Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Γουστάρουμε περί Avant- Garde, γουστάρουμε περί σοσιαλιστικός ρεαλισμός, γουστάρουμε περί τέχναι.. Καπέλο μας.


Σαν τελευταία ανάρτηση για το 2012 , αναδημοσιεύω ένα εξαιρετικό κείμενο του "Γκράνμα", για την τέχνη στην ΕΣΣΔ, αλλά και τη μορφή της τέχνης στο σήμερα.





Ξεκινάμε με μια λέξη: Avant-Garde.

Η παρεξήγηση είναι άμεση συνεπαγωγή. Στο μυαλό έρχεται η Μαρίνα Λαμπράκη- Πλάκα, ή κάποια νεαρά κορασίδα των εξαρχείων με σπουδές στην καλών τεχνών να ξεστομίζει με στόμφο αυτή την έκφραση προς τον κοινό θνητό που είναι πασέ και δεν μπορεί να καταλάβει την προχό αποθέωση του τίποτα, που του πασάρει η δείνα έκθεση ή η τάδε μπιενάλε.

Κι όμως πόσοι από μας έχουν αναρωτηθεί τι σημαίνει αυτή η λέξη η Γαλλικιά?

Avant Garde θα πει προκεχωρημένη βάρδια, δηλαδή εμπροσθοφυλακή ή ακόμα καλύτερα πρωτοπορία.

Πόσοι ξέρουμε επίσης ότι για παράδειγμα το ίδιο το αβανγκαρντιστικό ρεύμα της πρωτοπόρας τέχνης άνθισε και κάρπισε στη νεαρά επαναστατημένη χώρα των Σοβιέτ και όχι στα μεγάλα σαλόνια της εσπερίας?

Οι επίσης περίεργες λέξεις Σουπρεματισμός (Suprematisme), (σε καθαρά ελληνικά Υπερβατισμός, αλλά αν υπήρχε καθαρότητα στη γλώσσα, το σοσιαλισμό θα τον λέγαμε κοινωνισμό), ή Κονστρουκτιβισμός(Constructivisme), ή Φουτουρισμός (Futurisme), είναι καλλιτεχνικές οντότητες που βρήκαν τις υλικές προϋποθέσεις για να αναπτυχθούν σε τεράστιο βαθμό, πάνω στην πρώιμα εγκαθιδρυμένη σοσιαλιστική πατρίδα?

Σκοπός μου βέβαια δεν είναι να αναλύσω ένα, ένα αυτά τα ρεύματα και ούτε τόσο εξειδικευμένες γνώσεις έχω για να το κάνω. Ο λόγος για τον οποίο αναφέρομαι σε αυτούς τους όρους είναι σαφής. Καλλιτέχνες όπως ο κονστρουκτιβιστής εικαστικός El Lissitzky, ο φωτογράφος- εικαστικός Alexander Rodchenko, ο κονστρουκτιβιστής αρχιτέκτονας- ζωγράφος Vladimir Yevgrafovich Tatlin, η κυβίστρια ζωγράφος Lyubov Popova ο φουτουριστής ποιητής Vladimir Vladimirovic Mayakovski, οι πρωτοπόροι κινηματογραφιστές Dziga Vertov, Sergei Eisenstein, θεωρητικοί του θεάτρου και της σκηνογραφίας όπως οι Constantin Stanislavski και Vsevolod Meyerhold και μυριάδες άλλοι στους οποίους δεν κάνω αναφορά είναι κομμάτι, μιας απίστευτου πλούτου παράδοσης στις τέχνες και τα γράμματα που έχει τη σφραγίδα του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε.

Κι όμως με μικρές εξαιρέσεις πρόκειται για καλλιτέχνες που εμείς στην καπιταλιστική Ελλάδα δεν γνωρίσαμε (ακόμα και οι κομμουνιστές σχετικά αγνοούν, αλλά αυτό είναι δεμένο με το γενικό). Θα μου πει κανείς εδώ δεν γνωρίσαμε τους Έλληνες, θα μάθουμε τους Ρώσους.. Αλλά ούτε αυτό θέλω να εξετάσω στην παρούσα. Γιατί ουσιαστικά η τεράστια αυτή ανθοφορία της επαναστατικής τέχνης για να υπάρξει πάτησε πάνω σε μια αντικειμενικότατη συνθήκη, η οποία λέγεται σοσιαλισμός και παροχή των προϋποθέσεων για να παράξει κανείς υψηλή τέχνη και ρεύματα. Έτσι λοιπόν εμπειρικά μίλησα για τις συνθήκες στις οποίες γεννιούνται καλλιτεχνικά ρεύματα. Και ένα γκουγκλαρισμα στον καθένα από αυτά τα ονόματα ίσως μας φέρει και λίγο πιο κοντά στο για τι είδους καλλιτέχνες μιλάμε, έστω και μέσα από τα ταξικά γυαλιά του καπιταλιστικού ίντερνετ.

Λέει λοιπόν ένα νέο ελληνικό τραγούδι:

«Βλέποντας νέους ζωγράφους να ξεπηδούν απ’ τη διαφήμιση.
Κι από τους βρώμικους κόλπους της δημοσιογραφίας ένα νέο κύμα λογοτεχνίας.
Απ’ τις κατώτερες τάξεις φιλοσόφων παρατάξεις απ’ τις προνομιούχες κοινωνικές αναταράξεις».


Αντίστοιχα ενδιαφέρον είναι να δει κανείς το, πόσο κοντά στις μάζες ήταν αυτή η καλλιτεχνική δημιουργία. Με πιο σύνθετα λόγια το λαογέννητο καθεστώς τους πρόσφερε τις υλικές δυνατότητες να δημιουργήσουν, κατά πόσο όμως οι ίδιοι ανταποδοτικά επέστρεφαν στην κοινωνία το άϋλο αγαθό της τέχνης τους και πόσο προσιτή τους ήταν αυτή η τέχνη? Για ένα σοσιαλιστικό καθεστώς άλλωστε σημασία δεν έχει μονάχα το να παράγεις υψηλή τέχνη, όσο η τέχνη σου αυτή να μορφώνει, να βγάζει στην επιφάνεια την αισθητική απόλαυση και τον προβληματισμό στα αραχνιασμένα από τον τσαρισμό και τις κακουχίες μυαλά του λαού της χώρας.

Έτσι όπως λέει και ο στίχος του τραγουδιού πιο πάνω συνέβη και διαλεκτικά απέδοσε και το αντίστροφο. Άνθρωποι που ενηλικιώθηκαν σε ένα καπιταλιστικό περιβάλλον ξεπετάχτηκαν και δημιούργησαν καλλιτεχνικά υπό τις νέες υλικές συνθήκες του σοσιαλισμού και απέδωσαν νέο περιεχόμενο ακόμα και στο πως ΠΡΟΣΙΤΑ ανταποδίδεται η τέχνη στο λαό. Αντίστοιχα το έργο αστοθρεμένων και μετέπειτα εμιγκρέδων (ή και εμιγκρέδων που παλινόστησαν μετέπειτα πχ Προκόφιεφ) άνοιξε στο ευρύ κοινό που το αγνοούσε.

Ο Μαγιακόβσκι με τον Ρόντσενκο συνεργάστηκαν άρτια σαν διαφημιστές, παράγοντας αφίσες για ψωμί και.. πιπίλες. Οι αφίσες του Λισίτσκι αφισοκολλούνταν καλώντας το λαό να ξεσηκωθεί στον εμφύλιο και να σαρώσει τους Λευκούς αντεπαναστάτες. Ο Ντζίγκα Βέρτοβ μαζί με μια πλειάδα άλλων καλλιτεχνών όργωναν τη χώρα με το «τρένο της Αγκιτ- Προπ» και έφερναν ακόμα και στα πιο απομακρυσμένα χωριά της Σιβηρίας το σινεμά, τη ζωγραφική και τα γράμματα. Το Ερμιτάζ από παλάτι έγινε μουσείο και η σύγχρονη και μοντέρνα τέχνη απλώθηκε πλατιά στο λαό, οι ταινίες του Αϊζενσταϊν προβάλλονταν παντού, η μουσική του Προκόφιεφ έγινε προσιτή με δωρεάν εισιτήρια, με την τάχιστη πάταξη του αναλφαβητισμού ο λαός ήρθε σε επαφή με τον Πούσκιν, το Ντοστογιέφσκι και το Γκόγκολ. Μια πανσπερμία ενώσεων και πρωτοπόρων συλλογικοτήτων, όπως πχ το “ΛΕΦ” (Left Front of Arts στα αγγλικά) με θεωρητικούς όπως ο Όσιπ Μπρικ και Μαγιακόβσκι ή ο “Κύκλος του Οκτώβρη” με πρωτεργάτες τους Ροντσενκο και Μπόρις Ιγκνάτοβιτς κατέκλυσε τη Σοβιετική Ένωση.




Ο θεωρητικός του Λ.Ε.Φ. Osip Brik μέσα από το φωτογραφικό φακό και την πρώιμη τέχνη του μοντάζ του Alexander Rodtchenko



Μια νέα αντίληψη γεννιέται..

Αυτά τα πρωτοπόρα στη μορφή πολιτιστικά ρεύματα εντάχθηκαν αρμονικά στην σοβιετική παράδοση που δεν έμεινε σε αυτές μόνο τις δάφνες. Αναδείχτηκαν θεωρητικές επεξεργασίες όπως ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός με θεωρητικό θεμελιωτή το Μαξίμ Γκόρκι που συμπύκνωσε με τη διακήρυξή του το ιδανικό της σύγχρονης θεώρησης του καλλιτέχνη προς τον κόσμο. Χωρίς να θέλω να σταθώ για να μην ξεστρατίσω και λόγω χώρου στο τιτάνιο αυτό θέμα, είναι σημαντικό να κατανοηθεί ότι παρά τις πολλές στρεβλώσεις του, ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός δεν είναι ένα καλλιτεχνικό ρεύμα, μια καλλιτεχνική μορφή ή νόρμα σαν αυτές που ανέφερα παραπάνω. Είναι μια θεωρητικοποίηση του πως μπορεί να ιδωθεί η τέχνη στη στράτευσή της για μια μη εκμεταλλευτική κοινωνία, είναι ένα παράθυρο μέσα από το οποίο ο καλλιτέχνης μπορεί να δει τον κόσμο με τα πραγματικά βάρβαρα χαρακτηριστικά του, με σκοπό να μεταδώσει αυτή την εικόνα σε κάθε άνθρωπο- δεσμώτη του κόσμου στον οποίο ζούμε.

Δεν μιλάμε απλώς για το δόγμα «η τέχνη για τον άνθρωπο», το οποίο ο αστικός κόσμος εύκολα καπηλεύεται και μας το διδάσκει και το ίδιο το αστικό σχολείο, όσο για το πολύ ουσιαστικότερο «η τέχνη για τον καταπιεσμένο άνθρωπο», «η τέχνη κόντρα στους δυνάστες του ανθρώπου». Όπου καταπιεσμένος άνθρωπος είναι αυτός που τάσσεται με την πλευρά της εργασίας και δυνάστης είναι το κεφάλαιο σε μια πρώτη ανάγνωση. Κι αν καθαρό μας είναι να δούμε το τι σημαίνει δυναστευόμενος άνθρωπος, στη θέση του δυνάστη δεν βάζουμε μόνο του κεφαλαιοκράτες και τους πολιτικούς του εκφραστές αλλά και όλες τις παρεπόμενες συνέπειες της ταξικής σκλαβιάς χιλιετιών. Δυνάστης είναι η ευτέλεια και η αμορφωσιά που αναπαράγουν οι ίδιες οι σχέσεις εργασίας αλλά και η πολιτιστική τους έκφραση στο εποικοδόμημα, είναι ο μιθριδατισμός στην ευτέλεια και στη βαρβαρότητα που εκλεπτυσμένα καλλιεργείται καθημερινά στο φάσμα των ιδεολογικών μηχανισμών όπως τα ΜΜΕ και η εκπαίδευση, είναι οι βιομηχανίες του θεάματος και τα πρότυπα που σερβίρονται σε ποσότητες που θα μπορούσαν να ναρκώσουν ελέφαντα και όχι απλά άνθρωπο.

Δυνάστης θα μπορούσε αν το βλέπαμε αυτοκριτικά και εμείς οι κομμουνιστές, να είναι και η μηχανιστική προσέγγιση πάνω στην τέχνη (και δη στη στρατευμένη) που και εμείς οι ίδιοι έχουμε διαμορφώσει στους ίδιους μας τους εαυτούς, επηρεασμένοι από την κοινωνία στην οποία ζούμε ή και σε στρεβλώσεις που μας έρχονται από το πρόσφατο παρελθόν μας. Συμπερασματικά λοιπόν πρέπει να δηλώσουμε κατηγορηματικά ότι σαν σοσιαλιστικό ρεαλισμό δεν εννοούμε μια σοσιαλιστική εκδοχή του αστικού ρεαλιστικού ρεύματος στην τέχνη, όπως τα (αριστουργηματικά) μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι, του Μπαλζάκ και του Ζολά που με αληθινό τρόπο και ψυχογραφικά περιέγραφαν την αληθινή εικόνα των πραγμάτων με μια πραγματιστική σκοπιά, αλλά κάτι απείρως ευρύτερο αυτού. Για την ακρίβεια μιλάμε για μια α-πει-ρο-μο-ρφη κοσμοθεώρηση.

Κοινώς για να το κάνουμε πιο λιανά, σε αυτόν εμπεριέχεται ΚΑΘΕ εκφραστική μορφή που δύναται να υπάρξει, ρεαλιστική, σουρεαλιστική, κυβιστική, πουαντιγιστική, ιμπρεσιονιστική, φουτουριστική, πανκ, ποπ-αρτ, ροκ, ρέγγε, δόγμα 95, παραδοσιακή, ελαφρολαϊκή κι ότι άλλο μας καπνίσει με μια μονάχα προϋπόθεση: η τέχνη αυτή να μη γυρνάει ελιτίστικα την πλάτη στον κοινωνικό προβληματισμό και ενεργά να παίρνει μέρος στην άρση της αντίθεσης προς το συμφέρον του δυναστευόμενου και όχι του καταπιεστή. 



Η αστική θεώρηση κόντρα στο πρωτοπόρο, αποθεώνει το «μεταμοντέρνο».

Ο «μεταμοντερνισμός» επί της ουσίας δικαιώνεται μέσα από την ανάδειξη της φόρμας σε βάρος του περιεχομένου. Η ανάγκη για δημιουργία, το κυνήγι του εντυπωσιασμού η έλλειψη κοινωνικού προβληματισμού αποθεώνονται, και συχνότατα όσα μας πλασάρονται σαν «μεταμοντέρνα», είναι η επανάληψη ενός παλιού περιεχομένου με νέα μέσα που αναδεικνύουν μια πιο εκσυγχρονισμένη μορφή (η χρήση νέας τεχνολογίας βοηθά για αυτό τον εκτροχιασμό), χωρίς να αποκλείεται και η ίδια η επανάληψη και ο μηρυκασμός ακόμα και της ίδιας μορφής.


Διαφημιστική αφίσα Ροντσενκο και Μαγιακόφσκι: «Καλύτερες πιπίλες δεν υπήρχαν δεν υπάρχουν. Τις πιπιλάνε όλοι μέχρι να γεράσουν. Πωλούνται παντού. Τραστ προϊόντων από ρητίνη»

Στο φαινόμενο αυτό βέβαια βοηθά όχι μόνο η ίδια η καλλιτεχνική δημιουργία, όσο το μέσο το οποίο την αναπαράγει και τη διαχέει στην κοινωνία, μετατρέποντάς την σε εμπόρευμα. Με απλά λόγια πχ το σπρώξιμο μιας ταινίας από την κιν/φική βιομηχανία και τις εταιρείες διανομής, οι διθυραμβικές κριτικές από αργυρώνητους κριτικούς τέχνης σε σκουπίδια, οι εταιρείες promotion που με συγκεκριμένα κριτήρια αναδεικνύουν ή θάβουν, οι εφημερίδες και τα περιοδικά που διαμορφώνουν συρμό και αποθεώνουν την τέχνη του «προχώ-τίποτα» και διαδικασίες που όλοι βλέπουμε γύρω μας διάχυτες και οδηγούν στην απολυτοποίηση της τέχνης-εμπόρευμα.

Μεγάλη κριτική άλλωστε χωράει και στον ίδιο τον όρο μεταμοντερνισμός ο οποίος κατά την ταπεινή άποψη του γράφοντος, διαλεκτικο-υλιστικά (μαρξιστικά) αποτελεί αντίφαση εν τοις όροις. Άλλωστε το «μοντέρνο» στην τέχνη ακόμα και γραμματολογικά, εννοιολογικά αναλύεται σε 2 στοιχεία, 1) στο σχετικά σύγχρονο έργο (και λέμε σχετικά γιατί δεν δύναται να οριστεί εύκολα το παρόν ως έννοια) ή αλλιώς πρόσφατα παρελθοντικό, και 2) το ενταγμένο σε ένα (εξελικτικό) προτσές έργο, που αποτυπώνεται σε μια μορφή κι ένα περιεχόμενο μέσα στο χρόνο, διαμορφώνοντας μια καλλιτεχνική τάση. Έτσι ουσιαστικά δεν μπορεί να θεωρηθεί κάτι ως «μεταμοντέρνο» αφού χρονικά το έργο αυτό παράχθηκε σε ένα σχετικά ορισμένο, «σύγχρονο παρόν» χρονικά και ως προς την ένταξή του στο προτσές, το έργο όσο καινοτόμο και να είναι σε μορφή και περιεχόμενο, προέκυψε από συγκεκριμένες, σύγχρονες αντιφάσεις που οδήγησαν στην ύπαρξή του και όχι από παρθενογένεση που δεν εντάσσεται σε κάτι σύγχρονο και συνεπώς «μοντέρνο». Έτσι ουσιαστικά όταν μιλάμε για ένα έργο, που πιθανά μπορεί να είναι μπροστά από την εποχή του, πολύ πιο δόκιμος από το «μεταμοντέρνο» είναι ο όρος πρωτοπόρο ή έστω δυνητικά πρωτοπόρο έργο τέχνης.

Τέλος να σημειωθεί ότι το «μεταμοντέρνο» είναι ένα πιο «εκλεπτυσμένο» ρεύμα τέχνης που το σύστημα χρησιμοποιεί για τη χειραγώγηση κυρίως της εργατικής διανόησης και του πιο ειδικευμένου κομματιού της εργατικής τάξης, αφού για τα χαμηλότερα στρώματα της, το σύστημα αρκείται στο απλώς ευτελές και λούμπεν, που εύκολα, κριτικάρει κανείς.

Το τραίνο της Αγκίτ Προπ στο youtube:


 

Τι κάνουμε σήμερα?

Είναι λοιπόν ολοφάνερο το συμπέρασμα που προκύπτει από τα παραπάνω. Και μπορεί να δώσει και απάντηση σχετικά με την κλάψα που κατά καιρούς κυκλοφορεί, γύρω από τη σιωπή των διανοουμένων και των καλλιτεχνών και την έλλειψη μιας νέας γενιάς που θα εκφράσει από σύγχρονη σκοπιά την πρωτοπόρα στρατευμένη τέχνη. Η απάντηση λοιπόν έχει ως εξής. Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει ανισομετρία στην ανάπτυξη του κινήματος και στις εκφραστικές καλλιτεχνικές του μορφές. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, ότι η πανσπερμία πρωτοπόρων καλλιτεχνών στην ΕΣΣΔ ήρθε μετά την επανάσταση του 1905 και η έκρηξή της με την προλεταριακή επανάσταση του 1917. Δεν είναι τυχαίο ότι μορφές όπως οι Ρίτσος, Θεοδωράκης, Βάρναλης, Λειβαδίτης, Θ. Αγγελόπουλος, Αναγνωστάκης, ή Νερούδα, Πικάσο, Λόρκα, Μπρεχτ, Χικμέτ, Σοστακόβιτς, Ταρκόφσκι και τόσοι άλλοι δημιούργησαν την εποχή που δημιούργησαν υπό την επιρροή των συγκεκριμένων ιδεών που τους επηρέασαν.

Όπως εύστοχα έχει αναφέρει ο Άθλιος παλιότερα, δεν είμαστε λίγοι επειδή είμαστε σκόρπιοι, είμαστε σκόρπιοι επειδή είμαστε λίγοι.

Η κάλυψη της ανισομετρίας είναι πρωταρχικά επιφορτισμένη στο κίνημα που θα αναδείξει τις νέες μονάδες και συλλογικότητες. Όμως και οι ίδιες οι σκεπτόμενες μονάδες μπορούν ως ένα σημείο να καλύψουν κάπως το χάσμα μέσα από τις συλλογικές διαδικασίες, τον κοινό προβληματισμό και την κοινή δράση. Όσο πιο γρήγορα καλυφθεί αυτή η απόσταση τόσο πιο ανεκτική στη διαφορετικότητα και στην πρωτοπορία, χωρίς στρεβλώσεις και παρερμηνείες θα είναι και η κοινωνία που θα διαπλάσουμε στο επαναστατικό μέλλον που ονειρευόμαστε και δρούμε γι’ αυτό.

Δε θα αρκούσε λοιπόν μια παρότρυνση «εμπρός για τη νέα στρατευμένη τέχνη, γιατί κουφάλες δεν ξοφλήσαμε» όσο αυτή δεν εντάσσεται σε τρόπους δράσης που θα μπορούσαν να αναδείξουν μια δυνάμει νέα πρωτοπορία σε κοινό βηματισμό με το κίνημα.

Δεν αρκεί μια διακήρυξη για να δημιουργηθεί ένα νέο πολιτιστικό ρεύμα. Αν ήταν έτσι η κάθε γκρούπα αναρχοκαλλιτεχνών θα είχε σχηματίσει κι από ένα τέτοιο μόνη της. Η ίδια η ύπαρξη ενός έργου αναδεικνύει την ένταξή του σε ένα ρεύμα. Η διακήρυξη του ρεύματος έρχεται από τη στιγμή που αυτό συστηματοποιηθεί και ενταχθεί στη χιονοστιβάδα του στρατευμένου στο πλαϊ της εργατικής τάξης καλλιτεχνικού προτσές.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε. Η ιστορία ξερνάει την ευτέλεια και η κοινωνική γείωση έρχεται εκεί που δεν την περιμένεις. Το ζητούμενο μας λοιπόν είναι να βρούμε τις διόδους για να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις μιας τέτοιας αντεπίθεσης στο κίνημα και στην τέχνη του λόγου, της κίνησης, του ρυθμού στο πλαϊ της κοινωνικής απελευθέρωσης και παράλληλα στο σήμερα να προτείνουμε τρόπους στους οποίους ανενδοίαστα ο νέος θα δημιουργεί χαράσσοντας αυτό το δρόμο. Η παράδοση που σέρνουμε στην πλάτη μας είναι τεράστια αρκεί να κοιταχτούμε στον καθρέφτη και να δούμε το φορτίο μας.

Διότι πάσα έργο δε σάχνεται για χαβαλέ, είναι να διδάχνει κιόλας..:



Καπέλον μας.


ΥΓ:
Πόσοι άραγε δεν έχουν κριτικάρει την αισθητική της ΕΣΣΔ και του σοσιαλισμού σαν "παρωχημένη"; Ενώ την ίδια στιγμή, η διακόσμηση στο κινητό τους, το wallpaper στο πισί τους, ή η αφίσα του προϊόντος που καταναλώνουν, είναι μια "μεταμοντέρνα" εκδοχή της αισθητικής της ρωσικής πρωτοπορίας; Και πόσο υποτιμούν τα ζητήματα αυτά οι αριστεροί, σαν ζητήματα της υψηλής διανόησης!


Θα κλείσω με μια πολύ επίκαιρη ναζιστική αφίσα που επιτίθεται στον μπολσεβικισμό:



Πέραν των άλλων ψεύτικων διλημμάτων που βάζει, όπως "Μητέρα ή Συντρόφισσα", στον τομέα της μουσικής λέει: "λαϊκή μουσική η τζαζ"; Προσπερνάω την ηλιθιότητα του ναζισμού που μάλλον δε θεωρεί την τζαζ μουσική με λαϊκές ρίζες.

Και αναρωτιέμαι πώς στην "παρωχημένη" καλλιτεχνικά ΕΣΣΔ, οι νέοι στα μπαράκια της Μόσχας και του Λένινγκραντ, απολαμβάνανε το "αφάν-γκατέ" της σημερινής "μεταμοντέρνας" τέχνης: τζαζ και κονστρουκτιβισμό. Και μάλιστα όχι σε ξαναζεσταμένη εκδοχή. Φρέσκια, νέα και πρωτοπόρα.

Ευτυχισμένο και αγωνιστικό το 2013.

2 σχόλια:

Διεθνιστής είπε...

Το μοντέρνο δεν είναι το σύγχρονο πολλοί το μπερδεύουν.το μοντέρνο είναι μια ολόκληρη περίοδος στην τέχνη που ξεκινάει απο τις αρχές του 20ου αιώνα ...τίμιο κείμενο πλην απλουστευτικο

ΑΛΕΠΟΥ είπε...

Όντως το μοντέρνο καλύπτει μια συγκεκριμένη περίοδο και δεν ταυτίζεται με το σύγχρονο -είναι άλλο πράγμα.

Όμως δεν θεώρησα σκόπιμο να αναφερθώ σε αυτή τη λεπτομέρεια, γιατί κατά τα άλλα το κείμενο συνδέει με άριστο τρόπο την πρωτοπορία με τη σημερινή κατάσταση, και ειδικά με τον δήθεν "μεταμοντέρνισμο".