Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Για τις θέσεις του ΚΚΕ στο θέμα της παλινόρθωσης και του σοσιαλισμού.(Βασίλης Σαμαράς )







 


(Ένα κείμενο που κανείς δεν πρέπει να χάσει !)


 








Θα παρουσιάσουμε στο μπλόγκ μας το κείμενο του Βασίλη Σαμαρά για τις θέσεις του ΚΚΕ για την παλινόρθωση και τον σοσιαλισμό .Ο Βασίλης Σαμαράς είναι ένα ιστορικό στέλεχος του μλ κινήματος της Ελλάδας ,γεννημένος στην Πτολεμαίδα το 1945 δέχτηκε τις επιδράσεις της μετεμφυλιακής περιόδου αλλά και του αριστερού κομμουνιστικού κινήματος απο νωρίς.Συμμετείχε στους αγώνες του λαικού κινήματος απο τα μαθητικά του χρόνια ,με την ένταξη του στη νεολαία της ΕΔΑ Πτολεμαίδας . Περνώντας στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης συνεχίζει την δράση του στη νεολαία της ΕΔΑ ,ενώ με την ίδρυση των Λαμπράκηδων γίνεται δραστήριο μέλος τους .Γρήγορα συνειδητοποιεί την αναγκαιότητα οικοδόμησης και ανάπτυξης ενός επαναστατικού κομμουνιστικού ρεύματος που θα απαντά στη μεταρρυθμιστική συνδιαλλακτική πολιτική που το παλιό ΚΚΕ ασπάστηκε μετά την άνοδο του Χρουστσόφ.Εντάχτηκε στις γραμμές της ΠΠΣΠ .Η δικτατορία τον βρίσκει να αγωνίζεται μέσα απο τις γραμμές της ΟΜΛΕ. Η στράτευση του στο ΚΚΕ(μ-λ) επέτρεψε την ολόπλευρη σύνδεση των γνώσεων του με τις απαιτήσεις για την οικοδόμηση μιας γραμμής ρήξης με το εκμεταλλευτικό σύστημα που ζούμε. Το εν λόγω κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό αντίθεση(τεύχος 5 Ιούνιος του 2010) των εκδόσεων εκτός των τειχών. Κατά γενική ομολογία η ανάλυση είναι βαθιά και ακριβής .

(λόγω του μεγάλου μεγέθους του κειμένου θα παρουσιαστεί σε 3 συνέχειες )


ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ


Α. ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΛΙΝΟΡΘΩΣΗΣ


Η ΗΓΕΣΙΑ ΤΟΥ ΚΚΕ ΚΑΙ ΤΟ ΥΠΑΡΞΙΑΚΟ ΤΗΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑ


Το Φλεβάρη του 2009 δημοσιοποιήθηκαν οι αποφάσεις του 18ου Συνεδρίουτου ΚΚΕ - το δεύτερο θέμα τους αφορούσε τις «Εκτιμήσεις και συμπεράσμα-τα από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα με επίκεντρο την ΕΣΣΔ- Η αντίληψη του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό». Σ' αυτές τις εκτιμήσεις επιχειρείται μια -κατά την αντίληψη της ηγεσίας του ΚΚΕ ερμηνεία της παλινόρθωσης στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες και η ανάπτυξη της αντίληψης του ΚΚΕ γιατο σοσιαλισμό. Ταυτόχρονα, και στην ίδια πάντα βάση, η υπεράσπιση τηςπροσφοράς του κομμουνιστικού κινήματος, της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, της συμβολής του Στάλιν σ' αυτήν την πορεία.Θα μπορούσε να δει κανείς έως και θετικά την όλη προσπάθεια αν ταπράγματα είχαν ακριβώς ή μόνον έτσι. Πολύ περισσότερο που η κίνηση αυτήτου ΚΚΕ - και ιδιαίτερα οι αναφορές στον Στάλιν- δέχτηκε επίθεση από πολλές πλευρές. Τις πιο εμπαθείς μάλιστα από χώρους και παράγοντες που έχουν «αφομοιώσει» πως στις σημερινές συνθήκες η αποκήρυξη του Στάλιν και του «σταλινισμού» είναι κάτι σαν πιστοποιητικό «εγκεκριμένου αριστερού».Θα μπορούσε ακόμα να προσπεράσει τα λάθη, τις αδυναμίες, τις ανεπάρκειες των εκτιμήσεων, εάν επρόκειτο απλώς και μόνο για τέτοιες. Έτσι ή αλλιώς, στις απαντήσεις στα μεγάλα και σύνθετα προβλήματα που έχουν τεθεί θα προχωρήσουμε μέσα από τα -αναπόφευκτα- λάθη, αδυναμίες και ανεπάρκειές μας.


Το ζήτημα ωστόσο -και είναι το κύριο στην περίπτωση- είναι ότι με όλα αυτά η ηγεσία του ΚΚΕ προχωράει συνειδητά στην αναπαραγωγή, εξωραϊσμό και παγίωση μιας στρεβλής κατεύθυνσης. Μιας κατεύθυνσης και μιας λογικής που την έχουν ήδη πληρώσει ακριβά το κίνημα, η εργατική τάξη και συνολικά οι λαϊκές μάζες.Ποιο πρόβλημα αντιμετωπίζει, σε τι απαντά και με ποιον τρόπο η ηγεσία του ΚΚΕ. Η βάση όλων αυτών βρίσκεται στο πρόβλημα ταυτότητας που αντιμετώπισε το ΚΚΕ μετά τις ανατροπές του 1989-1991 και που στις συγκεκριμένες συνθήκες έπαιρνε διαστάσεις και χαρακτηριστικά υπαρξιακού προβλήματος. Άλλωστε δεν ήταν το μόνο. Οι μεταβολές που πυροδοτήθηκαν από αυτές τις εξελίξεις σε παγκόσμια πλέον κλίμακα έθεσαν ανάλογου χαρακτήρα ζητήματα στο σύνολο των (όχι μόνο αριστερών και όχι μόνο πολιτικών) δυνάμεων σ' όλον τον κόσμο. Το πώς αντιμετώπισε ή τα αντιμετωπίζει και σήμερα η κάθε δύναμη είναι ένα άλλο ζήτημα.Ως προς τον πιο συγκεκριμένο προσδιορισμό του προβλήματος, το ολοφάνερο είναι πως η κατάρρευση της ΣΕ, μιας δύναμης από την οποία αντλούσε υπόσταση και κύρος η ηγεσία του ΚΚΕ, αφαιρούσε κυριολεκτικά το έδαφος κάτω από τα πόδια της. Άλλο τόσο σημαντικό ήταν το ότι μαζί με την ΣΕ κατέρρευσε και το ιδεολογικό πολιτικό σύστημα αναφοράς στη βάση του οποίου λειτουργούσε και δρούσε πολιτικά το ΚΚΕ. Ακόμη περισσότερο, όλα αυτά είχαν και τις πολύ συγκεκριμένες «υλικές» (οργανωτικές) τους συνέπειες. Έναμεγάλο κομμάτι του ΚΚΕ -από την κορυφή μέχρι τη βάση αποσπάστηκε και προσχώρησε στην «αναθεωρητική» πτέρυγα του ρεφορμισμού (ΣΥΝ). Πριν απ' αυτό, «ορθόδοξοι» και «αναθεωρητές» από κοινού είχαν προλάβει να διαγράψουν στελέχη του ΚΚΕ και το σύνολο σχεδόν της ΚΝΕ που διαφωνούσαν με τη φάρσα της «κάθαρσης» και την τραγωδία της «συγκυβέρνησης» στις οποίες είχε συμπράξει το ΚΚΕ.Απέναντι σ' όλα αυτά, η αντίδραση της ηγεσίας του ΚΚΕ ήταν να γαντζωθεί «σ' αυτά που ήξερε», εξορκίζοντας στην ουσία τις εξελίξεις και αρνούμενη να δει τα ζητήματα που έθεταν. Η «ερμηνεία», λ.χ., της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, την οποία απέδωσε στην προδοσία κάποιων ηγετικών στελεχών που «διαβρώθηκαν από τον ιμπεριαλισμό»,δεν ήταν παρά μια πανικόβλητη έκφραση αυτής της τάσης. Άλλο τόσο η αναζήτηση «πλάτης» στον Ζουγκάνοφ και στην… Κίνα που έως τότε την κατήγγελλε για τα μύρια όσα. Όσο για το ότι μετά από όλα αυτά η κα Παπαρήγα μπορούσε να ισχυρίζεται ότι οι θέσεις του ΚΚΕ επαληθεύτηκαν σ' όλη τους τη γραμμή και σ' όλη τουτην πορεία, μη βιαστεί κανείς να δώσει τον πρώτο χαρακτηρισμό που αυθόρμητα του 'ρχεται. Πως πρόκειται δηλαδή για θράσος. Περισσότερο αποτέλεσε έκφραση απελπισίας με μια δόση αυτού που στο δικό τους γλωσσικό ιδίω-μα οι νέοι χαρακτηρίζουν αφασία. Μια τέτοιου είδους, ωστόσο, «ερμηνεία»της παλινόρθωσης και ανάλογου χαρακτήρα αντιμετώπιση των εξελίξεων έμπαζε από παντού. Έτσι η ηγεσία του ΚΚΕ αναγκάστηκε να προχωρήσει σε μια διαδικασία παραπέρα εξέτασης των ζητημάτων (1995). Ωστόσο, παρ' ότι επιχειρήθηκε να τεθούν ορισμένα ζητήματα, υπήρξε ένας σαφής «αυτοπεριορισμός» ώστενα μην τεθεί υπό αίρεση η βασική συλλογιστική της ηγεσίας του ΚΚΕ. Έτσι,αυτό που έβγαινε συνολικά από την όλη απόπειρα ήταν μια βελτιωμένη αναπαραγωγή των αντιλήψεων στη βάση των οποίων αντιμετωπιζόταν το ζήτημα και των ήδη προκαθορισμένων εκδοχών «ερμηνείας». Σ' αυτή τη βάση είχαμε μια «μετάθεση» στην ουσία της φάσης της προδοσίας των ηγετώντης ΣΕ λίγο πιο πίσω (δεκαετία 1980).



Διαβάζουμε λ.χ. «[...] στη δεκαετία του '80-90 [...] δημιουργήθηκαν πολιτικές προϋποθέσεις που άνοιξαν τοδρόμο στη διαδικασία παλινόρθωσης των καπιταλιστικών σχέσεων στιςχώρες αυτές. [...] Ειδικά για το τμήμα της κομματικής και κρατικής καθοδήγησης εκείνης της περιόδου η πραγματικότητα και η μελέτη των εξελίξεων αποδείχνει ότι ένα μέρος της υιοθέτησε συνειδητά την πολιτική της παλινόρθωσης».




Ο περιορισμός της φάσης ανατροπής στη δεκαετία του '80 ενισχυόταν και από τις αναφορές στον Αντρόποφ που, κατά την άποψη τηςηγεσίας του ΚΚΕ, αποτέλεσε έκφραση της προσπάθειας του ΚΚΣΕ (των σοσιαλιστικών-κομμουνιστικών του δυνάμεων) να μην πάρουν τα πράγματατο δρόμο που πήραν στη συνέχεια. Το ίδιο και η εμμονή της να απορρίπτειτον όρο της «κατάρρευσης» και να επιμένει σ' αυτόν της «ανατροπής», αλλά γι' αυτό θα αναφερθώ περισσότερο παρακάτω.Στη δεκαετία του '80, λοιπόν, συνέβησαν όλα τα καθοριστικά, με ευθύνη ενός μέρους της ηγεσίας και την «ιδεολογική δολιοφθορά ως ιδεολογικόόπλο του ιμπεριαλισμού» ως «πολιτική υπονόμευση από τα μέσα». Η τέτοιου είδους προσπάθεια έδωσε κάποιες «ανάσες» στην ηγεσία του ΚΚΕ πουπιεζόταν για απαντήσεις, αλλά, όπως ήταν επόμενο, όχι για μεγάλο διάστημα. Οι εξελίξεις, τα αδιέξοδα που αντιμετώπιζε, οι πιέσεις που δεχόταναπαιτούσαν περισσότερα πράγματα. Έτσι η τελευταία απόπειρα δείχνει να στοχεύει μακρύτερα και σε μεγαλύτερο βάθος.Φτάνει στην απόρριψη του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ, την «αποκατά-σταση» του Στάλιν, τη ρητορική υιοθέτηση της άποψης για συνέχιση της ταξικής πάλης στο σοσιαλισμό και άλλα στα οποία θα γίνει αναφορά στη συνέχεια. Μόνο που η ηγεσία του ΚΚΕ αδυνατεί να ξεφύγει από τον… εαυτό της. Αυτό που και πάλι επιχειρεί είναι να «διασώσει» το «σώμα» των ιδεολογικών και πολιτικών αντιλήψεων στη βάση των οποίων συγκροτείται καικινείται. Οι αναφορές στο 20ό Συνέδριο, στον Στάλιν κ.α. δεν έρχονται να θέσουν, να ανοίξουν τα ζητήματα στα πραγματικά τους χαρακτηριστικά,αλλά να προσδώσουν κύρος στην εμμονή της ηγεσίας του ΚΚΕ στην ίδιαλογική και πολιτική κατεύθυνση. Δεν διστάζει μάλιστα να καταφύγει καισε λαθροχειρίες και στρεβλώσεις. Μάταιος κόπος. Θα διαπιστώσει ξανά ότιαπό τα ζητήματα που θέτει η ζωή και η ταξική πάλη δεν ξεφεύγει κανείς.Θα συνεχίσουν να απαιτούν τις απαντήσεις τους και αργά ή γρήγορα θα τις βρουν, με ή χωρίς το ΚΚΕ. Ας τα δούμε όλα αυτά πιο συγκεκριμένα.




ΕΝΑ ΒΟΛΙΚΟ ΣΧΗΜΑ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ .




Το σχήμα ερμηνείας της παλινόρθωσης που χρησιμοποιεί η ηγεσία τουΚΚΕ συναρτάται με το σχήμα πορείας που βλέπει για την οικοδόμηση τουσοσιαλισμού-κομμουνισμού. Η συνάρτηση θα μπορούσε να τεθεί και αντίστροφα. Ο κοινός παρονομαστής, όπως ήδη αναφέρθηκε, η προσπάθεια να«κρατηθεί» και να στηρίξει μια πολιτική κατεύθυνση την οποία έχει «χρεωθεί» (με τη θέλησή της εννοείται) και από την οποία δεν διανοείται να δια-φοροποιηθεί.Συνοπτικά καταρχάς, ως προς αυτά, θα μπορούσαν να ειπωθούν ταεξής. Η ηγεσία του ΚΚΕ βλέπει μια αντιπαράθεση «αγοραίων» και «αντιαγοραίων», όπως τους χαρακτηρίζει, στην ηγεσία του ΚΚΣΕ και της ΣΕ (γύρω στο 1950, λίγο πριν και στη συνέχεια). Επιβάλλεται (βασικά με το 20όΣυνέδριο του ΚΚΣΕ) η γραμμή των «αγοραίων». Οι «αντιαγοραίοι», παράτην αντίθεσή τους, υποχωρούν, συνεχίζουν ωστόσο να αντιδρούν μέχρι τοτέλος (28ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ - 1990). Βασική αιτία, η επικράτηση των«αγοραίων» και η υποχωρητικότητα των «αντιαγοραίων» που «δεν είδαν»ολοκληρωμένα το ζήτημα, δεν εκτίμησαν σ' όλες τους τις διαστάσεις το πρόβλημα που είχε τεθεί, δεν οργανώθηκαν ανάλογα και δεν μπόρεσαν να αντιδράσουν αποτελεσματικά.Με βάση αυτές τις διαπιστώσεις συνάγονται και τα ανάλογα διδάγματα. Προκύπτει και το σχήμα πορείας προς τον σοσιαλισμό-κομμουνισμό.Δηλαδή η υποτιθέμενη γραμμή των «αντιαγοραίων», αποκαθαρμένη απότα «αγοραία» μπολιάσματα και παρεκκλίσεις και πιο συγκροτημένη ωςπρος τις στοχεύσεις της. Εύκολα, γρήγορα, απλά και κυρίως ευθύγραμμα.Βεβαίως για να φτάσει σ' αυτήν την «απλότητα» χρειάστηκαν αρκετές αποσιωπήσεις, μερικές στρεβλώσεις, ακόμη και λαθροχειρίες


ΜΙΑ ΚΡΙΣΙΜΗ ΣΥΓΚΑΛΥΨΗ




Για την ερμηνεία της παλινόρθωσης στο σημείο 10 αναφέρεται το εξής:


« Δίνουμε προτεραιότητα στους εσωτερικούς παράγοντες, στις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες που αναπαράγουν τον οπορτουνισμό στο έδαφος τηςσοσιαλιστικής οικοδόμησης» κ.λπ. Αναφέρεται ακόμη (σημείο 9): «Απορρίπτουμε τον όρο “κατάρρευση”, γιατί υποβαθμίζει την αντεπαναστατική δράση, την κοινωνική βάση στην οποία μπορεί αυτή να αναπτυχθεί […]».




Ανάλογου τύπου διατυπώσεις υπάρχουν και σε άλλα σημεία. Το κοινότους στοιχείο: Περισσότερο προσπερνούν -συγκαλύπτουν- ένα ζήτημα αποφασιστικής σημασίας παρά το αποσαφηνίζουν. Όντως χρειάζεται να δοθεί«προτεραιότητα στους εσωτερικούς παράγοντες», αλλά -διάολε- ποιοι είναι αυτοί; Στη μαρξιστική αντίληψη το ζήτημα είναι σαφές. Τα καθεστώτα δεν ανατρέπονται ούτε από «προδοσία στελεχών», ούτε από «συνωμοσίες», ούτε από «εξωτερικές επιδράσεις», όσο καλά οργανωμένες κι αν είναι. Ανατρέπονται μόνο από κοινωνικές δυνάμεις. Καμία ανατροπή τέτοιου χαρακτήρα δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς τον κοινωνικό φορέα που τηθέλει και την επιδιώκει. Ποιος ήταν λοιπόν αυτός ο κοινωνικός φορέας,ποια αυτή η κοινωνική δύναμη; Το μέλος του ΚΚΕ που θα διαβάσει αυτές τις εκτιμήσεις μάταια θα την αναζητήσει. Όταν την περίοδο 1989-1991 συντελέστηκαν αυτές οι ανατροπές (ή καταρρεύσεις), υπήρχε ένα άκρως εντυπωσιακό φαινόμενο. Αν παρατηρούσε κανείς τη «νέα» άρχουσα -καπιταλιστική- τάξη που αναδυόταν μέσα απότις αλλαγές που συντελούνταν και την άρχουσα πολιτική ελίτ, θα διαπίστωνε ότι προερχόταν στο σύνολό της από την μόλις χτεσινή «κομμουνιστική» άρχουσα τάξη και ελίτ. Σ' αυτό το φαινόμενο υπήρχε -από τα τότε- κατά την άποψη του γράφοντος και το «κλειδί» ερμηνείας της παλινόρθωσης.Επειδή βεβαίως είναι αυτονόητο ότι όλο αυτό το «κομμουνιστικό» απαράτ(που ηγούνταν και του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος παρακαλώ)δεν μεταμορφώθηκε σε καπιταλιστικό σε ένα μαγικό βράδυ. Είχε μεταλλαχτεί στη διάρκεια πολλών χρόνων και ήταν ζήτημα ωρίμανσης διαφόρων παραγόντων για να πετάξει τα -κουρέλια πλέον- του «κομμουνισμού» που ενδυόταν μέχρι τα τότε. Αυτό ακριβώς το κρίσιμο ζήτημα η ηγεσία του ΚΚΕ το αντιπαρέρχεται και όχι βέβαια από «αβλεψία» αλλά στη βάση μιας συνειδητής προσπάθειας υποβάθμισης, άμβλυνσης της σημασίας αυτού του κρίσιμου ζητήματος. Ας συνεχίσουμε όμως. Στο σημείο 5.




«Στο σοσιαλισμό υπάρχει αντικειμενική βάση που εμπεριέχει τη δυνατότητα,υπό ορισμένες προϋποθέσεις, κοινωνικές δυνάμεις να λειτουργήσουν ως δυνάμει φορείς των εκμεταλλευτικών σχέσεων, όπως συνέβη τη δεκαετία του1980 στην EΣΣΔ»




Μπορεί και να θαυμάσει κανείς την κομψότητα της διατύπωσης. Γενικά λοιπόν είναι δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο, αλλά κι αν συνέβη στη ΣΕ, αυτό έγινε στη δεκαετία του 1980. Έχουμε όμως και άλλη διατύπωση, ακόμα πιο κομψή, στο σημείο 2:



«Ως συνέπεια των δυσκολιών αυτής της διαδικασίας είναι ακόμη δυνατό εργαζόμενοι, με διευθυντικό ρόλο στην παραγωγή, εργαζόμενοι της πνευματικής εργασίας και υψηλής επιστημονικής ειδίκευσης, να αυτονομούν το ατομικό ή και το ομαδικό συμφέρον τους από το κοινωνικό συμφέρον, να διεκδικούν μεγαλύτερο μερίδιο από το συνολικό κοινωνικό προϊόν […]».



Γενικά λοιπόν «είναι δυνατόν». Συνέβη άραγε στην πραγματικότητα της ΣΕ; Ποιος ξέρει; Ομολογουμένως πρόκειται για «αριστούργημα» προσπεράσματος αυτού του κεφαλαιώδους ζητήματος. Όχι βέβαια επειδή η ηγεσία του ΚΚΕ αγνοεί τα δεδομένα του ζητήματος, αλλά επειδή συνειδητά θέλει να υποβαθμίσει τη σημασία τους, να αποπροσανατολίσει.Αυτή η μέριμνα της ηγεσίας του ΚΚΕ είναι διαρκής και εκδηλώνεται με διάφορες μορφές, ακόμη και εκεί που αναγκάζεται να θίξει πλευρές του.Διαβάζουμε λοιπόν στο σημείο 18.


«Με την εσωκομματική διαπάλη στις αρχές της δεκαετίας του 1950 εκφράστηκε, σε ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο, η κοινωνική αντίσταση (κολχόζνικοι αγρότες, διευθυντικά στελέχη στην αγροτική παραγωγή και στη βιομηχανία) στην ανάγκη επέκτασης και εμβάθυνσης των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής».


Έχουμε εδώ μια ακόμη «επιδέξια» αναφορά στο ζήτημα. Αναφέρονται


μεν τα διευθυντικά στελέχη της αγροτικής παραγωγής και της βιομηχανίας,αλλά προτάσσονται οι κολχόζνικοι αγρότες. Οι αγρότες των κολχόζ, δηλαδή το έτερο σκέλος της εργατοαγροτικής συμμαχίας που αποτελούσε την κοινωνική βάση του σοσιαλισμού (κατά Λένιν και Στάλιν), ήταν που ώθησαν στη στροφή και «ακολούθησε» η διευθυντική ελίτ. Αυτό πια κι αν είναι !




ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ Ή ΑΝΑΤΡΟΠΗ




Για τη στήριξη του σχήματος που πλασάρει η ηγεσία του ΚΚΕ («αγοραίοι»-«αντιαγοραίοι») δεν αρκούν τα προηγούμενα. Χρειάζεται να εμφανισθεί μια διαρκής διαπάλη ανάμεσα στις δύο τάσεις, να συγκαλυφθεί, διαστρεβλωθεί ο πραγματικός χαρακτήρας. Χρειάζεται ακόμη να γίνει μια εμφανής λαθροχειρία σε σχέση με τις απόψεις και την παρέμβαση του Στάλιν στην αντιπαράθεση του 1950. Να αποσιωπηθούν, συγκαλυφθούν οιπραγματικοί όροι, αιτίες και δυνάμεις της στροφής. Ακόμη και η φαινομενικά δευτερεύουσας σημασίας εμμονή πως πρόκειται για ανατροπή και όχι κατάρρευση υπηρετεί τον ίδιο στόχο. Ας δούμε λίγο περισσότερο.


«Στη δεκαετία του 1980 ο οπορτουνισμός, με την περεστρόικα, ολοκληρώθηκε σε προδοτική, αντεπαναστατική δύναμη. Οι συνεπείς κομμουνιστικές δυνάμεις που αντέδρασαν στην τελευταία φάση της προδοσίας, στο 28ο Συνέδριο του KKΣE, δεν κατόρθωσαν έγκαιρα να την αποκαλύψουν και να οργανώσουν με επιτυχία την επαναστατική αντίδραση της εργατικής τάξης»(Σημείο 11).«H οπορτουνιστική στροφή που συντελέστηκε στο 20ό Συνέδριο του KKΣE(1956) και η μετέπειτα σταδιακή απώλεια των επαναστατικών χαρακτηριστικών του Κόμματος, ενός κόμματος εξουσίας, που ταυτόχρονα βρισκόταν στο στόχαστρο της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας, δυσκόλευε την αφύπνιση και συγκρότηση των συνεπών κομμουνιστών. Στις γραμμές του KKΣE διεξήχθη διαπάλη πριν, στη διάρκεια και μετά το 20ό Συνέδριο. H περίοδος πουΓΓ της KE του KKΣE ήταν ο Γ. Aντρόποφ (Νοέμβρης 1982-Φλεβάρης 1984),που προηγήθηκε της πολιτικής της περεστρόικα, ήταν πολύ σύντομη για να μπορέσει να κριθεί ολοκληρωμένα. Ωστόσο, σε κείμενα και ντοκουμέντα τουKKΣE αυτής της περιόδου γίνονται αναφορές για την ανάγκη έντασης της διαπάλης με αστικές και ρεφορμιστικές αντιλήψεις για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, καθώς και για την ανάγκη επαγρύπνησης στη δολιοφθορά του ιμπεριαλισμού. Οι συνεπείς κομμουνιστικές δυνάμεις που υπήρχαν στοKKΣE δεν κατόρθωσαν έγκαιρα να αποκαλύψουν τον προδοτικό αντεπαναστατικό χαρακτήρα της γραμμής που επικράτησε στην Ολομέλεια της KE τουKKΣE τον Απρίλη του 1985 και στο 27ο Συνέδριο του KKΣE (1986). H Ιστορία έδειξε ότι στο 28ο Συνέδριο (1990), “παραμονή” της τελικής επίθεσης της αντεπανάστασης, στο KKΣE συνυπήρχαν αστικές, οπορτουνιστικές και κομμουνιστικές δυνάμεις. Οι κομμουνιστικές δεν είχαν τη δύναμη να κυριαρχήσουν, να αποτρέψουν τη νίκη της αντεπανάστασης, παρ’ όλο που αντιστάθηκαν στο 28ο Συνέδριο και αργότερα» (Σημείο 22)






Αλήθεια, σε ποιες δυνάμεις αναφέρεται η ηγεσία του ΚΚΕ; Στον Ζουγκάνοφ ή στην κίνηση που επιχείρησε να ανατρέψει τον Γκορμπατσόφ τονΑύγουστο του 1991; Τέτοιες δυνάμεις όντως υπήρχαν. Μόνο που δεν ήταν επαναστατικές, κομμουνιστικές, όπως τις θέλει η ηγεσία του ΚΚΕ. Ήταν η άλλη, η κρατικίστικη πτέρυγα της Νέας Αστικής Τάξης (ΝΑΤ). Αυτή που από κοινού με τους «αγοραίους» υπήρξαν οι πυλώνες του 20ού Συνεδρίου και της αντεπαναστατικής στροφής. Οι δύο πτέρυγες του ρεβιζιονισμού ή αλλιώς οι χρουστσοφικοί και οι μπρεζνιεφικοί (για να τους προσδιορίσουμε με όρους πιο οικείους και κατανοητούς στον κόσμο), που μετεξελίχθηκαν στις δύο αντίστοιχες πτέρυγες της ΝΑΤ. Βεβαίως υπήρξε και διαπάλη μεταξύ τους. Το ότι συνασπίστηκαν ενάντια στην εργατική, επαναστατική, κομμουνιστική κατεύθυνση δεν εξάλειψε τις διαφορές τους ούτε τη διαπάλη μεταξύ τους για το ποια θα έχει το πάνω χέρι. Μια διαπάλη που γνώρισε αρκετές διακυμάνσεις, αντιπαραθέσεις που εναλλάσσονταν με νέους συμβιβασμούς κ.ο.κ. Κάπως έτσι από τον Χρουστσόφ περάσαμε στον Μπρέζνιεφ,τον Αντρόποφ, τον Τσερνιένκο, για να φτάσουμε στον νέο και τελευταίο συμβιβασμό. Την ανάδειξη του Γκορμπατσόφ με πρόταση του Γκρομίκο(ηγετικής μορφής της «παλιάς φρουράς»), ο οποίος καθησύχαζε τους ανησυχούντες, διαβεβαιώνοντας πως πίσω από το χαμόγελό του ο Γκορμπατσόφ έχει «σιδερένια δόντια»


Όσο για το αν υπήρχαν στο ΚΚΣΕ και δυνάμεις που συνέχιζαν να πιστεύουν στην υπόθεση του σοσιαλισμού (λ.χ. Αντρέεβνα και κάποιες άλλες ομάδες), αυτές ήταν μικρές και αδύναμες. Κυρίαρχες και με τον πιο απόλυτο τρόπο ήταν οι δυνάμεις που εκπροσωπούσαν τις δύο πτέρυγες της ΝΑΤ και οι οποίες από κοινού οδήγησαν τη ΣΕ εκεί που έφτασε. Οι ίδιες ήταν που είχαν φροντίσει -για ευνόητους λόγους- να αδρανοποιήσουν, περιθωριοποιήσουν, αποσυγκροτήσουν και εξουδετερώσουν ολότελα την εργατική τάξη. Με αυτό το δεδομένο, είναι υποκριτική και συνάμα αστεία η αναφορά της ηγεσίας του ΚΚΕ ότι οι δυνάμεις που αντιδρούσαν δεν κατόρθωσαν να «οργανώσουν την επαναστατική αντίδραση της εργατικήςτάξης». Ποια εργατική τάξη; Αυτήν που από κοινού με την άλλη πτέρυγα είχαν φροντίσει να τη θάψουν στην αδράνεια; Ούτε άλλωστε είναι τυχαίο ότι στην τελευταία απόπειρα (Αύγουστος 1991) των κρατικίστικων δυνάμεων να ξαναπάρουν την κατάσταση στα χέρια τους το μόνο που δεν διανοήθηκαν και ούτε θα μπορούσαν να διανοηθούν (ούτε άλλωστε είχε κανένα νόημα) ήταν να απευθυνθούν στην… εργατική τάξη. Φυσιολογικά,φυσιολογικότατα, απευθύνθηκαν και προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουντον κρατικό μηχανισμό και το στρατό. Μόνο που ήταν πλέον αργά γι’ αυτούς.


Η ίδια αυτή λογική που θέλει τις «συνεπείς δυνάμεις» να αντιδρούν μέχρι το τέλος είναι που οδηγεί την ηγεσία του ΚΚΕ να επιμένει στον όρο τηςανατροπής αντί αυτού της κατάρρευσης. Με τη σειρά της η αποδοχή της εκδοχής της ανατροπής στηρίζει αυτήν την οπτική. Θα αναρωτιέται κανείς,έχει άραγε τόσο νόημα αν χαρακτηρίσουμε τις εξελίξεις με αυτόν ή εκείνοντον όρο; Εξαρτάται από το αν και με ποιες έννοιες φορτίζει κανείς τον κάθε όρο. Θα προσπεράσω το ότι τα φαινόμενα της κατάρρευσης ήταν οφθαλμοφανή για οποιονδήποτε παρακολούθησε τις εξελίξεις. Θα πω ότι στην όλη εξέλιξη υπήρξαν και τα δύο φαινόμενα. Τόσο αυτό της ανατροπής όσοκαι αυτό της κατάρρευσης. Μόνο που συντελέστηκαν σε διαφορετικούς«χρόνους». Ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος όντως υπήρξε. Μόνο που αυτή είχε συντελεστεί πολλά χρόνια πριν από τις εξελίξεις του 1989-1991. Φορέας αυτής της ανατροπής, όπως κιόλας έχει αναφερθεί και θα αναφερθεί και στη συνέχεια, ήταν οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που κυριάρχησαν στην ΣΕ μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1956). Στη συνέχεια είχαμε μια διαδικασία συνεχούς ανατροπής των σοσιαλιστικών χαρακτηριστικών της ΣΕ και εισαγωγής όλο και περισσότερο καπιταλιστικών. Ταυτόχρονα,τη μετεξέλιξη της ρεβιζιονιστικής ελίτ σε ιδιότυπη ΝΑΤ. Δυο συμπλεκόμενες διαδικασίες που ωστόσο δεν πήραν την τελική και ολοκληρωμένη τους μορφή παρά μόνο μετά το 1991 (και ούτε καν). Είχαμε έτσι μια ΝΑΤ που δεν ήθελε να είναι ούτε κατ’ επίφαση σοσιαλιστική αλλά ούτε και μπορούσε να διαμορφωθεί ολοκληρωμένα σε «κανονική» αστική τάξη, παρ’ όλους τους διακαείς της πόθους. Είχαμε ένα καθεστώς που «δεν ήθελε» να είναι πλέον σοσιαλιστικό, αλλά «δεν μπορούσε» ακόμα να μετασχηματιστεί σε ολοκληρωμένα καπιταλιστικό. Ένα καθεστώς που δεν μπορούσε πλέον να βρει δυνάμεις πραγματικής στήριξης ούτε στις δυνάμεις που κυριαρχούσαν σ’ αυτό ούτε βέβαια στολαό που υφίστατο τις συνέπειες αυτής της κυριαρχίας. Αυτό το καθεστώςπου «δεν το ήθελε πλέον κανείς» ήταν που κατέρρευσε την περίοδο 1989-1991. Όταν λοιπόν η ηγεσία του ΚΚΕ τοποθετεί το «χρόνο» της ανατροπής(του σοσιαλισμού) στο χρόνο που συντελέστηκε η κατάρρευση εξωραΐζει εμφανίζοντας ως σοσιαλιστικό ένα καθεστώς που από χρόνια δεν είχε αυτόν το χαρακτήρα. Συνακόλουθα εξωραΐζει και συγκαλύπτει το ρόλο δυνάμεων που συνήργησαν σε μια τέτοια εξέλιξη και ταυτόχρονα αποπροσανατολίζει ως προς τη δυνατότητα ουσιαστικής διερεύνησης των πραγματικώνόρων στη βάση των οποίων συντελέστηκαν όλες αυτές οι δραματικές εξελίξεις


ΛΑΘΡΟΧΕΙΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΙΩΠΗΣΕΙΣ


Την προσπάθειά της αυτή η ηγεσία του ΚΚΕ τη στηρίζει σε καθοριστικό βαθμό σ’ αυτό που εμφανίζει ως διάσταση «αγοραίων»-«αντιαγοραίων».Δεν εξηγεί ωστόσο καθόλου, δεν αναφέρεται καν στο γεγονός της σύμπραξης αυτών των δύο πλευρών ενάντια στην επαναστατική κατεύθυνση. Αντίθετα, καταφεύγει και σε λαθροχειρίες για να στηρίξει αυτή τη στρέβλωση. Αναφέρομαι στην προσπάθειά της να εμφανίσει τις δικές της απόψεις σαν απόψεις του… Στάλιν και να προσδώσει σ’ αυτές το αντίστοιχο κύρος. Αςδούμε



«Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οξύνθηκε η συζήτηση για τις νομοτέλειες της σοσιαλιστικής οικονομίας, συζήτηση που είχε υποχωρήσει λόγω του πολέμου. Για την ερμηνεία συγκεκριμένων προβλημάτων αναπτύχθηκε διαπάλη, ανάμεσα σε δύο βασικά ρεύματα στη θεωρία και την πολιτική, που αγκάλιασε κομματικά στελέχη και οικονομολόγους, τους “αγοραίους” και τους“αντι-αγοραίους”. Ο Ι.Β. Στάλιν, ως ΓΓ της ΚΕ του Κόμματος, ηγήθηκε τηςοργανωμένης εσωκομματικής συζήτησης και στήριξε την αντι-αγοραία κατεύθυνση […] Αντέκρουσε το ρεύμα που διεκδικούσε ενίσχυση των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων […]» (Σημείο 17)


Στις συζητήσεις που άνοιξαν την περίοδο εκείνη ο Στάλιν πράγματι αντέκρουσε την τάση των «αγοραίων», όπως τους χαρακτηρίζει η τοποθέτηση του ΚΚΕ. Εκείνο ωστόσο που αποσιωπά η ηγεσία του ΚΚΕ είναι πωςμάλλο τόσο στράφηκε ο Στάλιν ενάντια στους «κρατικιστές» («αντιαγοραίους» κατά ΚΚΕ). Ας δούμε καταρχάς μια καίριας σημασίας τοποθέτηση τουΣτάλιν σ’ αυτή τη συζήτηση.




«Τι πρέπει λοιπόν να γίνει αν έχουν κοινωνικοποιηθεί όχι όλα τα μέσα παραγωγής αλλά μονάχα ένα μέρος, ενώ υπάρχουν ευνοϊκές συνθήκες για την μκατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο; […] Δεν μπορούμε φυσικά να πούμε ότι αποτελεί απάντηση η γνώμη μερικών αξιοθρήνητων μαρξιστών που θεωρούν ότι κάτω από τέτοιες συνθήκες θα ’πρεπε να παραιτηθούμε απ’το να καταλάβουμε την εξουσία και να περιμένουμε ώσπου ο καπιταλισμόςνα πετύχει να καταστρέψει τα εκατομμύρια των μικρών παραγωγών, να τουςμετατρέψει σε εργάτες γης και να συγκεντρώσει τα μέσα παραγωγής στην αγροτική οικονομία και μονάχα ύστερα απ’ αυτό […] Ούτε φυσικά μπορούμε επίσης να θεωρήσουμε σαν απάντηση τη γνώμη άλλων αξιοθρήνητων μαρξιστών που νομίζουν ότι θα ’πρεπε ίσως να καταλάβουμε την εξουσία και να προχωρήσουμε στην απαλλοτρίωση των κτημάτων των μικρών και μεσαίων παραγωγών στο χωριό και να κοινωνικοποιήσουμε τα μέσα παραγωγής τους[…]»




Η τοποθέτηση του Στάλιν είναι σαφής όπως και σαφή είναι τα μέτωπα που ανοίγει, χρησιμοποιώντας μάλιστα βαρείς χαρακτηρισμούς. Και δεν είναι η μόνη. Με ανάλογο τρόπο (ενάντια και στις δύο αυτές τάσεις) τοποθετείται ο Στάλιν σε σειρά ζητημάτων. Για τη σχέση κρατικοποίησης-κοινωνικοποίησης. Για τους νόμους της Πολιτικής Οικονομίας και τη σχέση του υποκειμενικού παράγοντα με αυτούς. Για την ισόμετρη αναλογική ανάπτυξη, τα όρια και τις δυνατότητες του κεντρικού σχεδιασμού. Και εκεί που η αποσιώπηση είναι κραυγαλέα είναι στο ότι δεν υπάρχει η παραμικρή νύξη στην κριτική του Στάλιν στις απόψεις Γιαροσένκο. Μια κριτική που κάλυψε σχεδόν το ένα τρίτο της συνολικής παρέμβασης του Στάλιν στην όλη συζήτηση. Στα ζητήματα αυτά θα υπάρξει αναφορά και στη συνέχεια, εδώ ωστόσο χρειάζεται να σταθούμε στο ζήτημα που τέθηκε προηγουμένως.


ΚΥΡΙΑ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΥΣΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ


Η ηγεσία του ΚΚΕ αναφέρεται στη διάσταση «αγοραίων»-«αντιαγοραίων». Δεν εξηγεί ωστόσο -δεν αναφέρεται καν- το «παράδοξο» της συνένωσης αυτών των δύο τάσεων και των φορέων τους ενάντια στην επαναστατική, κομμουνιστική, σταλινική κατεύθυνση. Το 20ό Συνέδριο, το συνέδριο της στροφής, οργανώθηκε, πραγματοποιήθηκε και στηρίχτηκε (έως καιστρατιωτικά) στη σύμπραξη «αγοραίων»-«αντιαγοραίων» ή αλλιώς χρουστσοφικών-μπρεζνιεφικών. Από κοινού και με ιδιαίτερο μένος στράφηκαν ενάντια στον Στάλιν και το «σταλινισμό», από κοινού αποκήρυξαν τονΣτάλιν και επικήρυξαν τους σταλινικούς (εκατοντάδες χιλιάδες ξηλώθηκαναπό τον κρατικό μηχανισμό και διαγράφηκαν από το κόμμα). Τα ερωτήματα εδώ είναι. Πρώτον, ποια η βάση αυτής της σύμπραξης. Δεύτερον, γιατί η ηγεσία του ΚΚΕ «αντιπαρέρχεται» ένα τόσο αποφασιστικής σημασίας ζήτημα. Η βάση αυτής της ενότητας ήταν στην ουσία της ταξική. Σήμερα -στηνπραγματικότητα εδώ και πολλά χρόνια- μπορούμε να δούμε καθαρά αυτό που ίσως δεν διακρινόταν με τόση σαφήνεια το 1950.Αυτό που συντελούνταν ήταν στην ουσία μια αναμέτρηση ανάμεσα στην εργατική τάξη και το κοινωνικό στρώμα της διευθυντικής ελίτ που είχε διαμορφωθεί στο πλαίσιο του σοσιαλιστικού συστήματος (ως «εργαζόμενη διανόηση» αναφέρεται από τον Στάλιν). Μια εργαζόμενη διανόηση λοιπόν που ναι μεν είχε προσφέρει σημαντικά στη διαδικασία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης (τη δεκαετία του 1930 και στον πόλεμο) αλλά που όλο και περισσότερο διαμόρφωνε χαρακτηριστικά ελίτ και αποστασιοποιούνταν από την εργατική τάξη και το λαό. Μια εξέλιξη που αποτελούσε απόρροια των αντικειμενικών δυσκολιών και καταναγκασμών που αντιμετώπιζε η πραγματοποίηση του γιγάντιου εγχειρήματος της οικοδόμησης για πρώτη φορά στην ιστορία μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας αλλά και των αντίστοιχων υποκειμενικών ανεπαρκειών και αδυναμιών.Είχαμε έτσι ένα κοινωνικό στρώμα που αποκτούσε ολοένα και περισσότερο «συνείδηση» κοινότητας συμφερόντων. Που διεκδικούσε την «αναγνώριση» του ιδιαίτερου ρόλου του και ταυτόχρονα τις αρμοδιότητες και εξουσίες που θεωρούσε ότι δικαιωματικά του ανήκαν. Την «απελευθέρωσή» του από τους «καταναγκασμούς» και τις δεσμεύσεις που του επέβαλλε η αντίληψη που ήθελε την εργατική τάξη να κατέχει την «αρμοδιότητα τηςαρμοδιότητας» και την επαναστατική, κομμουνιστική αντίληψη οδηγό.Μια τάση που στη φάση εκείνη μορφοποιήθηκε ιδεολογικά, πολιτικά στη ρεβιζιονιστική αντίληψη και ιδεολογία. Αυτά τα δεδομένα ήταν που τηνέφερναν σε αντίθεση με την εργατική τάξη και την επαναστατική, κομμουνιστική, σταλινική αντίληψη. Αυτή ήταν ταυτόχρονα και η κύρια αντίθεσηστη φάση εκείνη του σοσιαλιστικού σχηματισμού και ανεξάρτητα από τοπόσο καθαρά είχε φανεί τότε. Ταυτόχρονα, στη βάση αυτής της -κύριας-αντίθεσης ήταν που μπόρεσαν να συνενωθούν, παρά τις μεταξύ τους διαφορές και αντιθέσεις που στη φάση εκείνη (αλλά και επόμενα) ήταν δευτερεύοντος χαρακτήρα.Αυτό το κοινωνικό στρώμα, με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά πουδιαμόρφωνε στην πορεία του ο σοσιαλιστικός κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός, αναπτύχθηκε σε δύο βασικά πεδία. Το «οικονομικό», δηλαδή το πεδίο των οικονομικών λειτουργιών και μηχανισμών, και το κρατικό (με μια έννοια και κομματικό), το πεδίο των κατεξοχήν κρατικών μηχανισμώνκαι λειτουργιών. Ο διαφορετικός τρόπος που «βίωναν» την πραγματικότητα οδηγούσε και στη διαμόρφωση αντίστοιχα διαφορετικών αντιλήψεωνκαι τρόπων αντιμετώπισης των προβλημάτων που είχαν τεθεί μετά τον πό-λεμο. Τα προβλήματα αυτά ήταν απόρροια της ίδιας της ανάπτυξης του σοσιαλιστικού σχηματισμού και ζητούσαν απαντήσεις. Από μια άποψη η δυσκολία, η διαφορετικότητα των απαντήσεων είχε ως ένα βαθμό και αντικειμενικό χαρακτήρα, αντανακλώντας τη δυσκολία και την πολυπλοκότητα των νέων προβλημάτων που είχαν τεθεί. Κατά κύριο λόγο, ωστόσο,τη ροπή αναζήτησης λύσεων (και κατά πρώτον στα προβλήματα της οικονομίας) σε γνωστούς και «δοκιμασμένους» δρόμους. Όχι τυχαία αυτοί οι«δοκιμασμένοι» δρόμοι αντιστοιχούσαν στις αντιλήψεις και τις επιδιώξειςτων δύο πτερύγων αυτού του κοινωνικού στρώματος. Έτσι είχαμε από τη μια την τάση στήριξης σ’ αυτούς που θεωρούνταν αδήριτοι οικονομικοί νόμοι (και κατ’ ουσίαν καπιταλιστικού χαρακτήρα).Από την άλλη, τη συγκέντρωση και ανάληψη όλων των αρμοδιοτήτων καιεξουσιών από το «κέντρο», από το κράτος. Το κοινό -και κύριο- στοιχείο ήταν η ανάληψη της αρμοδιότητας της αρμοδιότητας από τη διευθύνουσα ελίτ. Το δεύτερο αφορούσε το ότι η επιλογή της μιας ή της άλλης ιδιαίτερης κατεύθυνσης έδινε το πάνω χέρι στην αντίστοιχη τάση (πτέρυγα). Απέναντι σ’ αυτές τις τάσεις ο Στάλιν διαφοροποιείται -έως και αντιπαρατίθεται σκληρά σε ορισμένες περιπτώσεις- και στις δύο αυτές αποκλίνουσες κατευθύνσεις και αναζητεί απαντήσεις που να ανταποκρίνονται στις συγκεκριμένες απαιτήσεις της σοσιαλιστικής οικοδόμησης όπως αυτές είχαν τεθεί τότε. Το τεράστιο -τότε- κύρος του Στάλιν εξαναγκάζει σε -τυπική όπωςφάνηκε- αποδοχή των απόψεών του. Στην πραγματικότητα, και οι δύο πτέρυγες του ρεβιζιονισμού υποχωρούν τακτικά για να συγκροτήσουν τις δυνάμεις τους και να περάσουν στην επίθεση μετά το θάνατο του Στάλιν καινα φτάσουν στο 20ό Συνέδριο που σηματοδότησε την πλήρη και καθολική υπερίσχυσή τους.Αναδεικνύεται εδώ ένα ζήτημα που η σημασία του ξεπερνά τα όρια αυτής της κριτικής τοποθέτησης και συνδέεται με το συνολικό πρόβλημα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Το κύριο πρόβλημα στην όλη συζήτηση που διεξήχθη τότε (και που στην ουσία ήταν μια πραγματική αντιπαράθεση)βρισκόταν στο ότι αυτή διεξαγόταν στο επίπεδο του διευθύνοντος κοινωνικού στρώματος. Στο ότι η εργατική τάξη «απουσίαζε» πρακτικά από αυτήν την αντιπαράθεση, μια και είχε ήδη «απομακρυνθεί» σε σημαντικό βαθμό από αυτό που τη χαρακτήριζε τα προηγούμενα χρόνια. Τη δραστήρια,συγκροτημένη και ενεργό συμμετοχή και παρέμβαση στις εξελίξεις. Σ’ αυτή τη βάση έχει σχετική και μόνο σημασία το ότι η επαναστατική (σταλινική) αντίληψη δεν μπόρεσε να διαμορφωθεί σε ολοκληρωμένη και συγκεκριμένη ιδεολογική και πολιτική προγραμματική κατεύθυνση. Άλλωστε, η ολοκλήρωση μιας τέτοιας κατεύθυνσης δεν είναι απλά και μόνο θεωρητικό ζήτημα. Μια τέτοια ολοκλήρωση δεν είναι καν νοητή (δεν αποκτά πραγματική υπόσταση) παρά μόνο μέσα από τη σύνδεση και τη στήριξή της από τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που την υιοθετούν και στην περίπτωσή μας από την εργατική τάξη.Αυτός ήταν ο βασικός όρος που έκρινε αυτήν την ταξική-πολιτική αναμέτρηση υπέρ του στρώματος της ιντελιγκέντσιας και της ρεβιζιονιστικής κατεύθυνσης και σε βάρος της εργατικής τάξης και της επαναστατικής γραμμής. Είναι από εκεί και πέρα που ανοίγει μια διαδικασία ανατροπήςτων σοσιαλιστικών χαρακτηριστικών της ΣΕ και διαμόρφωσης αυτού τουκοινωνικού στρώματος σε ιδιότυπη Νέα Αστική Τάξη και τελικά στην ολοκλήρωση της καπιταλιστικής παλινόρθωσης


ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗ –ΜΙΑ ΔΥΣΚΟΛΗ ΥΠΟΘΕΣΗ


Το δεύτερο σημαντικό ερώτημα σε σχέση με όλα αυτά αφορά το γιατί ηηγεσία του ΚΚΕ «προσπερνά»-συγκαλύπτει τα πιο σημαντικά δεδομένα του ζητήματος το οποίο υποτίθεται διερευνά. Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για αμηχανία και αναζήτηση «λύσεων ευκολίας» απέναντι σ’ ένα ζήτημα που εξακολουθεί -αντικειμενικά- να μην επιδέχεται εύκολες απαντήσεις.Δεν είναι έτσι ή τουλάχιστον υπάρχουν πολύ πιο σοβαροί και συγκεκριμένοι όροι που οδηγούν σ’ έναν τέτοιο τρόπο θεώρησης.Το πρώτο και κύριο είναι ότι η ηγεσία του ΚΚΕ ακολουθεί και εδώ τον«εαυτό» της. Το σημερινό ΚΚΕ «γεννήθηκε» ως κόμμα μέσα από τη διάλυση του παλιού «σταλινικού» ΚΚΕ και ακριβώς στη βάση των όρων και των κατευθύνσεων που επέβαλε η στροφή στη ΣΕ με το 20ό Συνέδριο (1956). Η ληξιαρχική πράξη αυτής της «γέννησης» υπήρξε η 6η Ολομέλεια, ένα πραγματικό πραξικόπημα που επιβλήθηκε από τους σοβιετικούς ιθύνοντες σεβάρος του ΚΚΕ. Η καθαίρεση του ΓΓ του κόμματος του «σταλινικού» Ν.Ζαχαριάδη και η επιβολή των εγκάθετων Παρτσαλίδη και Κολιγιάννη εξέφρασε και μέσα στο «νέο» ΚΚΕ τη συνεργασία και το συμβιβασμό των δύο πτερύγων του ΚΚΣΕ. Έτσι πορεύτηκε μέχρι την αποπομπή του Χρουστσόφ από τον Μπρέζνιεφ (1964) και την επίδραση που είχε αυτή η αναδιάταξη στο ΚΚΣΕ καιμέσα στο ΚΚΕ. Η επέμβαση στην Τσεχοσλοβακία (1968) αποτέλεσε το γεγονός που οδήγησε στη διάσπαση του ΚΚΕ. Στο τμήμα εκείνο που υπό τον Κολιγιάννη παρέμενε προσκολλημένο στη Μόσχα και στο άλλο που υπό τονΠαρτσαλίδη -και σε κοινή τροχιά με άλλα ευρωπαϊκά ρεφορμιστικά κόμματα επέλεξε να συνδέσει τις τύχες του με το ευρωπαϊκό κεφάλαιο (ευρω-κομμουνισμός). Το σημερινό ΚΚΕ προέρχεται από αυτή την κοινή μήτρα και διαμορφώθηκε στη συνέχεια στη βάση των μπρεζνιεφικών προδιαγραφών και αντιλήψεων. Αυτό ωστόσο καθόλου δεν το εμπόδισε να προσαρμοστεί -μετά από μερικά χρόνια- στο νέο συμβιβασμό που διαμορφώθηκεστο πλαίσιο του ΚΚΣΕ και που έφερε στην ηγεσία του τον Γκορμπατσόφ.Χαιρέτισε με ενθουσιασμό την περεστρόικα και στο πλαίσιο αυτού του -ακόμα πιο «νέου»- πνεύματος οδηγήθηκε στην απόπειρα της εκ νέου συγκόλλησης με την άλλη πτέρυγα του ρεφορμισμού στο πλαίσιο του ΣΥΝασπισμού.Οι εξελίξεις στη ΣΕ, οι καταρρεύσεις και η ολοκλήρωση της παλινόρθωσης και γενικότερα οι μεταβολές που συντελέστηκαν στο παγκόσμιο ταμπλό οδήγησαν σε νέα διάσπαση τόσο του ΚΚΕ όσο και του ΣΥΝασπισμού. Ένα μεγάλο τμήμα του ΚΚΕ από την κορυφή μέχρι τη βάση σε κοινή πορεία με την άλλη πτέρυγα του ρεφορμισμού (ΕΑΡ) και διατηρώντας τον τίτλο του ΣΥΝασπισμού προχώρησαν σε μια κατεύθυνση ουσιαστικά ολοκληρωτικής και ανοιχτής προσχώρησης στο σύστημα. Ένα άλλο δυναμικό που δεν ήταν διατεθειμένο να φτάσει τόσο «μακριά» και πλειοψήφησε στο συνέδριο που έγινε αποτέλεσε τη βάση του σημερινού ΚΚΕ. Για το -υπαρξιακό- πρόβλημα που αντιμετώπισε στη συνέχεια έχω ήδη αναφερθεί.


Αυτό που ενδιαφέρει εδώ είναι το ότι μέσα σ’ όλη αυτή τη διαδρομή το στελεχικό απαράτ του ΚΚΕ διαμόρφωσε και κουβαλάει ένα συγκεκριμέν οφορτίο θεωρητικών, ιδεολογικών, πολιτικών αντιλήψεων και νοοτροπιών.Βεβαίως η ζωή, οι εξελίξεις και οι απαιτήσεις της ταξικής πάλης επιδρούν και στο ΚΚΕ και θα συνεχίσουν να επιδρούν θέλει-δεν θέλει η ηγεσία του.Ωστόσο είναι γεγονός ότι αυτό το απαράτ παραμένει διαποτισμένο από αυτές τις αντιλήψεις, αυτό καθορίζει κατά κύριο λόγο τον τρόπο σκέψης καιτην οπτική τους. Αυτός είναι που καταρχάς διαμορφώνει και τα κριτήρια με τα οποία «ερμηνεύουν» την παλινόρθωση αλλά και το πώς βλέπουν συνολικά τα πράγματα και την προοπτική τους.Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι με τα ίδια κριτήρια που η ηγεσία του ΚΚΕτα έβλεπε όλα καλά και σοσιαλιστικά μέχρι την ολοκλήρωση της παλινόρθωσης, με τα ίδια ακριβώς «εξετάζει» τα πώς και τα γιατί των εξελίξεων. Το ότι όταν συντελούνται τέτοιου είδους δραματικές ανατροπές και διαψεύσεις αποτελεί υποχρέωση των κομμουνιστών να θέτουν υπό αμφισβήτηση τόσο τις λαθεμένες εκτιμήσεις τους όσο και τα κριτήρια που τους οδήγησαν σ’ αυτές τις λαθεμένες εκτιμήσεις είναι έξω από τη λογική της. Καθόλου παράξενο. Το να προχωρούσε μ’ έναν τέτοιο τρόπο, δηλαδή σε μια πραγματική και ουσιαστική αυτοκριτική, θα έθετε υπό κρίση τον ίδιο της τον εαυτό.Στην επιλογή λοιπόν (στην εμμονή) ενός τέτοιου τρόπου θεώρησης τωνπραγμάτων σημαντικό μερίδιο έχει και η διάθεση της ηγεσίας του ΚΚΕ νααποσείσει τις ευθύνες της. Τον ίδιο ακριβώς στόχο υπηρετεί και η υποτιθέμενη «αυτοκριτική» στην οποία προχωράει.Σ’ αυτήν περιγράφονται διάφορες μορφές και εκφράσεις του λαθεμένου τρόπου εκτίμησης των δεδομένων και των εξελίξεων. Μόνο που αυτές αποτελούν -όπως ειπώθηκε- εκφράσεις και όχι την ουσία του ζητήματος. Όταν μάλιστα προβάλλεται σαν μια βασική αιτία η θεωρητική ανεπάρκεια, τα ελλείμματα στη δημιουργική μελέτη και αφομοίωση της θεωρίας, το πράγμα παίρνει και μια φαιδρή διάσταση. Αλλά έστω.


ΕΛΛΕΙΜΑ «ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ» Ή ΠΕΡΙΣΣΕΜΑ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΥ;


Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι για όλους αυτούς τους λόγους η ηγεσία τουΚΚΕ δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί το τι ακριβώς συντελούνταν στη ΣΕκαι τις άλλες πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Ας προσπεράσουμε το ότι στράφηκε με ιδιαίτερη μανία ενάντια στους κομμουνιστές που προσπαθούσαννα αποκαλύψουν το χαρακτήρα αυτών των ανατροπών και να εξοπλίσουντο κίνημα απέναντί τους. Υπάρχει όμως μια κρίσιμη πλευρά του όλου ζητήματος που κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι «δεν την αντιλήφθηκε» επειδή, λέει, τον πιάσανε «αδιάβαστο»


Οι ανατροπές που συντελούνταν στη ΣΕ διαμόρφωναν και μια άλλη πολιτική γραμμή που υπαγορευόταν και επιβαλλόταν στα κόμματα που πρόσκεινταν στη ΣΕ. (Αυτό ίσχυε τόσο κατά τη χρουστσοφική όσο και κατάτην μπρεζνιεφική περίοδο και επόμενα). Κι αλήθεια, πόση «θεωρητική κατάρτιση» χρειάζεται σ’ έναν κομμουνιστή για να αντιληφθεί ότι κάτι σάπιο υπάρχει σε μια διαδικασία που επιβάλλει με τη συνδρομή της χρουστσοφικής αστυνομίας την αποβολή από το κόμμα του της τεράστιας πλειοψηφίας των μελών από μια ελάχιστη μειοψηφία (1955-1956); Ποια θεωρητικά «ελλείμματα» μπορούν να εξηγήσουν τη διάλυση των οργανώσεων του ΚΚΕ(στην ουσία του ίδιου του ΚΚΕ), την απαλλοτρίωση της ιδεολογικής και πολιτικής του φυσιογνωμίας και ιδιαιτερότητας και τη μετατροπή του σε ουρά της Ένωσης Κέντρου και του Γ. Παπανδρέου (δεκαετία 1960); Ποιο έλλειμμα «κατάρτισης» μπορεί να εξηγήσει τη συμπόρευση με το ΠΑΣΟΚ«για την πραγματική αλλαγή» (πριν και μετά το 1981) που αποπροσανατόλισε τον αριστερό κόσμο και συνολικά το λαό και τον έστειλε στην αγκαλιά του ΠΑΣΟΚ και του Α. Παπανδρέου; Ήταν ζήτημα κατάρτισης ή πολιτικού οπορτουνισμού (σε επίπεδα κρετινισμού) η συμπόρευση με τη Νέα Δημοκρατία «για την κάθαρση» και η«συγκυβέρνηση» που άνοιξε το δρόμο και «νομιμοποίησε» την κλιμάκωσητης επίθεσης ενάντια στο λαό; Και σε ποιο σημείο -όχι «θεωρητικής», αλλά-πολιτικής αλλοτρίωσης πρέπει να ’χει φτάσει κανείς όταν μετά την τέταρτη ή πέμπτη -δεν θυμάμαι- πραξικοπηματική επιβολή «νέου ηγέτη» στοΑφγανιστάν (δεκαετία 1980) μπορεί να γράφει στο «Ριζοσπάστη» πως«όταν ο λαός έμαθε ότι έγινε επανάσταση ξεχύθηκε χαρούμενος στους δρόμους»; Και, τέλος, πόσες «θεωρητικές» γνώσεις απαιτούνται, διάολε, για να αντιληφθούν στελέχη με 20-40 χρόνια πολιτικής εμπειρίας πού πήγαινε ηιστορία με την περεστρόικα; Όλα αυτά και άλλα που δεν αναφέρονται δεν χρειάζονται καμιά ιδιαίτερη θεωρητική κατάρτιση. Το μόνο που προϋποθέτουν είναι να βιώνει κανείς και να αντιλαμβάνεται τα ζητήματα της ταξικής πάλης από τη μεριά των συμφερόντων του λαού, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζονται ούτε στο ελάχιστο με τα συμφέροντα της αστικής τάξης. Να μην αλληθωρίζει προς την κατεύθυνση, υποτίθεται, «ρεαλιστικών διεξόδων». Να του είναι αδιανόητο ότι μπορεί να σαγηνευτεί και να αναλάβει ρόλους που του προσφέρει το σύστημα για να υπηρετήσει τάχα μου το λαό.Ακριβώς εδώ ήταν το ζήτημα. Όλα αυτά δεν ήταν «λάθη». Ήταν συγκεκριμένες εκφράσεις της πολιτικής ενός κόμματος που δημιουργήθηκε και διαμορφώθηκε για να λειτουργήσει με αυτόν ακριβώς τον τρόπο. (Με όλεςτις διαφοροποιήσεις, τροποποιήσεις που υπήρξαν σε μια πορεία, αλλά πάντα στον ίδιο άξονα). Αυτήν την πλευρά των ευθυνών της είναι που θέλει


να «προφυλάξει» η ηγεσία του ΚΚΕ με τέτοιου είδους «ερμηνείες», αποσιωπήσεις και «αυτοκριτικές». Ένα ιδιαίτερο βάρος στην επιλογή του τρόπου «ερμηνείας» της παλινόρθωσης έχει η πολιτική του γραμμή. Αναφέρθηκε ήδη ότι ο τρόπος ερμηνείας της παλινόρθωσης βρίσκεται σε συνάρτηση με το πώς βλέπει η ηγεσία τουΚΚΕ το ζήτημα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Ταυτόχρονα, ο τρόπος που αντιμετωπίζει αυτά τα ζητήματα συνδέεται σε καθοριστικό βαθμό με το πώς λειτουργεί, κινείται και δρα πολιτικά το ΚΚΕ. Εδώ βρίσκεται μάλλον και ο κρίσιμος παράγοντας, μια και το πώς λειτουργεί ένα κόμμα και στη βάση ποιας πολιτικής γραμμής δρα δίνει και τα πιο ουσιώδη συστατικά της υπόστασης και της φυσιογνωμίας του. Θα γίνει αναφορά και σ’ αυτήν τηνπλευρά στη συνέχεια. Αλλά αυτό που αποτελεί το θέμα της παρέμβασης είναι το πώς ερμηνεύει η ηγεσία του ΚΚΕ την παλινόρθωση σε συνάρτηση με το πώς βλέπει το ζήτημα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Αυτό και θα μας απασχολήσει βασικά στη συνέχεια




(Τα επόμενα δύο μέρη είναι το Β.Για τα ζητήματα σοσιαλιστικής οικοδόμησης)

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Ένα απο τα πιο ηθικά πρόσωπα που έτυχε να γνωρίσω στα φοιτητικά μου χρόνια. Τον θυμάμαι και ας πέρασαν απο τότε πολλά πολλά χρόνια!

ΓΙωργος - Βερολινο