση αποτελεί και αυτή έκφραση της σωρευμένης επί πολλά χρόνια και συμπυκνωμένης αντίθεσης των λαϊκών μαζών σ’ αυτές τις σχέσεις.
Για να το θέσω διαφορετικά. Το μόνο που δεν βλέπω στο γκρέμισμα της Βαστίλης είναι ο «αυταρχισμός» εκείνων που πιάσανε τους κασμάδες”


*Εισηγητική ομιλία στην εκδήλωση με θέμα «Δημοκρατία και Αριστερά» που οργάνωσε η ελληνική ομάδα της Platypus Affiliated Society, στην Θεσσαλονίκη, στο Εργατικό Κέντρο στις 912/2012. Περισσότερα για την εκδήλωση, τους άλλους ομιλητές και τα ερωτήματα που τους τέθηκαν εισηγητικά από τους διοργανωτές στην ηλεκτρονική διεύθυνση
http://thessaloniki.platypus1917.org/?p=366
αναδημοσίευση απο www.antigeitonies.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: