Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

Μάο Τσε Τουνγκ: Τέχνη και καλλιτέχνες (μέρος 1)

Παρουσιάστηκε αρχικά σαν εισήγηση σε συγκέντρωση διανοούμενων στο Γιενάν το Μάη του 1942
Η συζήτηση μας πρέπει να έχει για βάση τις πραγματικότητες κι όχι τους έτοιμους απ’ τα πριν ορισμούς. Αν προσπαθούσαμε να καθορίσουμε την κατεύθυνση του λογοτεχνικού κινήματος και το κριτήριο των διαφόρων αντιλήψεων σύμφωνα με τους ορισμούς των εγχειριδίων τότε θα τραβούσαμε λαθεμένο δρόμο. Σαν μαρξιστές, πρέπει να ξεφορτωθούμε τους αφηρημένους ορισμούς, ν’ αναλύσουμε τα αντικειμενικά γεγονότα και να βρούμε τις αρχές και τη μέθοδο που είναι κατάλληλες για τη λύση ενός προβλήματος. Έτσι και μπρος στο πρόβλημα του λογοτεχνικού κινήματος πρέπει με τον ίδιο τρόπο να προχωρήσουμε. Μάο Τσε Τουνγκ
Από τις εκδόσεις “Μνήμη”
Είναι η τρίτη φορά μέσα σ’ ένα μήνα που συγκεντρωνόμαστε[1]. Μερικές δεκάδες συντρόφων –άλλοι τους μέλη του κόμματος κι άλλοι όχι– μίλησαν σοφά. Μ’ έναν κοινό σκοπό –την αναζήτηση της αλήθειας–, είχαμε συζητήσεις κι καθένας ανάπτυξε την άποψή του έτσι ώστε να μπορέσουμε να πλατύνουμε τον ορίζοντά μας και να συγκεκριμενοποιήσουμε το πρόβλημα του καλλιτεχνικού μας κινήματος.
Η συζήτηση μας πρέπει να έχει για βάση τις πραγματικότητες κι όχι τους έτοιμους απ’ τα πριν ορισμούς. Αν προσπαθούσαμε να καθορίσουμε την κατεύθυνση του λογοτεχνικού κινήματος και το κριτήριο των διαφόρων αντιλήψεων σύμφωνα με τους ορισμούς των εγχειριδίων τότε θα τραβούσαμε λαθεμένο δρόμο. Σαν μαρξιστές, πρέπει να ξεφορτωθούμε τους αφηρημένους ορισμούς, ν’ αναλύσουμε τα αντικειμενικά γεγονότα και να βρούμε τις αρχές και τη μέθοδο που είναι κατάλληλες για τη λύση ενός προβλήματος. Έτσι και μπρος στο πρόβλημα του λογοτεχνικού κινήματος πρέπει με τον ίδιο τρόπο να προχωρήσουμε.
Ας αναρωτηθούμε πριν απ’ όλα ποια είναι τα σημερινά γεγονότα. Νάτα: ο αντιστασιακός πόλεμος από πέντε τώρα χρόνια, της Κίνας εναντίον του γιαπωνέζικου ιμπεριαλισμού. Ο παγκόσμιος αντιφασιστικός πόλεμος. Η αμφίβολη στάση απέναντι στους γιαπωνέζους κι η καταπίεση του λαού απ’ τους Κινέζους μεγαλοχτηματίες και καπιταλιστές. Η ανεχτίμητη συμβολή που πρόσφερε στην υπόθεση της επανάστασης το λογοτεχνικό επαναστατικό κίνημα της «4 του Μάη»[2] και τα λάθη που γίνηκαν μέσα σε 23 χρόνια. Η αντιγιαπωνέζικη δημοκρατική βάση που αποτελείται από την Όγδοη κι από τη Νέα Τέταρτη στρατιά. Ο σημαντικός αριθμός λογοτεχνών και καλλιτεχνών που έρχονται μαζί τους. Η διαφορά ατμόσφαιρας κι αποστολής μεταξύ των διανοούμενων[3] των περιφερειών της βάσης[4] και των διανοούμενων της μεγάλης ενδοχώρας. Τέλος οι διχογνωμίες ανάμεσα στους διανοούμενους. Αυτές είναι οι υπάρχουσες πραγματικότητες και τα αναμφισβήτητα γεγονότα. Πρέπει να τα μελετήσουμε όπως ακριβώς είναι.
Ποιό είναι λοιπόν το κυρίαρχο πρόβλημα; Νομίζω ότι είναι κυρίως να δουλεύουμε για τη μάζα και να βρούμε τα μέσα για να πετύχουμε αυτό το σκοπό. Αν δεν κατορθώσουμε να λύσουμε το πρόβλημα αυτό ή αν δεν μπορέσουμε να του δώσουμε μια ικανοποιητική λύση, υπάρχει ο κίνδυνος να δούμε να δημιουργείται μια δυσαναλογία ανάμεσα στη λογοτεχνική και καλλιτεχνική δουλειά μας απ’ την μια και την αποστολή και τις συνθήκες όπου βρισκόμαστε από την άλλη. Θα προσπαθήσω λοιπόν να δώσω μερικές εξηγήσεις πάνω στο θέμα αυτό και πάνω σε μερικά σχετικά προβλήματα.
-I-
Το πρώτο ρώτημα είναι για ποιόν προορίζουμε τη λογοτεχνία και την τέχνη μας.
Μοιάζει ότι οι σύντροφοι που βρίσκονται στις περιοχές της αντι-γιαπωνέζικης βάσης και που ρίχνονται στην τέχνη ή στη λογοτεχνία έχουν λύσει το πρόβλημα αυτό. Στην πραγματικότητα πολλοί είναι αυτοί που δεν απόχτησαν ακόμα μια ακριβή και καθαρή ιδέα του προβλήματος κι έτσι βρίσκουμε στα έργα τους, στο συναίσθημά τους, στη δράσης τους, στη γνώμη που εκφράζουν για τη λογοτεχνική και καλλιτεχνική μας κατεύθυνση, μια διαρκή απόσταση από τις ανάγκες της μάζας και μια ουσιαστική άγνοια των αναγκών του αγώνα. Είναι βέβαιο ότι, ανάμεσα στους διανοούμενους που παίρνουν μέρος στο μεγάλο απελευθερωτικό πόλεμο, υπάρχουν στοιχεία οπορτουνιστικά, ακόμα και κατάσκοποι, πράχτορες του εχτρού ή της μυστικής αστυνομίας του Κουομιντάγκ. Αλλά, πέρα από τα στοιχεία αυτά, όλοι δίνονται στην πραγματοποίηση μιας μεγάλης κοινής δουλειάς και χάρη σ’ αυτούς η λογοτεχνική, θεατρική, μουσική και καλλιτεχνική μας προσπάθεια γνώρισε αποτελέσματα σημαντικά. Οι λογοτεχνικοί και καλλιτεχνικοί αυτοί εργάτες –αυτοί που άρχισαν τη δουλειά τους μετά από τον αντιστασιακό πόλεμο κι αυτοί που την είχαν ήδη αρχίσει καιρό πριν– κατόρθωσαν, ξεπερνώντας πολυάριθμες δυσκολίες, ν’ ασκήσουν, με τα έργα τους, μιαν αναμφισβήτητη επίδραση πάνω στις μεγάλες μάζες. Τότε, θα μου πείτε, γιατί να κάνουμε παρατηρήσεις στους συντρόφους αυτούς επειδή δεν έχουν μια ακριβή και ξεκαθαρισμένη στάση απέναντι στο πρόβλημα που μπήκε παραπάνω, δηλαδή για ποιον πρέπει να γίνονται οι τέχνες κι η λογοτεχνία; Κι απαντώ: είναι δυνατό οι σύντροφοι αυτοί να πιστεύουν ακόμα ότι η επαναστατική τέχνη και λογοτεχνία δεν είναι για το λαό και τις πλατειές μάζες αλλά για τους εκμεταλλευτές και τους καταπιεστές.
Γιατί υπάρχει μια τέχνη και μια λογοτεχνία για καταπιεστές κι εκμεταλλευτές. Η τέχνη κι η λογοτεχνία που γίνηκαν για τους μεγαλοχτηματίες είναι φυσικά φεουδαρχικές, όπως φεουδαρχικές ήταν τον παλιό καιρό των φεουδαρχών. Ακόμα και στις μέρες μας αυτή η τέχνη κι αυτή η λογοτεχνία ασκούν στην Κίνα μια μεγάλη επίδραση. Η τέχνη κι η λογοτεχνία που δημιουργήθηκαν για την αστική τάξη δεν είναι άλλο πράγμα από την τέχνη και την λογοτεχνία της αστικής τάξης, όπως το τόνιζε ο Λου-Σίν[5] σαν χτυπούσε μερικούς ανθρώπους που έμοιαζαν του Λιάγκ Σε-Ισιού: «Αν κι ισχυρίζονται ότι η τέχνη κι η λογοτεχνία δεν γνωρίζουν τάξεις, στην πραγματικότητα υπερασπίζονται την τέχνη και τη λογοτεχνία της αστικής τάξης κι αγωνίζονται εναντίον της τέχνης και της λογοτεχνίας του προλεταριάτου».
Πάρχουν ακόμα μία τέχνη και μιά λογοτεχνία για τον ιμπεριαλισμό. Ο Ισχό Ισό-γιέν κι ο Τσάγκ Ζε-πιγκ είναι συγγραφείς το είδους αυτού. Πρόκειται γι’ αυτό που εμείς ονομάζουμε παιδεία της σκλαβιάς, η λογοτεχνία κι η τέχνη της σκλαβιάς. Υπάρχει επίσης ενός άλλου είδους λογοτεχνία προορισμένη για τα όργανα της Ειδικής Υπηρεσίας[6] που είναι αυτό που λέμε η λογοτεχνία της Ειδικής Υπηρεσίας. Η λογοτεχνία αυτή είναι φαινομενικά «πολύ επαναστατική» μα, στην πραγματικότητα, δεν ξεφεύγει από τις τρεις κατηγορίες που κατονομάστηκαν παραπάνω. Για μας, η τέχνη κι η λογοτεχνία δεν δημιουργούνται για τα είδη των ανθρώπων που μόλις είπαμε, μα δημιουργούνται για το λαό. Είπαμε ήδη ότι, στο σημερινό σημείο των πραγμάτων, η νέα κινέζικη κουλτούρα είναι η κουλτούρα του λαού και των μαζών που το προλεταριάτο οδηγεί στον αγώνα εναντίον της ιμπεριαλιστικής και φεουδαρχικής παιδείας. Αυτό που αληθινά ανήκει στο λαό πρέπει υποχρεωτικά να οδηγιέται από το προλεταριάτο. Αυτό που οδηγιέται από την αστική τάξη δεν μπορεί ν’ ανήκει στο λαό. Η νέα λογοτεχνία κι η νέα τέχνη του νέου πολιτισμού έτσι φυσικά είναι, δεν αποκλείουμε τη χρησιμοποίηση των παλιών μορφών της φεουδαρχικής και της αστικής τάξης, μα οι μορφές αυτές θ’ αλλάξουν μες στα χέρια μας χάρη στην εισδοχή νέων στοιχείων προορισμένων να εξυπηρετήσουν το λαό και την επανάσταση.
Μα τί είναι ο λαός κι οι μάζες; Είναι ένα κοινό που περιλαμβάνει τα 90% του πληθυσμού: εργάτες, αγρότες, στρατιώτες και μικροϊδιοχτήτες. Έτσι η λογοτεχνία κι η τέχνη μας προορίζονται πρώτα για τους εργάτες –την τάξη που οδηγεί την επανάσταση–, δεύτερο για τους αγρότες –που είναι ο πιο αποφασισμένος και ο πιο πολυάριθμος σύμμαχος στρατός της επανάστασης –τρίτο για τους ένοπλους εργάτες και αγρότες, δηλαδή για την Όγδοη στρατιά και τ’ άλλα σώματα που είναι βγαλμένα από το λαό –κύριες δυνάμεις του αγώνα μας -, τέταρτο για τους μικροϊδιοχτήτες γιατί είναι κι αυτοί σύμμαχοί μας κι ικανοί να συνεργαστούν μαζί μας για πολύν καιρό. Οι τέσσερις αυτές κατηγορίες αποτελούν την πλειοψηφία του κινέζικου λαού, είναι οι μεγάλες μάζες της Κίνας. Όσο για την τάξη των μεγαλοχτηματιών και των αστών που αγωνίζονται ακόμη στον αντιστασιακό πόλεμο, πρέπει να την φέρουμε κοντά μας[7]. Μα αυτοί καταδικάζουν την δημοκρατία των μεγάλων μαζών. Έχουν την ιδιαίτερη λογοτεχνία όπως και την τέχνη τους. Καθώς οι δικές μας δε γίνηκαν γι’ αυτούς, τις αρνιούνται.
Η τέχνη μας, η λογοτεχνία μας πρέπει λοιπόν να δημιουργούνται για τις τέσσερις κατηγορίες που απαριθμήσαμε και που οι πιο σημαντικές είναι οι εργάτες, οι αγρότες κι οι στρατιώτες. Όσο για τους μικροϊδιοχτήτες, λιγότερο σημαντικοί αριθμητικά, είναι σχετικά λιγότερο αποφασισμένοι και λιγότερο σταθεροί στον αγώνα για την επανάσταση αλλά μαζί πιο μορφωμένοι από τους άλλους. Έτσι οι τέχνες και τα γράμματά μας προορίζονται πρωταρχικά για τους εργάτες, τους αγρότες και τους στρατιώτες, κι ύστερα για τους μικροϊδιοχτήτες. Κι όμως ένα μέρος των συντρόφων μας δεν έδειξαν ακόμα καθαρά τις σχετικές προθέσεις τους. θεωρητικά (με τα λόγια), οι διανοούμενοι αυτοί ποτέ δεν θεώρησαν τους εργάτες, τους αγρότες και τους στρατιώτες σα λιγότερο σημαντικούς από τους μικροϊδιοχτήτες. Αλλά πραχτικά (στη δράση τους) μήπως δε θεώρησαν τους μικροϊδιοχτήτες σαν πιο σημαντικούς από τους άλλους: πολλοί είναι αυτοί που επέμεναν στη μελέτη των διανοούμενων, στην ανάλυση της ψυχολογίας τους, για να τους περιγράψουν και για να υπερασπιστούν τις αδυναμίες τους μα δε σκέφτηκαν να οδηγήσουν τους διανοούμενους αυτούς –που βγαίνουν από την τάξη των μικροϊδιοχτητών- ώστε να τους φέρουν κοντά μας για να πλησιάσουν τους εργάτες, τους αγρότες και τους στρατιώτες, για να συμμετάσχουν στον αληθινό αγώνα και για να είναι οι εκπρόσωποι κι οι εκπαιδευτές των εργατών, των αγροτών και των στρατιωτών. Πολλοί ειν’ αυτοί που επειδή οι ίδιοι έρχονται απ’ την τάξη των μικροαστών (κι είναι διανοούμενοι), αρκούνται στο ν’ αναζητούν τους φίλους τους αποκλειστικά ανάμεσα στους διανοούμενους και δεν κάνουν άλλο τίποτα από το να τους μελετούν και να τους περιγράφουν. Αν η θέση τους ήταν θέση ενός προλετάριου η δουλειά τους θα ήταν δικαιολογημένη. Μα αντίθετα η θέση τους είναι η θέση ενός μικροαστού και τα έργα τους έκφραση ατομική της μικροαστικής τάξης. Εκδηλώσεις παρόμοιες βρίσκουμε σε έργα καλλιτεχνικά και λογοτεχνικά με αρκετά μεγάλη σημασία. Οι συγγραφείς και καλλιτέχνες αυτοί συμπαθούν ζωηρά τους διανοούμενους που έρχονται από τη μικροαστική τάξη και φτάνουν μέχρι στο να ενθαρρύνουν τα ελαττώματα της τάξης αυτής. Όσο για τους εργάτες, αγρότες και στρατιώτες, επαφή μαζί τους δεν έχουν, ούτε κατανόηση, φιλία και προσοχή γι’ αυτούς. Είναι δηλαδή ανίκανοι να τους περιγράφουν ή, κι όταν ακόμα τους περιγράφουν οι ήρωες τους έχουν ντυθεί σαν ένας εργάτης, ένας αγρότης ή ένας στρατιώτης μα το πρόσωπό τους είναι ενός μικροαστού. Για μερικές τους απόψεις αγαπούν και τους εργάτες, αγρότες και στρατιώτες, όπως αγαπούν και την πρωτοπόρα ομάδα των τάξεων αυτών. Μα, σ’ άλλες τους ώρες και για άλλους λόγους, δεν αγαπούν τα συναισθήματα και τις χειρονομίες τους, δεν αγαπούν τη λογοτεχνία και την πρωτόγονη τους τέχνη (όπως τις εφημερίδες του τοίχου, ζωγραφιές, τραγούδια, λαϊκά παραμύθια, γλώσσα κλπ). Καμιά φορά πάλι αγαπούν ακόμα και τα πράγματα αυτά, από απλή περιέργεια, για να στολίσουν τα δικά τους έργα ή και μόνο γιατί τους αρέσει να μαζεύουν πράγματα ξεπερασμένα. Άλλες φορές πάλι δίχως προσχήματα τα αφήνουν για χάρη αντικείμενων της τάξης των διανοούμενων, της μικροαστικής τάξης, ακόμα, καθαρά και ξάστερα, της αστικής τάξης. Στο βάθος της, η ψυχή των σύντροφων αυτών είναι ενός μικροαστού βασιλιά. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο καταλαβαίνουμε καλά ότι το ρώτημα για ποιόν γίνονται οι τέχνες και τα γράμματα μας δεν έχει λυθεί ακόμα, τουλάχιστο με σαφήνεια και ξαστεράδα.
Αυτό είναι αληθινό όχι γι’ αυτούς που μόλις έχουν φτάσει στο Γιενάν[8] μα ακόμα και γι’ αυτούς που χρόνια πολλά πήραν μέρος στη δουλειά του μέτωπου, στη βάση της Όγδοης και στη βάση της Νέας Τέταρτης στρατιά. Για να μπορέσει το ρώτημα αυτό να ξεκαθαριστεί ξάστερα κι ουσιαστικά μες στον καθένα θα χρειαστεί μια μακρόχρονη άσκηση, ας πούμε οχτώ και δέκα χρόνων. Αλλά όσο μακριά κι αν είναι η περίοδος αυτή πρέπει το ρώτημα να το λύσουμε με τρόπο σαφή, καθαρό και δίχως διφορούμενα. Όλοι οι καλλιτεχνικοί και λογοτεχνικοί μας εργάτες πρέπει να εκπληρώσουν την αποστολή τους, πρέπει με θάρρος να αλλάξουν τη θέση τους, πρέπει να παν κοντά σους εργάτες, αγρότες και στρατιώτες, να πλησιάσουν το σημερινό στάδιο του αληθινού αγώνα, να μάθουν γερά τη θεωρία του Μαρξ και Λένιν, να γνωρίσουν την εξέλιξη της κοινωνίας και να φέρουν την καρδιά τους ως τους εργάτες, αγρότες και στρατιώτες. Αυτός είναι ο μόνος σωστός δρόμος για τη δημιουργία μιας αληθινής λογοτεχνίας και μιας αληθινής τέχνης για το λαό.
Το ρώτημα που βάλαμε είναι ρώτημα βασικό και μαζί ρώτημα αρχής. Αλλά οι αντιθέσεις κι οι διχογνωμίες μεταξύ των συντρόφων δεν ήταν σχετικές με το σημείο αυτό, μα μ’ άλλα δευτερεύουσας τάξης. Έτσι, ενώ σ’ αυτό το ρώτημα αρχής, όλος ο κόσμος φαίνεται να είναι σύμφωνος, σύγκαιρα όλος ο κόσμος φαίνεται να δείχνει μια ορισμένη περιφρόνηση για τους εργάτες, αγρότες και στρατιώτες, ένα είδος τάσης για διαχώριση από τις μάζες. Φυσικά, υπάρχει εδώ μια διαφορά από τη στάση του Κουομιντάγκ, μα αυτό δε σημαίνει ότι η τάση αυτή δεν υπάρχει. Κι όσο το βασικό αυτό ρώτημα δε θα έχει λυθεί είναι δυνατό κι άλλα ακόμα να μη μπορέσουν να λυθούν. Ας πάρουμε για παράδειγμα, το σεχταρισμό στα γράμματα και στην τέχνη. Είναι και αυτό ένα ρώτημα πρώτης γραμμής. Αλλά δεν μπορεί να εξαλειφθεί ο σεχταρισμός αν δεν έχει προσδιοριστεί ότι ο σκοπός της λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής προσπάθειας είναι ο λαός κι υπονοεί ακόμα επιτεύγματα ουσιαστικά στο δρόμο αυτό. Ο Λου Σιν είπε: «Η αιτία της έλλειψης λυότητας στο επαναστατικό λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό μέτωπο βρίσκεται στην έλλειψη κοινού σκοπού. Ο κοινός αυτός σκοπός είναι οι εργάτες κι οι αγρότες». Το ρώτημα αυτό έμπαινε στη Σαγκάη τον καιρό που ζούσε ο συγγραφέας Λου Σιν και μπαίνει σήμερα στο Τσουγκίκ. Στις πόλεις αυτές, όταν μπαίνει το ρώτημα, είναι δύσκολο να βρεθεί καθαρή λύση γιατί εκεί οι επαναστάτες λογοτέχνες και καλλιτέχνες καταπιέζονται και δεν είναι λεύτεροι να περάσουν κοντά στις μάζες των εργατών, αγροτών και στρατιωτών. Κι αντίθετα, εδώ, κοντά μας, ενθαρρύνουμε τους επαναστάτες συγγραφείς και καλλιτέχνες να έρχονται σε στενή επαφή με το λαό, κι είναι απόλυτα λεύτεροι να δημιουργήσουν αληθινά επαναστατικά λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα, έτσι ώστε το ρώτημα αυτό να είναι κοντά μας σχεδόν λυμένο. Αλλά σχεδόν λυμένο δεν θα πει λυμένο πέρα για πέρα. Το μάθημα του μαρξισμού και του λενινισμού κι η συγκεκριμένη γνώση της κοινωνίας έχουν για σκοπό την ολοκληρωτική λύση του προβλήματος. Κι αυτό που λέμε μαρξισμό και λενινισμό είναι ο ζωντανός μαρξισμός κι ο ζωντανός λενινισμός που εφαρμόζονται αληθινά στη ζωή κι όχι, αντίθετα, ο μαρξισμός κι ο λενινισμός του απλού εγχειρίδιου.
Η εφαρμογή των αρχών του Μαρξ και Λένιν στις μάζες γεννά τον ζωντανό μαρξισμό και λενινισμό που αποκλείουν κάθε σεχταρισμό. Με τον τρόπο αυτό λύνεται όχι μόνο το πρόβλημα του σεχταρισμού αλλά κι άλλα προβλήματα ακόμα.
-II-
Μια και βρήκαμε την απάντηση στο ρώτημα για ποιον γίνονται τα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα –μ’ άλλα λόγια το σκοπό των έργων αυτών–, το δεύτερο ρώτημα που μπαίνει είναι πως θα το εχτελέσουμε. Με την ανύψωση του επιπέδου της κουλτούρας ή με τη γενική διάδοσή της;
Υπάρχουν σύντροφοι που, στο παρελθόν, παραμέλησαν ή υποτίμησαν, σχετικά ή σοβαρά, τη λαϊκή διάδοση της κουλτούρας. Αντίθετα, εκθείασαν υπέρμετρα την ανύψωση του επιπέδου της. Βέβαια, πρέπει να εγκρίνουμε την ανύψωση, αλλά είναι λάθος να το κάνουμε χάνοντας κάθε μέτρο σχετικό με την πραγματικότητα. Το άλυτο πρόβλημα που γι’ αυτό μιλούσα νωρίτερα ξαναπαρουσιάζεται εδώ. Γιατί, απ’ τη στιγμή που δεν έχουμε μια σωστή κι ακριβή ιδέα του σκοπού και του αντικειμένου των καλλιτεχνικών και λογοτεχνικών έργων –και για ποιον δημιουργούνται – μας λείπει το σωστό κριτήριο για την εχτίμηση της διάδοσης ή της ανύψωσης και της πρέπουσας ανάμεσά τους σχέσης. Αφού οι τέχνες και τα γράμματα γίνονται για τους εργάτες, αγρότες και στρατιώτες, τότε ο σκοπός της διάδοσης όπως και της ανύψωσης είναι οι εργάτες, αγρότες και στρατιώτες. Θ’ αναρωτηθούμε μετά: Τί πρόκειται να διαδώσουμε κοντά τους; Μήπως πρόκειται για τα προϊόντα της φεουδαρχικής κοινωνίας; Μήπως πρόκειται για τα δημιουργήματα της αστικής τάξης; Μήπως πρόκειται για τα έργα των μικροαστών; Βέβαια όχι. Μόνο ότι αφορά τους εργάτες, τους αγρότες και τους στρατιώτες είναι παραδεχτό. Και για να εκπληρώσεις την αποστολή του μορφωτή των μαζών πρέπει, πρώτα απ’ αυτές τις ίδιες, να μορφωθείς εσύ. Απ’ εδώ έρχεται η λύση του προβλήματος της διανοητικής ανύψωσης. Κάθε ανύψωση πρέπει να έχει μια βάση, μια αφετηρία. Τότε από ποια βάση πρέπει να εξετάσουμε το ρώτημα της ανύψωσης του λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού επιπέδου των μαζών; Από την φεουδαρχική βάση, από την αστική βάση ή μήπως από την βάση των μικροαστών; Από καμιά απ’ αυτές, μα από τη βάση των εργατών, των αγροτών και των στρατιωτών, που βρίσκεται ακόμα σε εμβρυωτική κατάσταση. Δεν πρόκειται ακόμα να ανυψώσουμε τις μάζες στο επίπεδο ή με τον τρόπο των αστών φεουδαρχών[9] ή των μικροαστών, αλλά σύμφωνα με τον ιδιαίτερο προσανατολισμό των εργατών, καλλιεργητών και στρατιωτών. Γι’ αυτό και το πρώτο μας έργο είναι να μαθητέψουμε κοντά στους εργάτες, αγρότες και στρατιώτες για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε την αληθινή σημασία της μορφωτικής δουλειάς μας, που αποτελείται σύγκαιρα από τη γενική διάδοση της κουλτούρας και από την ανύψωσή της, όπως και τη σωστή ανάμεσά τους σχέση. Είτε έχουμε για προσανατολισμό μας την ανύψωση είτε έχουμε τη διάδοση ποια είναι η πηγή που δίνει το υλικό της δουλειάς μας; Κάθε καλλιτεχνικό έργο, σ’ όποια τάξη κι αν ανήκει, είναι πάντα η αντανάκλαση ή η μορφοποίηση της ζωής των ανθρώπων. Η επαναστατική τέχνη είναι το αποτέλεσμα της διανοητικής εργασίας του επαναστάτη καλλιτέχνη στην προσπάθειά του να αντικαθρεφτίσει τη ζωή του λαού. Γιατί η ζωή του λαού είναι το ορυχείο που τροφοδοτεί την καλλιτεχνική και λογοτεχνική δημιουργία. Είναι σαν την φύση, είναι ακατέργαστη, αλλά, σύγκαιρα, είναι έκτακτα ζωντανή, πλούσια και βασική. Στην ομορφιά είναι πάντα ανώτερη απ’ οτιδήποτε έχει δημιουργηθεί κι αποτελεί την αστείρευτη πηγή κάθε έργου καλλιτεχνικής μορφοποίησης. Είναι μάλιστα η μοναδική του πηγή. Λένε ότι τα παλιά και τα ξένα έργα είναι κι αυτά πηγές. Ναι, μπορούμε έτσι να τα χαρακτηρίσουμε μα σαν πηγές δευτερεύουσας σημασίας. Στην πραγματικότητα τα έργα που έχουν ήδη δημοσιευτεί δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν πηγές μα σαν βοηθήματα –είναι τα έργα που δημιουργήθηκαν απ’ τους παλιούς κι από τους ξένους με βάση τη ζωή του λαού του τόπου και των καιρών του συγγραφέα. Πρέπει λοιπόν να κρατήσουμε πνεύμα κριτικό μπρος σε κάθε παλιό έργο. Ένα καλλιτεχνικό ή λογοτεχνικό έργο παρουσιάζει τη ζωή του λαού μιας δοσμένης εποχής κι ενός δοσμένου τόπου, όπως και μια τεχνική κι ένα ύφος γεννημένα από τις περιστάσεις. Άλλωστε, υπάρχει και μια τεράστια ποιοτική διαφορά ανάμεσα στα διάφορα έργα. Έχουμε πάντα το καθήκον να μελετούμε έργα, ακόμα και σαν είναι προϊόντα της φεουδαρχικής ή της αστικής τάξης. Μα δεν μπορούμε να αρκεστούμε στη γνώση τους γιατί ποτέ δεν αντικαταστούν τις ζωντανές πραγματικότητες που μας περιστοιχίζουν. Στην καλλιτεχνική και λογοτεχνική εργασία αν δεν κάνουμε άλλο από το να μεταφέρουμε, να μιμούμαστε έργα παλιά και ξένα, δίχως να τα υποβάλλουμε σε αυστηρή κριτική, δεν θα έχουμε παρά τον πιο άναντρο και βλαβερό καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό δογματισμό, ουσιαστικά παρόμοιο με το δογματισμό στη στρατιωτική τέχνη, στην πολιτική επιστήμη, στην πολιτική οικονομία. Οι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες της επαναστατικής Κίνας πρέπει να έχουν το θάρρος να περάσουν μες στο λαό και μες στις μάζες. Πρέπει να δώσουν, για μια πολύ μακριά περίοδο, και δίχως όρους, το σώμα τους και την καρδιά τους στο λαό, στον άγριο αγώνα, στη μοναδική κι αστέρευτη πηγή του έργου τους: Να παρατηρούν, να αισθάνονται, να μελετούν, να αναλύουν κάθε είδους άτομα, όλες τις τάξεις, όλες τις μάζες, όλες τις ζωντανές μορφές ζωής και πάλης, κάθε λογοτεχνία και κάθε τέχνη στην ακατέργαστή τους μορφή. Μόνο μετά από μια τέτοια δουλειά ο άνθρωπος μπορεί να περάσει στη φάση της αληθινής καλλιτεχνικής δημιουργίας. Μόνο μ’ αυτό τον τρόπο κατορθώνουμε να συνταυτίσουμε τη σπορά με το θέρο και τη σπουδή με τη δημιουργία. Αλλιώς, η δουλειά μας δε θα είχε σκοπό, γιατί δίχως σπόρο, ούτε ελπίδα θέρους, δεν θα μπορούσαμε ποτέ να δημιουργήσουμε τίποτα το ολοκληρωμένο, δε θα είμαστε παρά συγγραφείς και καλλιτέχνες «δίχως βάθος» καθώς λέει ο Λου Σιν στη διαθήκη τους για να προειδοποιήσει το γιο του να μη γίνει ποτέ.
Η λογοτεχνία και η τέχνη στην ακατέργαστή τους μορφή, παρ’ όλο ότι είναι οι μοναδικές πηγές της συνειδητά μορφοποιημένης λογοτεχνίας και τέχνης και παρ’ όλο ότι κλείνουν ασύγκριτα πλούτη, δεν κατορθώνουν να ικανοποιήσουν το λαό. Ο λόγος είναι ότι στο έργο που δημιουργεί ο καλλιτέχνης βρίσκονται, περισσότερο απ’ όσο υπάρχουν στο φυσικό, μια σύνθεση, μια συγκέντρωση, μια ενότητα, ένα ιδανικό: Γι’ αυτό είναι πιο προσιτό στο ανθρώπινο πνεύμα κι έτσι είναι και πιο λαϊκό. Ο πραγματικός Λένιν είναι πιο πλούσιος κι ενδιαφέρων από το Λένιν του μυθιστορήματος, του θεάτρου ή του κινηματογράφου. Μα ο πραγματικός Λένιν είναι απ’ το πρωί ως το βράδυ βουτηγμένος σε δουλειές κι είναι αναγκασμένος να ζει και να κινείται σαν όλο τον κόσμο. Κι άλλωστε λίγοι άνθρωποι μπόρεσαν να τον δουν, και μετά α’ το θάνατό του κανένας πια δε θα τον δει. Απ’ τις πλευρές αυτές και φέρνοντας στο προσκήνιο τις κυριότερες όψεις του ανθρώπου, το μυθιστόρημα, το θέατρο και ο κινηματογράφος παρουσιάζουν καλύτερα το Λένιν απ’ ότι θα τον παρουσίαζε ο Λένιν ζωντανός. Το επαναστατικό μυθιστόρημα, θέατρο, κινηματογράφος μπορούν να δημιουργήσουν, με βάση την πραγματική ζωή, κάθε είδους πρόσωπα και να βοηθήσουν τις μάζες να επιταχύνουν τη ροή της ιστορίας. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τους πεινασμένους και καταπιεσμένους απ’ τη μια, τους καταπιεστές κι εκμεταλλευτές απ’ την άλλη. Πρόκειται για πράγματα που παντού υπάρχουν κι οι άνθρωποι συνηθίζουν τόσο να τα βλέπουν ώστε τελικά τα θεωρούν πράγματα φυσικά. Μα η λογοτεχνία κι η τέχνη οργανώνουν τα καθημερινά αυτά φαινόμενα, τα συγκεντρώνουν σε μια ενότητα, τα μορφοποιούν σ’ ένα πρότυπο-υπόδειγμα, τα αποκρυσταλλώνουν σ’ ένα καλλιτεχνικό ή λογοτεχνικό έργο που χτυπά και ξυπνά το κοινό, ξεσηκώνει τη συνείδηση και την ευαισθησία των μαζών και τις σπρώχνει να ενωθούν και ν’ αγωνιστούν για την πραγματοποίηση μιας καινούργιας κοινωνίας και μιας καλύτερης ζωής. Δίχως τη μορφοποίηση απ’ το λογοτέχνη και τον καλλιτέχνη, κι αν δεν υπήρχαν τέχνη ή λογοτεχνία παρά στην φυσική, ακατέργαστη μορφή τους, η σημαντική αυτή δουλειά δε θα γίνονταν ίσως ποτέ ή τουλάχιστο δε θα γίνονταν παρά σιγά-σιγά.
Μια και στη λογοτεχνία και στην τέχνη, είτε θέλουμε να φέρουμε τα αποτελέσματά τους κοντά σ’ όλο το λαό είτε θέλουμε να ανυψώσουμε το επίπεδό τους, έχουμε πάντα εργασία μορφοπλαστική, τί διαφορά υπάρχει ανάμεσα στα δύο αυτά είδη δουλειάς με διαφορετικούς προσανατολισμούς; Υπάρχει μια διαφορά βαθμού. Η λαϊκή λογοτεχνία ή τέχνη χρειάζονται λιγότερη μορφοπλαστική δουλειά κι εκλέπτυνση κι είναι πιο εύκολα προσιτές για τις σημερινές πλατιές μάζες, ενώ η λογοτεχνία κι η τέχνη που έχουν για σκοπό την ανύψωση του διανοητικού επιπέδου χρειάζονται περισσότερη μορφοποίηση και λεπτότητα κι είναι, φυσικά, πιο δύσκολα προσιτές για το πλατύ κοινό. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι εργάτες, αγρότες και στρατιώτες είναι η υπεράνθρωπή τους πάλη εναντίον του εχτρού. Και χάρη στο γεγονός ότι για πολλά χρόνια βρίσκονταν κάτω από το ζυγό των φεουδαρχών και των καπιταλιστών, είναι αγράμματοι, αμαθείς κι αμόρφωτοι. Αυτό που ζητούν αμέσως είναι μια πλατιά διανοητική κίνηση που θα τους επιτρέψει να αφομοιώσουν τα πρώτα στοιχεία κάθε κουλτούρας όπως και τα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα που τους είναι πιο εύκολα προσιτά, για να τονωθεί η αγωνιστική διάθεσή τους, για να στηριχτεί η πίστη τους στη νίκη, για να στεριωθεί η ενότητά τους μπρος στον εχθρό. Γι’ αυτούς το πρόβλημα δεν είναι να «προστεθούν λουλούδια σ’ ένα πολύτιμο κεντητό χαλί» μα «να σταλεί κάρβουνο σ’ ανθρώπους παγωμένους μες τα χιόνια». Γι’ αυτό και για το λαό, έχει την πρώτη σημασία κι αποτελεί καθήκον μας βασικό, η διανοητική εξάπλωση κι όχι η ανύψωση. Να παραμελήσουμε ή να υποτιμήσουμε το έργο της εξάπλωσης θα ήταν λάθος σοβαρό.
Όμως η δουλειά της εξάπλωσης δεν μπορεί απόλυτα να χωριστεί απ’ την ανύψωση. Αν αυτός που αναλαμβάνει το έργο της εξάπλωσης, δηλαδή ο εκπαιδευτής, δεν είναι ανώτερος απ’ εκείνους που διδάσκονται τότε η δουλειά αυτή δε θα είχε πια σημασία. Αν το έργο της εξάπλωσης έμενε στο ίδιο πάντα επίπεδο για ένα, δυό, τρεις μήνες, ένα δυό, τρία χρόνια, πάντα με τα ίδια εμπορεύματα, πάντα το ίδιο τραγούδι κι ο ίδιος σκοπός, πάντα τα ίδια αλφαβητικά στοιχεία, τότε ο εκπαιδευτής κι οι μαθητές του θα ήταν ίσοι και το όλο έργο δε θα είχε κανένα νόημα. Ο λαός έχει ανάγκη να μορφώνεται και σύγκαιρα, με το χρόνο, ν’ ανυψώνεται. Η διανοητική πρόοδος, στην έννοια τόσο της διάδοσης όσο και της ανύψωσης, ανήκει στο λαό. Γιατί η ανύψωση που γι’ αυτή μιλούμε δεν ξεκινά από το τίποτα: δεν είναι μια ανύψωση κλειστή, ερμητική, μα στηρίζεται, προσδιορίζεται κι οδηγείται από τη λαϊκή διάδοση. Στην Κίνα, η επανάσταση κι η επαναστατική κουλτούρα δεν προχώρησαν ομοιόμορφα, μ’ απλώνονται με τον καιρό. Αλλού, η διάδοση έχει ήδη πραγματοποιηθεί, ακόμα συνοδεμένη από μια πολύ προχωρημένη ανύψωση του επίπεδου, ενώ αλλού το έργο της διάδοσης δεν έχει ακόμα αρχίσει. Μπορούμε έτσι να εκμεταλλευτούμε το πείραμα που πέτυχε σ’ ένα μέρος, σαν οδηγό για να ευκολύνουμε το έργο μας σε λιγότερο προχωρημένα μέρη. Στο παγκόσμιο πεδίο μπορούμε ακόμα να εκμεταλλευτούμε την πείρα που αποχτήθηκε στα ξένα κι ιδίως στη Σοβιετική Ένωση, αν είναι βέβαια σε θέση να ευκολύνει το έργο της διάδοσης και της ανύψωσής μας. Με δυό λόγια, η εργασία μας με κατεύθυνση τη διάδοση έχει για σκοπό την ανύψωση. Μα σε καμιά οδηγία για την ανύψωση δεν μπορεί να μιλάμε για μίμηση ή αντιγραφή άλλου γιατί τότε δε θα είχαμε παρά βλαβερά και καταστροφικά αποτελέσματα.
Εχτός από την ανύψωση που άμεσα αφορά το λαό, υπάρχει ένα άλλο είδος ανύψωσης που συμπληρώνει κι αυτό, έμμεσα μα όχι λιγότερο αναγκαία, μια ανάγκη του λαού: η ανύψωση των πρωτοπόρων οδηγών τους. Οι οδηγοί αυτοί είναι τα προχωρημένα στοιχεία των μαζών, έχουν όχι μόνο τη μόρφωση που απόχτησαν οι μάζες, μα, καθώς οι δυνατότητές τους είναι μεγαλύτερες από των μαζών, λογοτεχνία και τέχνη ακόμα ανώτερες που είναι απαραίτητες.
Πρόκειται για ένα γεγονός που δεν μπορούμε να υποτιμήσουμε τη σημασία του. Μα η ανάγκη αυτή μας αφορά, τώρα, τώρα, την πρωτοπορία κι όχι τη μεγάλη μάζα. Πρέπει να έχουμε ένα πρόγραμμα κι οδηγίες για να ανταποκριθούμε στην ανάγκη αυτή, αλλά δεν πρόκειται για το μοναδικό ή το κυρίαρχο σημερινό πρόγραμμα. Πρέπει ακόμα να αντιληφθούμε ότι αυτό που είναι χρήσιμο στη πρωτοπορία είναι αναγκαίο και για το λαό, για τις μάζες, γιατί ο προορισμός της πρωτοπορίας είναι ουσιαστικά να μορφώνει και να οδηγεί τις μάζες. Αν πηγαίναμε εναντίον του σκοπού αυτού, αν δίναμε στην πρωτοπορία μια κατάρτιση που δε θα μπορούσε να τη βοηθήσει στο να μορφώνει και να οδηγεί τον λαό, τις μάζες, τότε η εργασία μας με κατεύθυνση την ανύψωση δε θα είχε σκοπό, θα είχε απομακρυνθεί από τη βασική αρχή ότι η κουλτούρα γίνεται για το λαό και τις μάζες.
Τελικά, ο σκοπός της λογοτεχνίας και της τέχνης, που βρίσκονται σε λανθάνουσα κατάσταση μες τη ζωή του λαού, είναι, μέσα από μια εργασία μορφοποίησης και μεταβίβασης, να χυθούν σε τεχνικές μορφές η λογοτεχνία ι η τέχνη του λαού και των μαζών. Στη λογοτεχνία και στην τέχνη αυτή υπάρχουν απ’ τη μια τα έργα ενός ανώτερου επιπέδου που δημιουργήθηκαν ξεκινώντας απ’ τη λαϊκή λογοτεχνία και τέχνη και με το σκοπό να ανταποκριθούν στην ανάγκη ανύψωσης των μαζών ή στην ανάγκη της πρωτοπορίας, κι από την άλλη έργα πιο λαϊκά που γίνηκαν κάτω από την καθοδήγηση του προχωρημένου λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού κοινού και προορισμένα για τις πλατύτερες μάζες που το επίπεδό τους είναι, για την ώρα, κατώτερο (πράγμα που δε θα πει ότι είναι και χοντροειδές).
Η λογοτεχνία κι οι τέχνες μας, είτε είναι ψηλότερου είτε κατώτερου επιπέδου, γίνονται λοιπόν για το λαό και τις μάζες, για τους εργάτες, αγρότες και στρατιώτες. Γι’ αυτούς και για το συμφέρο τους δημιουργούνται.
Μια και το ρώτημα της σωστής σχέσης μεταξύ διάδοσης και ανύψωσης έχει λυθεί, το ρώτημα της σχέσης μεταξύ ειδικών και εκλαϊκευτών βρίσκει κι αυτό τη λύση του. Οι ειδικοί μας εργάζονται όχι μόνο για την πρωτοπορία μα ιδίως και κύρια για τις μάζες. Ο Γκόρκυ ο ίδιος, που του είχε ανατεθεί η σύνταξη της ιστορίας των εργοστασίων, μήπως δεν κατεύθυνε την αλληλογραφία των χωρικών και μήπως δεν οδηγούσε δεκάδες παιδιά; Κι απ’ τη μεριά του ο Λου Σιν αφιέρωσε πολύ καιρό στο να συζητεί με μαθητές και σπουδαστές. Οι ειδικοί μας του λογοτεχνικού τομέα πρέπει να ενδιαφερθούν για τις εφημερίδες του τοίχου, για την αλληλογραφία των στρατιωτών και των χωρικών. Οι ειδικοί μας της δραματικής τέχνης πρέπει να ενδιαφερθούν για τις θεατρικές ομάδες των στρατιωτών και των χωριατών. Οι ειδικοί μας της μουσικής πρέπει να ενδιαφερθούν για τα τραγούδια που βγήκαν από το λαό. Οι ειδικοί μας των καλών τεχνών πρέπει να ενδιαφερθούν για τις λαϊκές τέχνες. Όλοι οι σύντροφοι αυτοί πρέπει να δεθούν στενά με τους εκπαιδευτές των μαζών που βρίσκονται σε πολύ χαμηλό επίπεδο. Κι ενώ τις βοηθούν και τις οδηγούν πρέπει οι ειδικοί να μαθητεύσουν κοντά τους, να τροφοδοτούνται από τις μάζες, να πλουτίζονται, να δυναμώνουν ώστε ποτέ να μην αποχωριστούν απ’ αυτές και, συνακόλουθα, από την πραγματικότητα. Πρέπει να σεβόμαστε τους ειδικούς και να μην παραγνωρίσουμε της αξία της συμβολής τους στην υπόθεσή μας. Μα πρέπει να τους προειδοποιήσουμε ότι η σημασία του έργου τους είναι να εκφράζουν και να αντιπροσωπεύουν το λαό. Δεν μπορείς να μορφώσεις το λαό δίχως να είσαι ο εκπρόσωπός του, δεν μπορείς να είσαι ο εκπαιδευτής της μάζας δίχως να έχεις τη φροντίδα ακατάπαυστα να εκπαιδεύεσαι κοντά της. Σαν φέρεται σαν κύριος, σαν αφέντης «κατώτερων», ο εκπαιδευτής όσο ικανός κι αν είναι, θα απομονωθεί από τη μάζα και το έργο του θα είναι καταδικασμένο σε αποτυχία.
Η στάση μας θα είναι λοιπόν η στάση του ωφελιμιστή; Ένας υλιστής δεν είναι αντίθετος σε κάθε ωφελιμισμό, μα στον ωφελιμισμό της τάξης των φεουδαρχών, των αστών και των μικροαστών, στο δήθεν αντι-ωφελιμισμό στα λόγια που είναι στην πραγματικότητα ο πιο εγωιστικός, ο πιο κοντόφθαλμος όλων των υποκριτικών ωφελιμισμών. Στον πραγματικό κόσμο τίποτα δεν είναι ανώτερο από τον ωφελιμισμό. Σε μια κοινωνία όπου οι τάξεις βρίσκονται αντιμέτωπες υπάρχει πάντα ο ωφελιμισμός είτε μιας τάξης είτε κάποιας άλλης. Είμαστε λοιπόν ωφελιμιστές, οι ωφελιμιστές της προλεταριακής επανάστασης κι αντιπροσωπεύουμε το σημερινό και μελλοντικό συφμέρο των 90% του πληθυσμού. Είναι ο ωφελιμισμός του απώτερου και πλατύτερου σκοπού. Μερικά έργα γίνονται για την ευχαρίστηση του εαυτού ή ενός περιορισμένου κοινού και, όταν δεν είναι βλαβερά, δεν έχουν ενδιαφέρο για το λαό. Να προσπαθήσεις να τα πουλήσεις και να τα μεταχειριστείς σαν προπαγάνδα με το σκοπό να πραγματοποιήσεις έναν ωφελιμιστικό ατομικό σκοπό ή για κέρδος ενός στενού κύκλου, θα ήταν μια προσβολή για το πλατύ κοινό. Μια ερμητική πνευματικότητα δε θα είχε την έγκριση του λαού.
Από τη στιγμή που θα κατορθώσουμε να λύσουμε τα βασικά προβλήματα κι αρχές (δηλαδή να εργαζόμαστε για τους εργάτες, αγρότες και στρατιώτες) και τα μέσα για να πετύχουμε το σκοπό αυτό, τα άλλα ρωτήματα, όπως θέση, στάση, αντικείμενο, ύφος, περιεχόμενο, να γράφουμε για το φως ή για τα σκοτάδια, να ενωθούμε ή όχι, ωφελιμισμός στενός, ωφελιμισμός που αποβλέπει σ’ έναν πλατύτερο κι απώτερο σκοπό –όλα τα ρωτήματα αυτά– λύνονται μόνα τους. αν είμαστε σύμφωνοι πάνω στη βασική αυτή αρχή, τότε οι λογοτεχνικοί και καλλιτεχνικοί μας εργάτες, οι σχολές μας της λογοτεχνίας και των καλών τεχνών, τα περιοδικά, σώματα, λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά μας κινήματα, πρέπει να εργάζονται για την πραγματοποίηση της αρχής που προσδιορίσαμε. Να αποχωριστούμε την αρχή αυτή θα ήταν λάθος κι ότι φεύγει μακριά της θα πρέπει, σε περίπτωση που κάτι τέτοιο συμβεί, να διορθώνεται.
Πηγή: mauroflight

1 σχόλιο:

ΑΛΕΠΟΥ είπε...

"Εχτός από την ανύψωση που άμεσα αφορά το λαό, υπάρχει ένα άλλο είδος ανύψωσης που συμπληρώνει κι αυτό, έμμεσα μα όχι λιγότερο αναγκαία, μια ανάγκη του λαού: η ανύψωση των πρωτοπόρων οδηγών τους. Οι οδηγοί αυτοί είναι τα προχωρημένα στοιχεία των μαζών, έχουν όχι μόνο τη μόρφωση που απόχτησαν οι μάζες, μα, καθώς οι δυνατότητές τους είναι μεγαλύτερες από των μαζών, λογοτεχνία και τέχνη ακόμα ανώτερες που είναι απαραίτητες."

Πόσο συχνά το ξεχνάμε αυτό, και σε πολιτιστικό και σε πολιτικό επίπεδο, στο όνομα υποτίθεται του μαρξισμού; Στο όνομα της "σύνδεσης με τις μάζες" και της "πλατύτητας" να κυριαρχεί η αμορφωσιά, η μη ενασχόληση με την τέχνη, με την επιστήμη; Πράγμα απαράδεκτο για κομμουνιστές.

Πρέπει να κάνουμε την αυτοκριτική μας σε αυτό τον τομέα.