Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

Για τις θέσεις του ΚΚΕ στο θέμα της παλινόρθωσης και του σοσιαλισμού.(Βασίλης Σαμαράς )ΜΕΡΟΣ Β



















 Β. Για τα ζητήματα σοσιαλιστικής οικοδόμησης

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Με ανάλογο τρόπο αντιμετωπίζει η ηγεσία του ΚΚΕ το ζήτημα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και της πορείας προς τον κομμουνισμό. Αν επιχειρούσαμε να συνοψίσουμε το σχήμα πορείας, θα λέγαμε ότι κατά βάση στηρίζεται στη λεγόμενη «αντιαγοραία» κατεύθυνση (όπως η ηγεσία του ΚΚΕ την ορίζει), απαλλαγμένη από τις «αγοραίες» παρεμβολές και τα ανάλογα στοιχεία που στην πορεία της ενσωμάτωσε αυτή η κατεύθυνση. Τώρα, το πόσο επέδρασε ο τρόπος ερμηνείας της παλινόρθωσης στη διαμόρφωση ενός τέτοιου σχήματος ή αντίστροφα, θα το προσπεράσουμε. Θα σημειώσουμε μόνο δύο πράγματα που ίσως και να αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.Το κεντρικό στοιχείο, κατά την άποψή μας, στον τρόπο ερμηνείας της παλινόρθωσης από την ηγεσία του ΚΚΕ είναι η κραυγαλέα αποσιώπηση του ρόλου της κοινωνικής δύναμης που αποτέλεσε το φορέα της  παλινορθωτικής διαδικασίας. Από την άλλη μεριά, το πώς αντιμετωπίζει το ζήτημα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, τα προβλήματά της, οι λύσεις που βλέπει να δίνονται, με ποιους τρόπους και από ποιους αναδεικνύει και ενισχύει την«αρμοδιότητα» δυνάμεων που έχουν ή μπορεί να πάρουν ανάλογα χαρακτηριστικά .Βασικά στοιχεία της αντίληψης με την οποία αντιμετωπίζουμε τα ζητήματα  που τίθενται και της αντίστοιχης κριτικής στις θέσεις του ΚΚΕ αποτελούν: Η αντιμετώπιση της πορείας σοσιαλιστικού-κομμουνιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας σαν μια μακρόχρονη ιστορικού χαρακτήρα διαδικασία κοινωνικών μετασχηματισμών. Το ότι αυτή η διαδικασία δεν αφορά τη διαμόρφωση της κοινωνίας στη βάση ενός μοντέλου στο οποίο οφείλει αυτή να προσαρμοστεί, αλλά τον επαναστατικό μετασχηματισμό της σε κομμουνιστική κατεύθυνση. Σ’ αυτή τη βάση, το προχώρημα σε μια τέτοια κατεύθυνση δεν αποτελεί στη βασική του πλευρά ζήτημα σχεδιασμού με «επιστημονικά» κ.λπ. κριτήρια και προδιαγραφές, αλλά πρώτα και πάνω απ’ όλα ζήτημα ταξικής  πάλης.Αυτές οι παραδοχές καθορίζουν το ότι το ζήτημα του προσδιορισμού του φορέα αυτής της κοινωνικής μετεξέλιξης, δηλαδή της εργατικής τάξης,δεν εξαντλείται στη ρητορική του αναφορά. Χρειάζονται πολύ πιο ουσιαστικοί προσδιορισμοί του ρόλου, της σχέσης της με τις άλλες κοινωνικές δυνάμεις και φορείς (κράτος, κόμμα κ.λπ.) του σοσιαλιστικού σχηματισμού. Ή αλλιώς τον ουσιαστικό προσδιορισμό της δικτατορίας του προλεταριάτου σαν υπόθεση που αφορά πρώτα και πάνω απ’ όλα το ίδιο το… προλεταριάτο.

ΤΟ «ΕΔΑΦΟΣ» ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ

Σε σχέση με το πρώτο (το μακροχρόνιο της πορείας μετασχηματισμού)χρειάζεται καταρχάς να διευκρινιστούν -σε συντομία έστω- ορισμένα πράγματα. Πρώτο και κύριο, ποια η αφετηρία αυτής της διαδικασίας, ποιοτο έδαφος πάνω στο οποίο κινείται. Όσο μας αφορά, η αφετηρία είναι η επαναστατική ανατροπή της κυριαρχίας της κεφαλαιοκρατικής αστικής τά-ξης και συνακόλουθα η διαμόρφωση της πρωταρχικής πολιτικής, οικονομι-κής, κοινωνικής, σοσιαλιστικής βάσης. Μια άποψη που μας διαφοροποιείκαι μας διαχωρίζει από ρεφορμιστικές αντιλήψεις που τοποθετούν την αφετηρία των σοσιαλιστικών (λέμε τώρα) μετασχηματισμών μέσα στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος, θεωρώντας ότι μπορεί να μεταρρυθμιστεί,μετεξελιχθεί.Ο προσδιορισμός της αφετηρίας και του «εδάφους» έχει σημασία καιαπό μια άλλη πλευρά. Υπάρχει πλήθος προσεγγίσεων του ζητήματος (απότ’ αριστερά ή υποτίθεται) που επιλέγουν να σχεδιάσουν τον κομμουνισμό«που ονειρεύονται» (στην κυριολεξία) «υπερβαίνοντας», αγνοώντας ή και μηδενίζοντας τις προσπάθειες σοσιαλιστικής οικοδόμησης που έχουν υπάρξει. Αφορά μια ολάκερη και πολύμορφη κατηγορία αυτή η τάση, αλλά δενείναι αυτό το θέμα μας εδώ. Οπωσδήποτε χρειάζεται μια σύντομη τοποθέτηση και περισσότερο για να αποσαφηνίσουμε το πώς αντιλαμβανόμαστε το ζήτημα από τη μεριά μας. Σε όλους αυτούς δεν έχουμε να προσφέρουμε κανέναν ιδανικό κομμουνισμό και καμιά ιδεατή κοινωνία. Το μόνο που«διαθέτουμε» είναι αυτό που έδωσε η ταξική πάλη και οι αγώνες της εργατικής τάξης στη συγκεκριμένη ιστορική τους διαδρομή. Πάνω σ’ αυτήν και μόνο σ’ αυτήν τη βάση αντιμετωπίζουμε τα ζητήματα.Το ΚΚΕ δεν ανήκει σ’ αυτήν την κατηγορία. Λόγω προέλευσης και επιλογών προσπαθεί να κινείται στο έδαφος του σοσιαλισμού που έχει υπάρξει και με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται το ζήτημα. Εμφανίζει ωστόσο και εκλεκτικές συγγένειες με αυτούς τους τρόπους θεώρησης στα ζητήματα, λ.χ.,του «μοντέλου» του σχεδιασμού βάσει «επιστημονικών» κριτηρίων αντί τηςταξικής πάλης κ.λπ. Στις τοποθετήσεις της βεβαίως μετά το 1989-1991 η ηγεσία του ΚΚΕ αποδέχεται -ρητορικά- την έννοια της συνέχισης της ταξικήςπάλης στο σοσιαλισμό. Ας μην ξεχνάμε ωστόσο ότι αυτή η ηγεσία έχει διαμορφωθεί στη βάση αντιλήψεων που απέρριπταν σαν αντιμαρξιστικές τις«μαοϊκές απόψεις» περί συνέχισης της ταξικής πάλης. Αντιλήψεις στις οποίες στρατεύτηκε και υπηρέτησε μάχιμα η ηγεσία του ΚΚΕ για δεκαετίες. Τώρα αν αυτές τις «καινοφανείς» για τις αντιλήψεις τους απόψεις δεν κατάφεραν ακόμα να τις αφομοιώσουν ή απλώς δεν θέλουν να τις αποδεχτούνστην ουσία τους, ας τ’ αφήσουμε για την ώρα αναπάντητο.

ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ ΤΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Στις τοποθετήσεις του ΚΚΕ γίνεται αποδεκτό πως η πορεία μετάβασηςστον κομμουνισμό αποτελεί μια μακροχρόνια ιστορική περίοδο. Η τοποθέτηση αυτή χρησιμοποιείται κυρίως για την αντίκρουση απόψεων που με βάση την παλινόρθωση υποστηρίζουν τα περί «ουτοπίας» του σοσιαλιστικούοράματος κ.λπ. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις απαντούν -και σωστά- πως η παλινόρθωση αποτελεί ένα πισωγύρισμα σ’ αυτή τη μακροχρόνια διαδικασίαπου περιλαμβάνει πολλές καμπές, άλματα και πισωγυρίσματα κ.λπ. Μόνοπου αυτή η διάσταση του ζητήματος έχει και άλλες πολύ ουσιαστικές πλευρές τις οποίες προσπερνούν οι απόψεις του ΚΚΕ ή ακόμη και τις αναιρούν.Ακριβώς επειδή ο τρόπος που αντιλαμβάνεται η ηγεσία του την «πορείαπρος τον κομμουνισμό» δεν αντιστοιχεί και δεν απαντάει στα προβλήματαπου αναδεικνύονται στο πλαίσιο αυτής της μακροχρόνιας ιστορικής διαδικασίας.Ας δούμε ορισμένες τοποθετήσεις της.
 «Ο σοσιαλισμός είναι η πρώτη βαθμίδα του κομμουνιστικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, δεν είναι αυτόνομος σχηματισμός, είναι ο ανώριμος πρώιμος κομμουνισμός». 

«Είναι λαθεμένη η προσέγγιση που υποστηρίζει την ύπαρξη “μεταβατικών κοινωνιών” τόσο σε σχέση με τον καπιταλισμό όσο και σε σχέση με το σοσιαλισμό. Στη βάση αυτής της θεώρησης ερμηνεύεται λαθεμένα η ανάπτυξη κα-πιταλιστικών σχέσεων στην Κίνα και το Βιετνάμ ως μεταβατική “πολυτομεακινή” κοινωνία». Ή, όπως λέγεται, το «στρίβειν» διά της… Κίνας. Το ζήτημα του μεταβατικού ή όχι χαρακτήρα αυτών των κοινωνιών ουδεμία σχέση έχει με τα συμβαίνοντα στην Κίνα λ.χ. Αλλά, μια και τέθηκε, ας το ξεκαθαρίσουμε. Όπως από χρόνια πολλά υποστηρίζουμε, στην Κίνα όντως υπάρχει μια πορεία μετάβασης. Μια διαδικασία -μετά το «μάθημα»-πάθημα της ΣΕ- ελεγχόμενης μετάβασης στον… καπιταλισμό. Και είναι η ηγεσία του ΚΚΕ που οφείλει να ξεκαθαρίσει τη θέση της απέναντι σ’ αυτά που εξελίσσονται στην Κίνα υπό την καθοδήγηση του «αδελφού» ΚΚ Κίνας. Τώρα, σε ποιους απαντάει μ’ αυτό το εύρημα η ηγεσία του ΚΚΕ είναι ένα ερώτημα. Ίσως στον… Λένιν. Στον ίδιο το «Ριζοσπάστη», όπου στις 24/01/10 δημοσιεύεται κείμενο του Λένιν στο οποίο αναφέρεται:

 «Θεωρητικά δεν χωράει αμφιβολία πως ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό υπάρχει μια ορισμένη μεταβατική περίοδος. Η περίοδος αυτή δεν μπορεί παρά να συγκεντρώνει τα γνωρίσματα ή τις ιδιότητες και των δύο συστημάτων κοινωνικής οικονομίας. Η μεταβατική αυτή περίοδος δεν μπορεί παρά να είναι μια περίοδος πάλης ανάμεσα στον καπιταλισμό που πεθαίνει και τον κομμουνισμό που γεννιέται […] Όχι μόνο για έναν μαρξιστή αλλά για κάθε μορφωμένο άνθρωπο που ξέρει λίγο πολύ τη θεωρία της εξέλιξης δεν μπορεί παρά να είναι αυτονόητη η ανάγκη μιας ολόκληρης ιστορικής εποχής που θα έχει τα διακριτικά αυτά γνωρίσματα της μεταβατικής περιόδου».

Πιο πιθανό μάλλον είναι να απαντάει σε ανάλογες απόψεις στο εσωτερικό του ΚΚΕ και που άλλωστε διατυπώθηκαν και στο αντίστοιχο κείμενοτου 1995 όπου διαβάζουμε: 

«Υιοθετήθηκαν θεωρίες που είτε δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα είτε απλούστευαν τα θεωρητικά θέματα οικοδόμησης του σοσιαλισμού, π.χ. θεωρίες που πρόβαλλαν τη γρήγορη μετάβαση στον αναπτυγμένο σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό, υποτιμώντας το σύνθετο, μακροχρόνιο χαρακτήρα της μεταβατικής περιόδου». 

Ακόμη, στο ίδιο κείμενο (του 1995): «Η λαϊκή συμμετοχή και ο κοινωνικός έλεγχος της σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας αποδείχτηκε ότι δεν είναι εύκολη υπόθεση καθώς το σοσιαλιστικό σύστημα χωρίζεται ιστορικά από την κομμουνιστική αυτοδιοίκηση». 

Ακόμη, στην εισαγωγή της Ε. Μπέλλου στην έκδοση των«Οικονομικών προβλημάτων του σοσιαλισμού» του Στάλιν, αναφέρεται

«[…] της σοσιαλιστικής κοινωνίας σαν κατώτερης βαθμίδας αυτού του νέουκοινωνικοοικονομικού σχηματισμού σαν το μακρόχρονο επαναστατικό μεταβατικό πέρασμα από τον παλιό στον νέο τρόπο παραγωγής».

Μπορούμε συνεπώς να πούμε ότι η πρόσφατη απόπειρα του ΚΚΕ βρίσκεται σε ορισμένα σημεία «πίσω» και από παλιότερες (1995) τοποθετήσεις του. Το πιο πιθανό είναι ότι, διακρίνοντας τους «κινδύνους» και τα ζητήματα που ίσως άνοιγαν τέτοιου είδους προσεγγίσεις, προσπαθεί να τα «συμμαζέψει» ώστε να περιορίσει τους όποιους προβληματισμούς σε ελεγχόμενα όρια. Όπως και να ’χει, αυτό που κυρίως έχει σημασία είναι η ουσία του ζητήματος.Αυτόνομος λοιπόν ή όχι ο κοινωνικός σχηματισμός που διαμορφώνει η επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού, πόσο αυτόνομος και πόσο όχι; Όσο με αφορά, με μια έννοια και είναι και «δεν είναι». Είναι αυτόνομος επειδή απλούστατα δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός που να μην είναι «αυτόνομος», να μην ορίζεται δηλαδή «από τον εαυτό του». Πιο συγκεκριμένα, από τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που έχει αναδείξει η επανάσταση, τις κοινωνικοοικονομικές ανατροπές που έχει επιφέρει, τις παραγωγικές, οικονομικές, κοινωνικές καιπολιτικές σχέσεις που έχουν διαμορφωθεί στη βάση αυτών των ανατροπών.Αυτός είναι, αυτά τα δεδομένα του και δεν έχει να «παραγγείλει» άλλα από πουθενά. Με βάση αυτά θα πορευτεί.Η -σχετική- αίρεση αυτής της αυτονομίας συνδέεται και πάλι με ταπραγματικά δεδομένα. Βασικά με το γεγονός ότι πρόκειται για έναν σχηματισμό νέο και μάλιστα πρωτοφανέρωτο στην ιστορία. Δεν συνέβη ποτέ και δεν μπορεί να συμβεί οι πρωταρχικές μορφές συγκρότησης ενός σχηματισμού να είναι και οι τελικές, ούτε στο σύνολό του ούτε όσον αφορά τις δυνάμεις που τον συγκροτούν και τις σχέσεις που διαμορφώνονται στο πλαίσιό του. Εξ αντικειμένου εμπεριέχονται στοιχεία της «παλιάς» κατάστασης,συνυπάρχοντας και με τα «φύτρα» της νέας. Αυτό σημαίνει ότι αυτός ο σχηματισμός δεν θα παραμείνει «στάσιμος», αλλά θα εξελιχθεί προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΚΑΙ ΜΟΝΤΕΛΑ

Το ότι η πορεία μετασχηματισμού της κοινωνίας σε κομμουνιστική κατεύθυνση είναι μια μακρόχρονη διαδικασία ιστορικού κοινωνικού χαρακτήρα θέτει ορισμένα δεδομένα και αναδεικνύει σημαντικά ζητήματα. Ταυτόχρονα και σημαντικές διαφορές στον τρόπο αντιμετώπισης αυτών τωνζητημάτων, με κρίσιμο, θα λέγαμε, το ζήτημα του φορέα αυτού του μετασχηματισμού. Βεβαίως, στις τοποθετήσεις των περισσότερων μαρξιστικών(και μαρξιζόντων), ως φορέας προσδιορίζεται η εργατική τάξη. Ωστόσουπάρχουν σοβαρά ερωτήματα πάνω στο εάν πραγματικά ή και πώς το εννοεί ο καθένας.Πάνω στα ζητήματα που τίθενται υπήρξαν -και υπάρχουν- πολλές και πολλών μορφών «παρανοήσεις» ή και στρεβλώσεις. Προσεγγίσεις ιδεαλιστικού χαρακτήρα που στην πραγματικότητα οδηγούν αλλού από εκεί πουυποτίθεται στοχεύουν αυτοί που τις επιχειρούν. Υπάρχουν, λ.χ., πολλέςπροσεγγίσεις και σε ποικιλία μορφών που το ζήτημα του κομμουνισμού τοαντιμετωπίζουν στη βάση προδιαγεγραμμένων σχημάτων. Κι ας λέει οΜαρξ ότι ο κομμουνισμός δεν είναι ένα μοντέλο στη βάση του οποίου οφείλει να διαμορφωθεί η κοινωνία, αλλά ο επαναστατικός μετασχηματισμόςτης σε κομμουνιστική κατεύθυνση. Κι ας επαναλαμβάνουν με στόμφο καιοι ίδιοι αυτή τη φράση του Μαρξ για να προχωρήσουν αμέσως μετά σε σχεδιασμούς «ιδανικών κομμουνισμών», δείχνοντας πόσο λίγο ή και καθόλουέχουν αντιληφθεί την ουσία του ζητήματος.Άλλες τόσες είναι οι προσεγγίσεις που αγκιστρώνονται στο ζήτημα της«θεωρίας». Αν η θεωρία μελετήθηκε με πληρότητα, αν κατανοήθηκε σωστά,αν εφαρμόστηκε με συνέπεια, αν διαστρεβλώθηκε κ.λπ. κ.λπ. Μόνο που τέτοια θεωρία δεν υπήρξε και ούτε θα μπορούσε να υπάρξει πριν τα προβλήματα που θέτει η σοσιαλιστική οικοδόμηση αρχίσουν να τίθενται συγκεκριμένα στην πράξη.Ανάλογου χαρακτήρα «παρανοήσεις» εκδηλώνονται και σε αναφορά μετο ζήτημα της αντιμετώπισης των οικονομικών νόμων και των εν γένει «νομοτελειών» που διέπουν την κίνηση των πραγμάτων. Το ζήτημα της επιστήμης, της «επιστημονικότητας», των σχεδιασμών στα οποία κατά κόρον αναφέρεται η «σχολή» στην οποία έχει εντρυφήσει και με τα δόγματα τηςοποίας έχει διαμορφώσει τις αντιλήψεις της η ηγεσία του ΚΚΕ. (Αλλά και πολλοί άλλοι που όλως παραδόξως νομίζουν ότι κινούνται σε αντίθετο ρεύμα). Το ίδιο και σε σχέση με ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Το ζήτημα των παραγωγικών σχέσεων «στον κομμουνισμό», που κάποιοι (και όχι μόνο η ηγεσία του ΚΚΕ) τις αντιμετωπίζουν σαν να τις έχουν στο τσεπάκι και δεν έχουν παρά να σχεδιάσουντην εφαρμογή τους.Αυτές οι ιδεοληψίες βρίσκονται στη βάση αντιλήψεων και τάσεων «προγραμματισμού» της διαδικασίας μετασχηματισμού στην ιστορική της διαδρομή. Είναι απαραίτητο εδώ να διευκρινίσουμε ένα ζήτημα προς αποφυγήν παρανοήσεων ή «παρανοήσεων». Με το προηγούμενο δεν εννοούμε καθόλου την άποψη διαμόρφωσης κατευθύνσεων, σχεδίων, προγραμμάτων στη βάση συγκεκριμένων επιδιώξεων, στόχων και χρονοδιαγραμμάτων, τηναναγκαιότητα των οποίων θεωρούμε αυτονόητη. Εννοούμε αντιλήψεις«προγραμματισμού» της κοινωνικής εξέλιξης και της ιστορίας, πράγμα πουείναι απλώς αδιανόητο και ταυτόχρονα θεμελιώδης στρέβλωση αντίληψηςτων πραγμάτων.Αλλά, αν η γνώση (με την πλήρη και ουσιαστική έννοια) των νόμων της οικονομίας και γενικά της κίνησης των πραγμάτων ήταν τόσο απλή υπόθεση και αν τις κομμουνιστικές παραγωγικές σχέσεις τις είχαμε στο συρτάρι,τότε θα είχαμε όλα τα βασικά δεδομένα διαμόρφωσης της θεωρίας τηνοποία –όπως, υποτίθεται, αποδέχεται και η ηγεσία του ΚΚΕ- δεν διαθέτουμε. (Και δεν θα αναγκαζόταν κι εκείνος ο Στάλιν να λέει πως στο κεφάλαιοαυτό «ξεκινάμε από το μηδέν»). Αλλά η αναίρεση -στην ουσία της- αυτής της άποψης είναι το λιγότερο. Ταυτόχρονα έχουμε και την -έμμεση αλλά ουσιαστική- απόρριψη της άποψης για το μακροχρόνιο αυτής της ιστορικήςπορείας. Ακόμη περισσότερο, την αναίρεση της άποψης για συνέχιση της ταξικής πάλης στο σοσιαλισμό. Ούτε είναι άλλωστε τυχαίο ότι η άποψη περί συνέχισης της ταξικής πάλης αντιμετωπιζόταν από όλους αυτούς και επί δεκαετίες σαν μια «μαοϊκή παραξενιά». Το ότι αναγκάστηκαν να την εισάγουν στις θέσεις τους (όχι όλοι) δεν σημαίνει κιόλας ότι την έχουν αποδεχτεί ή έχουν κατανοήσει το τι σημαίνει ως προς τη θεώρηση του συνόλου των ζητημάτων. Από εκεί και πέρα, το ότι μια τέτοια αναίρεση υποβαθμίζει και τη σημασία του φορέα (και παρά τους όρκους στο όνομά της), το ρόλο της εργατικής τάξης είναι η αναπόφευκτη συνέπεια μιας τέτοιας λογικής .

Η ΠΟΡΕΙΑ ΜΕΤΑΒΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΘΕΤΕΙ

Σε σχέση με όλα αυτά το μόνο που θα ’χαμε να πούμε σ’ αυτό το σημείο είναι το εξής. Από άποψη ουσίας και στην ιστορική της διάσταση η παλινόρθωση στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες δεν ήταν τίποτε άλλο από τηναρνητική έκβαση της ταξικής πάλης στο πλαίσιο της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που η θριαμβευτική πορεία της με τηνπραγματοποίηση της Οκτωβριανής Επανάστασης και η σοσιαλιστική οικοδόμηση στη συνέχεια αποτελούσαν εκφράσεις νικηφόρας έκβασης της ταξικής πάλης και με φορέα την εργατική τάξη. Η ιστορική εξέλιξη δεν έχει να μας δώσει άλλον τρόπο και όσο μας αφορά δεν έχουμε άλλο δρόμο να βαδίσουμε. Θεωρούμε χρήσιμη εδώ και για την καλύτερη κατανόηση των ζητημάτων που τίθενται την παράθεση ενός αποσπάσματος από τις απόψειςτου Λένιν στο «Κράτος και Επανάσταση».
 
«Όλη η θεωρία του Μαρξ αποτελεί εφαρμογή της θεωρίας της εξέλιξης –στην πιο συνεπή, ολοκληρωμένη και πλούσια σε περιεχόμενο μορφή της- στον σύγχρονο καπιταλισμό. Είναι φυσικό ότι ο Μαρξ έβαλε το ζήτημα της εφαρμογής αυτής της θεωρίας και στην επικείμενη χρεοκοπία του καπιταλισμού και στη μελλοντική ανάπτυξη του μελλοντικού κομμουνισμού. Ποια στοιχεία λοιπόν μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για να βάλουμε το ζήτημα της μελλοντικής ανάπτυξης του κομμουνισμού. Η βάση είναι ότι προέρχεται από τον καπιταλισμό. Ιστορικά αναπτύσσεται στον καπιταλισμό, είναι αποτέλεσμα ενεργειών μιας κοινωνικής δύναμης που τη γέννησε ο καπιταλισμός. Δεν υπάρχει στον Μαρξ καμιά σκιά προσπάθειας να συντάξει ουτοπίες, να μαντέψει στα κούφια εκείνα που δεν μπορεί να είναι γνωστά. Ο Μαρξ βάζει το ζήτημα του κομμουνισμού όπως θα έβαζε ο φυσιοδίφης το ζήτημα της ανάπτυξης, λ.χ., μιας νέας βιολογικής παραλλαγής, μια και ξέρουμε γι’ αυτήν ότι γεννήθηκε με τον τάδε τρόπο και ότι μεταβάλλεται προς την τάδε καθορισμένη κατεύθυνση […] Ανάμεσα από ποιους σταθμούς, με ποια πρακτικά μέτρα θα βαδίσει η ανθρωπότητα προς αυτόν τον ανώτερο σκοπό, αυτό είναι ένα ζήτημα που δεν το ξέρουμε και δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Έχει όμως σημασία να ξεκαθαρίσουμε στον εαυτό μας πόσο άμετρα ψεύτικη είναι η συνηθισμένη αστική αντίληψη ότι τάχα ο σοσιαλισμός είναι κάτι το νεκρό, το κοκαλωμένο, μια για πάντα δοσμένο, ενώ στην πραγματικότητα μόνο από το σοσιαλισμό θα αρχίσει η γοργή, η αληθινή, η πραγματική μαζική κίνηση προς τα εμπρός σε όλες τις περιοχές της κοινωνικής και ατομικής ζωής, με τη συμμετοχή της πλειονότητας του πληθυσμού και κατόπιν με τη συμμετοχή όλου του πληθυσμού»

Ας δούμε ωστόσο πώς τοποθετείται απέναντι σ’ αυτά τα ζητήματα η ηγεσία του ΚΚΕ

«Η πάλη για τη θεμελίωση και ανάπτυξη της νέας κοινωνίας συντελείται απότην επαναστατική εργατική εξουσία με καθοδηγητικό πυρήνα της το Κομμουνιστικό Κόμμα, που συνειδητά δρα με βάση τους νόμους κίνησης της σοσιαλιστικήςκομμουνιστικής κοινωνίας. Ο άνθρωπος, γινόμενος κυρίαρχος των κοινωνικών διαδικασιών, περνάει βαθμιαία από το βασίλειο της αναγκαιότητας στο βασίλειο της ελευθερίας. Από εδώ απορρέει ο ανώτερος ρόλος του υποκειμενικού παράγοντα σε σχέση με όλους τους προηγούμενους κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς, όπου η ανθρώπινη δράση κυριαρχείται από την αυθόρμητη επιβολή των κοινωνικών νόμων στη βάση των αυθόρμητα αναπτυσσόμενων σχέσεων παραγωγής» (Σημείο 21).

«Είναι λάθος η άποψη ότι η πραγματική κοινωνικοποίηση προϋποθέτει την πλήρη κατάργηση του διαχωρισμού επιτελικής και εκτελεστικής εργασίας.Επίσης, λανθασμένη είναι η θέση ότι διαφοροποιείται η “κρατικοποίηση” μέσων παραγωγής εκ μέρους της δικτατορίας του προλεταριάτου από την κοινωνικοποίηση. Οι θέσεις αυτές τείνουν να αμφισβητήσουν το ρόλο της δικτατορίας του προλεταριάτου ως εργαλείου της ταξικής πάλης […]»(Σημείο 5).

Ορισμένες πρώτες παρατηρήσεις πριν προχωρήσουμε στο πιο ουσιαστικό μέρος του ζητήματος. Η ηγεσία του ΚΚΕ, καθώς το συνηθίζει, τσουβαλιάζει απόψεις και απόψεις. Καταρχάς είναι καθαρό ότι η κρατικοποίηση -των βασικών τουλάχιστον- μέσων παραγωγής είναι παραπάνω από αναγκαία. Αποτελεί σε πρώτη φάση τον μοναδικό τρόπο που διαθέτει η εργατική τάξη για να απαλλοτριώσει την κυριαρχία της αστικής τάξης στον παραγωγικό οικονομικό τομέα. Είναι το πρώτο και αποφασιστικό βήμα,αλλά όχι και το «τελευταίο». Είναι η πρώτη στοιχειώδης μορφή κοινωνικοποίησης, αλλά όχι η τελική και ολοκληρωμένη. Γι’ αυτό άλλωστε και ο Στάλιν (στα «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού») αναφέρει πως «η μεταβίβαση στην ιδιοκτησία του κράτους δεν είναι η μοναδική και ακόμα δεν είναι και η καλύτερη μορφή εθνικοποίησης, όπως σωστά λέει ο Ένγκελς στοΑντι-Ντύρινγκ».Δεύτερον, δεν μπορούμε να θεωρούμε αυταπόδεικτο πως κάθε κρατικοποίηση σημαίνει και έκφραση της «δικτατορίας του προλεταριάτου». Ας μην ξεχνάμε ότι στην κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής στηρίχτηκε για δεκαετίες (μετά το 1956) η κυριαρχία της ιντελιγκέντσιας και η Νέα ΑστικήΤάξη που αναδύθηκε μέσα από αυτήν. Χώρια που κρατικοποιήσεις γίνονται κατά καιρούς και από την αστική τάξη στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος. Υπάρχουν λοιπόν κρατικοποιήσεις και κρατικοποιήσεις.Ας συνεχίσουμε.

«Η κατανομή τμήματος της σοσιαλιστικής παραγωγής “σύμφωνα με την εργασία” (που ως προς τη μορφή μοιάζει με την εμπορευματική ανταλλαγή) είναι αποτέλεσμα της καπιταλιστικής κληρονομιάς. Ο νέος τρόπος παραγωγής δεν την έχει αποβάλει, γιατί δεν έχει ακόμα ανάλογα αναπτύξει την ανθρώπινη παραγωγική δύναμη και τα μέσα παραγωγής στις αναγκαίες διαστάσειςμε ευρύτατη χρησιμοποίηση της νέας τεχνολογίας» (Σημείο 7)

«Το καθήκον να αναπτύσσονται οι κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής-κατανομής προϋποθέτει την ανάπτυξη της θεωρίας του επιστημονικού κομμουνισμού από το KK, συνειδητοποιώντας τις νομοτέλειες κίνησης του κομμουνιστικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού με την αξιοποίηση τηςεπιστημονικής εργασίας για τους ταξικούς σκοπούς» (Σημείο 21)

Απόψεις που τις είχαμε ήδη συναντήσει και στην ανάλογη προσπάθεια του 1995 όπου σε σχέση με τις αιτίες παλινόρθωσης αναφέρεται πως «μειώθηκε η ικανότητα των κομμουνιστικών κομμάτων να στηρίζουν τις αποφάσεις τους σε επιστημονικά δεδομένα». Μόνο που τα κομμουνιστικά κόμματα δεν είναι επιστημονικά ινστιτούτα, αλλά όργανα ταξικής πάλης, αλλά ας συνεχίσουμε.

«Ο καταμερισμός εργασίας στα κοινωνικοποιημένα μέσα παραγωγής γίνεται με βάση το σχέδιο που οργανώνει την παραγωγή και προσδιορίζει τις αναλογίες της […] Ο Κεντρικός Σχεδιασμός εκφράζει τη συνειδητή αποτύπωση αντικειμενικών αναλογιών της παραγωγής και κατανομής, καθώς και τηνπροσπάθεια για την ολόπλευρη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Γι’αυτό το λόγο, δεν πρέπει να κατανοείται ως τεχνοοικονομικό εργαλείο, αλλά ως κομμουνιστική σχέση παραγωγής και κατανομής, που συνδέει τους εργαζόμενους με τα μέσα παραγωγής, τους σοσιαλιστικούς οργανισμούς. Συμπεριλαμβάνει συνειδητή σχεδιασμένη επιλογή κινήτρων και στόχων στηνπαραγωγή και αποβλέπει στη διευρυνόμενη ικανοποίηση των κοινωνικώναναγκών…» (Σημείο 6).

Παρακάτω και συνειδητοποιώντας ίσως και σε κάποιο βαθμό ότι πιθανά να «ξέφυγαν» κάπως, συμπληρώνουν:

«Οι νομοτέλειες του Κεντρικού Σχεδιασμού δεν ταυτίζονται με το κάθε φορά σχέδιο, στο οποίο θα πρέπει να αποτυπώνονται επιστημονικά αυτές οι αντικειμενικές αναλογίες»


Αναζητώντας ανάλογους τρόπους προσέγγισης των ζητημάτων σταθήκαμε στις «βάσεις του μαρξισμού-λενινισμού» των Κοούζινεν, Αρμπάτοφ κ.ά. αστέρων της ρεβιζιονιστικής θεωρητικής παραγωγής στη βάση της οποίας διαμόρφωσε τις αντιλήψεις της και η ηγεσία του ΚΚΕ. Διαβάζουμε λοιπόν εκεί:


«Με την καθιέρωση της κοινωνικής ιδιοκτησίας οι νόμοι της καπιταλιστικής οικονομίας παύουν να δρουν. Η νέα μορφή ιδιοκτησίας δημιουργεί και τους δικούς της, τους νέους αντικειμενικούς νόμους. Ανάμεσα σε αυτούς τους νόμους ιδιαίτερα σοβαρή θέση κατέχει ο νόμος της σχεδιομετρικής αναλογικής ανάπτυξης της εθνικής οικονομίας […] Η ουσία του νόμου συνίσταται στο ότι η ομαλή λειτουργία της σοσιαλιστικής οικονομίας απαιτεί να υπάρχουν καθοριστικές σχέσεις-αναλογίες μεταξύ των διαφόρων κλάδων της. Συνίσταται επίσης στο ότι ο καθορισμός και η διατήρηση αυτών των αναλογιών μπορεί και πρέπει να γίνονται σχεδιομετρικά (αρμονικά), δηλαδή να είναι αποτέλεσμα της συνειδητής δράσης του κράτους και των οργάνων του σχεδιοποίησης»
Μπορούμε να πάμε και στον ίδιο τον Χρουστσόφ και σ’ αυτά που αναφέρει στην εισήγησή του στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1961):

«Το ΚΚΣΕ σαν κόμμα του επιστημονικού κομμουνισμού προβάλλει και λύνει τα προβλήματα της κομμουνιστικής οικοδόμησης ανάλογα με τη δημιουργία και την ωρίμανση των υλικών και πνευματικών προϋποθέσεων […] Το Κόμμα κοιτάζει προσεκτικά στο μέλλον, αποκαλύπτει μπροστά στο λαό επιστημονικά θεμελιωμένους δρόμους πορείας προς τα εμπρός […] Η αύξηση του ρόλου του κόμματος καθορίζεται […] από την αυξανόμενη σημασία της θεωρίας του επιστημονικού κομμουνισμού και της δημιουργικής ανάπτυξης και προπαγάνδισής του».

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Αλλά ας πάμε ακόμη πιο πίσω, στο σημείο καμπής των εξελίξεων. Το ζήτημα του πώς προχωράει παραπέρα η σοσιαλιστική κοινωνία είναι αυτό που αναδείχτηκε στη σοβιετική πραγματικότητα και προβλήθηκε (με όποιον τρόπο έγινε αυτό) στις συζητήσεις του 1951. Απέναντι σ’ αυτά, όπως κιόλας έχει αναφερθεί, αναπτύχθηκαν δύο απόψεις και μια «τρίτη» (Στάλιν).Σε σχέση με τους νόμους της οικονομίας, τις νομοτέλειες που διέπουν την κίνηση των πραγμάτων και κάτω από ποιους όρους διαμορφώνονται οι παραγωγικές σχέσεις και όσον αφορά το θεωρητικό μέρος του πράγματος:

«Είχαμε την τάση που υποστήριζε την προσαρμογή των οικονομικών επιλογών στους νόμους της οικονομίας». Μια τέτοια διατύπωση του ζητήματοςωστόσο συσκότιζε την ουσία της άποψής τους. Το κρίσιμο και ουσιώδεςστην περίπτωσή τους ήταν ότι αποδέχονταν (θεωρούσαν) σαν οικονομι-κούς νόμους αντικειμενικής υπόστασης και ισχύος αυτούς που «αναγνώριζε» σαν τέτοιους η αστική πολιτική οικονομία.Από την άλλη μεριά, είχαμε εκείνους οι οποίοι θεωρούσαν ότι μπορούσαν να αγνοήσουν τους νόμους κίνησης της οικονομίας, να τους ελέγξουναπόλυτα, να τους αναμορφώσουν ή ακόμα και να «δημιουργήσουν» νέουςστο πλαίσιο της σοσιαλιστικής οικονομίας (οι κατά ΚΚΕ «αγοραίοι» και«αντιαγοραίοι»). Έτσι, και ως προς το διά ταύτα, η πρώτη τάση υποστήριζε την προώθηση σχέσεων και κινήτρων που να «ανταποκρίνονται στιςανάγκες της οικονομίας» και της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.Στην ουσία, την προώθηση σχέσεων καπιταλιστικού χαρακτήρα στη σοσιαλιστική κοινωνία. Η δεύτερη υποστήριζε την υπαγωγή στο κράτος της κε-ντρικής διεύθυνσης, σχεδιασμού και ιδιοκτησίας όλων των επιχειρήσεων,παραγωγικών μονάδων, κατανομών, λειτουργιών και ρυθμίσεων, με στόχοκαι πάλι την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων κ.λπ.Ο Στάλιν αντιτίθεται αποφασιστικά (όχι όμως και ολοκληρωμένα) και στις δύο αυτές τάσεις. Χρησιμοποιεί μάλιστα οξύτατους χαρακτηρισμούςόταν αναφέρεται σε «αξιοθρήνητους μαρξιστές» τόσο για τη μια όσο καιτην άλλη αντίληψη. Θεωρεί καταρχάς αδιανόητη την υποταγή στους καπι-ταλιστικούς οικονομικούς νόμους στο πλαίσιο της σοσιαλιστικής οικονομίας. Πάνω απ’ όλα αντιτίθεται με τον πιο κάθετο τρόπο στην αντιμετώπιση της εργατικής δύναμης σαν «εμπορεύματος» και με βάση το νόμο της αξίας, μια και η σοσιαλιστική επανάσταση αυτό είχε σαν κεντρικό της στόχο. Την κατάργηση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και γενικότεραανθρώπου από άνθρωπο. Ταυτόχρονα και απαντώντας στην άλλη τάση αναφέρει: «Οι νόμοι της πολιτικής οικονομίας αντανακλούν νομοτελειακέςεξελίξεις που πραγματοποιούνται ανεξάρτητα από τη θέληση των ανθρώπων» και συνεχίζει λέγοντας πως «ούτε δημιουργούνται ούτε διαμορφώνονται από τη θέληση των ανθρώπων». Ακόμη, και σε σχέση με τις αναφορέςστον Ένγκελς, λέει: «Ο Ένγκελς ονομάζει αυτή την ελευθερία “γνώση της αναγκαιότητας”». Και συνεχίζει: 

«Όπως είναι φανερό, η διατύπωση του Ένγκελς δεν είναι με κανέναν τρόπο υπέρ εκείνων που νομίζουν ότι μπορεί κανείς να καταστρέψει τους υπάρχοντες οικονομικούς νόμους και να δημιουργήσει καινούριους ».Με ανάλογο τρόπο τοποθετείται και σε άλλο σημείο:

«Λένε ότι η ανάγκη της ισόμετρης (αναλογικής) ανάπτυξης της οικονομίαςδίνει τη δυνατότητα στη σοβιετική εξουσία να εκμηδενίζει τους οικονομικούς νόμους που υπάρχουν και να δημιουργήσει καινούριους. Αυτό είναιολότελα λάθος». Απαντώντας μάλιστα σε κάποιες απόψεις, προχωρεί ακόμηπαραπέρα. «Βασικός οικονομικός νόμος του σοσιαλισμού είναι η ικανοποί-ηση των διαρκώς αναπτυσσόμενων αναγκών της κοινωνίας». Και προσθέτει:«Δεν είναι βασικός οικονομικός νόμος του σοσιαλισμού ο νόμος της ισόμε-τρης αναλογικής ανάπτυξης της λαϊκής οικονομίας […] ούτε η σχεδιοποίησηπου είναι αντανάκλαση αυτού του νόμου».

Καταλυτικός είναι ο Στάλιν στην κριτική του στις απόψεις Γιαροσένκοκαι στην οποία -καθόλου τυχαία- η ηγεσία του ΚΚΕ «ξεχνάει» και να αναφερθεί καν. «Θεωρεί (λέει ο Στάλιν για τον Γιαροσένκο) ότι το κύριο πρόβλημα της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού συνίσταται όχι στο να μελετά τις σχέσεις παραγωγής των ανθρώπων της σοσιαλιστικής κοινωνίας αλλά στο να επεξεργάζεται και να αναπτύσσει μια επιστημονική θεωρία οργάνωσης των παραγωγικών δυνάμεων στην κοινωνική παραγωγή, τη θεωρία της ισομετρικής ανάπτυξης της λαϊκής οικονομίας». Ακόμη: «Ο Γιαροσένκο διακηρύσσει πανηγυρικά ότι ο κομμουνισμός είναι η ανώτατη επιστημονική οργάνωση των παραγωγικών δυνάμεων στην κοινωνικήπαραγωγή».


Ταυτόχρονα οι παρεμβάσεις του Στάλιν χαρακτηρίζονται έντονα από τοστοιχείο της αναζήτησης απαντήσεων που να υπερβαίνουν τις απόψεις καιτων δύο αντιτιθέμενων πλευρών. Αναφερόμαστε στην επιμονή του να δια-χωρίζει την κρατικοποίηση από την εθνικοποίηση-κοινωνικοποίηση. Στην απόρριψη της άποψης ότι ο νόμος της ισόμετρης αναλογικής ανάπτυξης και σχεδιασμού της παραγωγής καταργεί τους νόμους της οικονομίας. Στηνάποψη για αναγκαιότητα ανάπτυξης «συστήματος ανταλλαγών». Η πιο σημαντική ίσως παρέμβασή του στο κεφάλαιο αυτό εκφράστηκε: α) Με την άποψή του για την αναγκαιότητα εξέλιξης των παραγωγικών σχέσεων σεκομμουνιστική κατεύθυνση. β) Με την επιμονή του στο ότι προχώρημαστον κομμουνισμό δεν νοείται «χωρίς σοβαρές αλλαγές στην κατάσταση τηςεργατικής τάξης».
Σε σχέση με όλα αυτά μπορεί πλέον κανείς να αντιληφθεί γιατί η ηγεσίατου ΚΚΕ «ξέχασε» να αναφερθεί στην κριτική στις απόψεις Γιαροσένκο. Οιαναλογίες αντιλήψεων είναι αρκετά εμφανείς. Θα μπορούσε βέβαια ναισχυριστεί ότι σε αντίθεση με τον Γιαροσένκο δίνει ιδιαίτερη σημασία στηνανάπτυξη των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής και να παραθέσει ανάλογες αναφορές στις θέσεις της. Μόνο που η αντίθεση αυτή είναι πλασματική ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι δεν γίνεται πλήρως και ουσιαστικά αντιληπτή. Για τον Γιαροσένκο, λ.χ., το ζήτημα των παραγωγικών σχέσεων «κλείνει» με την «ενσωμάτωσή» τους στις παραγωγικές δυνάμεις και τηνυπαγωγή όλων των παραγωγικών οικονομικών παραμέτρων στην κεντρική, σχεδιοποιημένη «επιστημονικά», οργάνωση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Για την ηγεσία του ΚΚΕ η υποτιθέμενη ανάπτυξη των παραγωγικών σχέσεων σε κομμουνιστική βάση ολοκληρώνεται («κλείνει»)επίσης με την υπαγωγή όλων των παραγωγικών οικονομικών παραμέτρων(λειτουργιών, επιχειρήσεων κ.λπ.) στην κεντρικά και επιστημονικά σχεδιοποιημένη λειτουργία της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής οικονομία. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι από μια άποψη πήγε πίσω καιαπό προσεγγίσεις που είχε αποτολμήσει το 1995, όπου διαβάζουμε:
 «Δεν έγινε δυνατό σε όλη την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης να συνδυαστεί ο κεντρικός σχεδιασμός με τη λαϊκή πρωτοβουλία, να καλλιεργηθεί στο λαό το αίσθημα της διαχείρισης της σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας. Από τηδεκαετία του ’70 το πρόβλημα εντάθηκε, πήρε οξεία μορφή».
Ή ακόμη και από αυτά που σημειώνει η Ε. Μπέλλου (μέλος τότε της ιδεολογικής επιτροπής του ΚΚΕ και σήμερα του ΠΓ) στην εισαγωγή της έκδοσης των «Οικονομικών Προβλημάτων του Σοσιαλισμού» του Στάλιν :

«Αναδεικνύεται η ανάγκη γνώσης των νομοτελειών που δρουν ανεξάρτητα από τη θέληση όχι μόνο γενικά των ανθρώπων αλλά και του ίδιου του κόμματος και των κρατικών οργάνων της σοσιαλιστικής εξουσίας σ’ όλη την επαναστατική μεταβατική περίοδο προς τον κομμουνισμό».

 Όσο με αφορά, και είμαι απόλυτος σ’ αυτό, πλήρης και «τελική» γνώση των νόμων κίνησης των πραγμάτων (και αντίστοιχα πλήρης έλεγχός τους κ.λπ.) ούτε υπήρξε, ούτε υπάρχει, ούτε θα υπάρξει ποτέ. Κανένα υποκείμενο δεν μπορεί και ούτε θα μπορέσει ποτέ να βγει «έξω» και «πάνω» από την αντικειμενική πραγματικότητα και τους νόμους που διέπουν την κίνησήτης. Αυτό που μπορεί είναι να προσπαθεί να τους «γνωρίσει», να τους λαμβάνει υπόψη και να τους χρησιμοποιεί όσο και όπως μπορεί (η κατά Ένγκελς «γνώση της αναγκαιότητας»). Ο «βαθμός ελευθερίας» συναρτάται καταρχάς με το βαθμό γνώσης αυτών των νόμων, ένα πρόβλημα ας πούμε επιστημονικού χαρακτήρα. Με δεδομένο ωστόσο ότι η αντικειμενική πραγματικότητα και ο βαθμός που την κατανοούμε κινούνται, καταπώς λέει και ο Ένγκελς, σε δύο ευθείες που συγκλίνουν συνεχώς χωρίς να συμπίπτουν ποτέ, θα πρέπει αλλού να αναζητήσουμε τον κρίσιμο παράγοντα που οδη-γεί σ’ αυτήν ή εκείνη την ερμηνεία της αντικειμενικής πραγματικότητας καιτων νόμων που διέπουν την κίνησή της.

Η ΤΑΞΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΩΝ «ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ» ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αν ξαναγυρίσουμε στις συζητήσεις του 1951, θα δούμε ορισμένα πολύχαρακτηριστικά και ταυτόχρονα διαφωτιστικά στοιχεία του ζητήματος.Ανάμεσα στις δυο τάσεις της ιντελιγκέντσιας (τους «αγοραίους» και τους «αντιαγοραίους» κατά ΚΚΕ) υπήρξε πλήρης διάσταση απόψεων στο θεωρητικό, «επιστημονικό» πεδίο. Το «παράδοξο» του πράγματος βρίσκεται στο ότι αυτές οι δύο πτέρυγες ενώθηκαν αποφασιστικά (και καθοριστικάγια την πορεία του σοσιαλισμού και συνολικά του κινήματος) ενάντια στη σταλινική, κομμουνιστική άποψη. Η βάση αυτής της ενότητας δεν ήταν βέβαια -και είναι προφανές ότι δεν θα μπορούσε να ήταν- «επιστημονικού»χαρακτήρα. Είχε έναν ολοκάθαρα ταξικό χαρακτήρα και εξέφραζε τηναντίθεση της ιντελιγκέντσιας (και των δύο πτερύγων της) στην εργατική τάξη, τη διάθεσή της να κυριαρχήσει πάνω στην εργατική τάξη και τους λαούς της ΣΕ. Ακόμη και το κυριότερο κοινό τους στοιχείο στο θεωρητικό πεδίο, δηλαδή η πρωτοκαθεδρία που έδιναν (και οι δύο) στο ζήτημα των παραγωγικών δυνάμεων σε σχέση με την προώθηση των παραγωγικώνσχέσεων, συνδεόταν με αυτήν την αντίθεση. Αλλά ούτε και οι μεταξύ τους διαφορές και αντιθέσεις είχαν έναν «καθαρά» θεωρητικό και επιστημονικό χαρακτήρα. Εξετάζοντας τους δρόμους και τα πεδία διαμόρφωσης αυτώντων τάσεων, βλέπουμε ότι αναπτύχθηκαν σε δύο βασικά τομείς. Η μία στο κυρίως οικονομικό πεδίο (διευθυντικό προσωπικό επιχειρήσεων κ.λπ.) καιη άλλη κατά κύριο λόγο στο πεδίο του κρατικού-κομματικού μηχανισμού.Αντικειμενικά η υλική πραγματικότητα που η κάθε πλευρά βίωνε επιδρούσε στη διαμόρφωση των ιδιαίτερων αντιλήψεων και απόψεών της.Ταυτόχρονα ωστόσο υπήρχε και ένας σαφής ανταγωνισμός για το ποια πλευρά θα πάρει το πάνω χέρι στο σχηματισμό εξουσίας που επιδίωκαν. Τοποια, συνεπώς, «επιστημονική» άποψη θα υπερίσχυε είχε σαφή σχέση με τοποια πλευρά θα ενίσχυε τη θέση της στο πλαίσιο αυτού του ανταγωνισμού. Έναν ανταγωνισμό που τον είδαμε άλλωστε να εκδηλώνεται με διάφορεςμορφές μέχρι την ολοκλήρωση της παλινόρθωσης.Ωστόσο, αυτό που κυριάρχησε στη φάση εκείνη ήταν η κοινή τους αντίθεση απέναντι στην εργατική τάξη, η κοινή τους «αγωνία» να απαλλαγούν από το «σταλινικό βραχνά» που τους έφραζε το δρόμο. Σ’ αυτή την -ταξική- βάση ενώθηκαν, σ’ αυτήν κινήθηκαν, και όταν, μετά το θάνατο του Στάλιν, εξέλιπε και το τελευταίο εμπόδιο, προχώρησαν στην τελική έφοδο καιτην «αποσταλινοποίηση» του συστήματος. Εδώ βρίσκονται οι απαντήσεις όσον αφορά την ουσία του ζητήματος και εδώ τις αναζητούμε. Στο πεδίο της ταξικής πάλης, όπου άλλωστε κρίθηκε τόσο η άνοδος όσο και η οπισθοχώρηση (και τελικά η ήττα) της σοσιαλιστικής κατεύθυνσης και συνολικά του κινήματος. Τα υπόλοιπα περί «επιστημονικότητας» κ.λπ. τα αφήνουμεστην ηγεσία του ΚΚΕ.

ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ

Κεντρική θέση στο ζήτημα που μας απασχολεί εδώ έχει το πρόβλημα τωνπαραγωγικών σχέσεων και βέβαια και των συναρτήσεών του. Αν αυτές οι σχέσεις ήταν εκ των προτέρων γνωστές και δεδομένες, δεν είναι ότι δεν θα υπήρχε πρόβλημα, αλλά ότι αυτό θα ήταν άλλο. Το πρόβλημα που έχει νααντιμετωπίσει η σοσιαλιστική οικοδόμηση και η πορεία προς τον κομμουνισμό είναι ολότελα διαφορετικό. Έχει σαν βάση του το ότι αυτές οι ζητούμενες σχέσεις δεν είναι ούτε γνωστές ούτε δεδομένες. Υπήρξαν βέβαια κάποιες προσεγγίσεις, αλλά στο πεδίο αυτό, όπως αναφέρει και ο Στάλιν,«ξεκινάμε από το μηδέν».Η αφετηρία του προβλήματος βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο γεννιέται το σοσιαλιστικό σύστημα. Αυτός είναι ουσιωδώς διαφορετικός στοζήτημα που μας απασχολεί από τον τρόπο που δημιουργήθηκε, λ.χ., το καπιταλιστικό σύστημα. Με βάση τα χαρακτηριστικά και τον τρόπο λειτουργίας του φεουδαρχικού συστήματος, αφήνονταν περιθώρια στη γέννηση, λειτουργία και ανάπτυξη της αστικής τάξης -εννοείται σε ορισμένη κλίμα-κα πάντα- και στη διαμόρφωση σχέσεων καπιταλιστικού χαρακτήρα. Έτσι,όταν η αστική τάξη ανατρέπει τη φεουδαρχία έχει συγκεκριμένες σχέσειςπάνω στις οποίες να πατήσει και να τις αναπτύξει παραπέρα, ενώ ταυτό-χρονα έχει και η ίδια διαμορφώσει (στον ανάλογο βαθμό) τα χαρακτηριστικά και τη συγκρότησή της και σε διαλεκτική πάντα σχέση με τη διαμόρφωση αυτών των παραγωγικών σχέσεων.Αντίθετα, στις συνθήκες του καπιταλισμού δεν υπάρχουν περιθώριαανάπτυξης σχέσεων σοσιαλιστικού χαρακτήρα. Η βασική αιτία για να πε-ριοριστούμε σ’ αυτό- βρίσκεται στο ότι ο καπιταλιστής (σε αντίθεση με τονφεουδάρχη) συνδέεται άμεσα (βρίσκεται «μέσα») στην παραγωγική οικονομική διαδικασία. Κάθε απόπειρα αλλαγής σ’ αυτό το πεδίο τον βρίσκειάμεσα αντιμέτωπο, οδηγεί σε αντιπαράθεση στο κεντρικό και ανώτερο επί-πεδο, την αντίθεση αστικής-εργατικής τάξης. Μια αντιπαράθεση που η εργατική τάξη μπορεί να την αντιμετωπίσει αποτελεσματικά μόνο όταν είναι«έτοιμη» γι’ αυτήν, όταν μέσα από μια πορεία αγώνων έχει κατορθώσει νασυγκροτηθεί σ’ αυτό το ανώτερο επίπεδο.Αυτή η σχέση πραγμάτων δίνει και μια πρώτη απάντηση στο ερώτημαμεταρρύθμιση ή επανάσταση. Στο ότι δηλαδή η πραγματική και ολοκληρω-μένη «μεταρρύθμιση» στη βάση των συμφερόντων των εργαζόμενων λαϊ-κών μαζών δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο μέσα από την επαναστατική ανατροπή της κυριαρχίας της κεφαλαιοκρατικής αστικής τάξης.Αυτή η ανατροπή, εφόσον πραγματοποιηθεί, απαντάει σε ορισμένα αποφασιστικής σημασίας ζητήματα χωρίς τα οποία δεν μπορεί να ανοίξει οδρόμος για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Απαλλοτριώνει την πολιτική κυριαρχία της αστικής τάξης, συντρίβοντας το αστικόκράτος. Ταυτόχρονα με την κρατικοποίηση βασικών τομέων της οικονομίας απαλλοτριώνει την οικονομική και συνακόλουθα την κοινωνική κυριαρχία της αστικής τάξης. Αυτά αποτελούν τα πρώτα και αποφασιστικάβήματα, αλλά ταυτόχρονα και όχι αρκετά για να απαντηθεί ολοκληρωμένα το ζήτημα που αυτές οι ίδιες οι ανατροπές θέτουν. Το συνολικό μετασχη-ματισμό της κοινωνίας.Αυτή η πορεία μετασχηματισμού αντιμετωπίζει δύο βασικά και αποφασιστικής σημασίας ζητήματα. Το πρώτο αφορά το ζήτημα των παραγωγικών σχέσεων, όπως ήδη αναφέρθηκε. Το δεύτερο, σε συνάρτηση με τοπροηγούμενο, το επίπεδο, η μορφή, ο χαρακτήρας της συγκρότησης της εργατικής τάξης. Η εργατική τάξη συγκροτείται καταρχάς στο πλαίσιο τουκαπιταλιστικού συστήματος και στη βάση της αγεφύρωτης αντίθεσής της μετην κεφαλαιοκρατική αστική τάξη. Αναζητεί την πλήρη χειραφέτησή τηςστην ασυμβίβαστη πάλη της ενάντιά της. Διεκδικεί τον ηγετικό ρόλο στην παραγωγή, την οικονομία και συνολικά στην κοινωνία μέσα από την επαναστατική ανατροπή της κυριαρχίας της αστικής τάξης. Δεν έχει ωστόσοδιαμορφώσει (και αντικειμενικά δεν θα μπορούσε) όρους, δομές και μορφές(άμεσης και όχι μόνο έμμεσης-πολιτικής) διεύθυνσης της παραγωγής και τηςοικονομίας. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει παρά μόνο σε συνάρτηση με ανάλογη διαμόρφωση παραγωγικών σχέσεων που να της αντιστοιχούν. Ή, όπως και στις θέσεις του ΚΚΕ αναφέρεται

«Κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση η εργατική τάξη σταδιακά και όχι ενιαία αποκτά τη δυνατότητα να έχει ολοκληρωμένη γνώση των διαφορετικώντμημάτων της παραγωγικής διαδικασίας, της επιτελικής δουλειάς, ουσιαστικό ρόλο στην οργάνωση της εργασίας»
Αυτή η σχέση πραγμάτων θέτει πολλά σοβαρά και σύνθετα ζητήματα.Ζητήματα που ελάχιστη σχέση έχουν (όσον αφορά τον πυρήνα του ζητήματος) με το επίπεδο ανάπτυξης της χώρας όπου πραγματοποιείται η επανάσταση. Συνδέονται με το επίπεδο διαμόρφωσης των παραγωγικών σχέσεωνσοσιαλιστικού χαρακτήρα και το αντίστοιχο επίπεδο συγκρότησης της εργατικής τάξης. Ζητήματα δηλαδή που θα υφίστανται στο ακέραιο ακόμακαι για την πιο αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα στον κόσμο. Όταν λοιπόν η ηγεσία του ΚΚΕ (και πολλοί άλλοι) δίνουν τον αποφασιστικό ρόλοστο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, δείχνουν πόσο λίγοέχουν κατανοήσει την ουσία του ζητήματος. (Ή πόσο «δεν θέλουν» να την κατανοήσουν).Σ’ αυτήν τη μακρόχρονη ιστορική περίοδο επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, οι δύο πλευρές της συνάρτησης (παραγωγικές σχέσειςκαι επίπεδο συγκρότησης της εργατικής τάξης) μπορούν να αναπτύσσονταισε διαλεκτική σχέση μεταξύ τους. Σε μια σχέση όπου η ανάπτυξη της μιας πλευράς θα στηρίζει και θα προωθεί την άλλη και αντίστροφα. Ταυτόχρονα, και επειδή στην πραγματική ζωή το ζήτημα θα κρίνεται «την κάθε στιγμή», ο κρίσιμος παράγοντας αυτή την κάθε στιγμή θα είναι η ικανότητα τηςεργατικής τάξης να υπερασπίζεται την «αρμοδιότητά» της.Απέναντι σ’ αυτά τα τόσο σημαντικά προβλήματα η ηγεσία του ΚΚΕστέκεται σχεδόν σαν να μην έχει τρέξει τίποτα στον κόσμο. Σαν να μην έχειυπάρξει η παλινόρθωση, να μην έχουν μεσολαβήσει οι τεράστιες ανατροπέςπου έχουν συντελεστεί, σαν να μην έχουν υπάρξει οι γνωστές συνέπειες γιατο κίνημα και συνολικά την υπόθεση των λαών. Αντιμετωπίζει -όπως ήδηαναφέρθηκε- το ζήτημα του μετασχηματισμού των παραγωγικών σχέσεωνσαν να τις έχει έτοιμες και στο τσεπάκι. Τις ταυτίζει με την κρατικοποίησητων πάντων (που αυθαίρετα την ταυτίζει με την ολοκληρωμένη κοινωνικο ποίηση), βάζει μπροστά το «σχέδιο» και προχωράει ολοταχώς προς τον…κομμουνισμό. Το μόνο που καταρχάς θα ’χαμε να πούμε σε σχέση με μια τέτοια λογική είναι πως όποιος νομίζει ότι ξοφλάει τόσο εύκολα με τόσο σύν-θετα ζητήματα ή αυταπατάται ή εξαπατά.Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Το πρώτο και βασικό εδώ είναι ότι στηβάση μιας τέτοιας λογικής αποσυνδέεται το ζήτημα των παραγωγικών σχέσεων από αυτό του φορέα αυτών των σχέσεων. Μόνο που σε κανένα κοινωνικό σύστημα οι παραγωγικές σχέσεις δεν στέκονται «στον αέρα».Εκφράζουν και εκφράζονται, προσδιορίζουν και προσδιορίζονται, στηρίζουν και στηρίζονται σε μια συγκεκριμένη κάθε φορά κοινωνική δύναμη,σε μια τάξη. Η αντιμετώπιση της διαμόρφωσής τους σαν πρόβλημα «επιστημονικού»-τεχνικού χαρακτήρα και σχεδιασμών αποπροσανατολίζει, συ-γκαλύπτει το γεγονός ότι η διαμόρφωση και ανάπτυξη αυτών των σχέσεωναποτελεί στην κύρια πλευρά του ζήτημα ταξικής πάλης.Αυτή η «αποσύνδεση» στο πεδίο της θεωρίας καθόλου δεν σημαίνει ότιισχύει και στην πραγματική ζωή. Στην πράξη οι σχέσεις διαμορφώνονταικάτω από την επίδραση συγκεκριμένων κάθε φορά κοινωνικών δυνάμεων.(Έως και σε βάση αντιπαράθεσης-σύγκρουσης μεταξύ τους). Μια τέτοια αντίληψη απλώς αποπροσανατολίζει και αδρανοποιεί την εργατική τάξηως προς το ρόλο της σ’ αυτό το πεδίο και το αφήνει ελεύθερο στην επίδραση άλλων δυνάμεων. Όπως άλλωστε συνέβη και όπως θα ξανασυμβεί αν αυτή η αντίληψη δεν ανατραπεί.

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΙ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΕΣ

Κεντρικό στοιχείο αυτής της λογικής, η θεώρηση του κεντρικού σχεδια-σμού της οικονομικής ζωής σαν της κατεξοχήν κομμουνιστικής παραγωγικής σχέσης, η αναγωγή του σε πεμπτουσία του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής. Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας τέτοιας θεώρησης έχει οτρόπος που γίνεται αντιληπτό το ζήτημα των «αναλογιών» στην παραγωγή και την οικονομία (τι θα παραχθεί, σε ποιες ποσότητες, από ποιους, μεποιους τρόπους, πώς θα κατανεμηθούν οι πόροι, οι παραγωγικές δυνάμειςκ.λπ.). Και είναι αυτό που κατά την αντίληψη αυτή απαντάει στην «αναρχία» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής κ.λπ. κ.λπ.Εδώ χρειάζεται καταρχάς να προσδιοριστούν με πιο επαρκή τρόπο ορισμένα ζητήματα. Δεν είμαστε απόλυτα ακριβείς, λ.χ., όταν λέμε ότι το καπιταλιστικό σύστημα λειτουργεί απλώς «άναρχα». Το κεφάλαιο κάνει κι αυτό τους σχεδιασμούς του και μάλιστα όχι μόνο σε επίπεδο επιχειρήσεων αλλά και κεντρικά. Οι κρατικοί προϋπολογισμοί, ο ρυθμιστικός ρόλος τωνκεντρικών τραπεζών ή και άμεσα του κράτους, τα διάφορα κρατικά προ γράμματα κ.ά. αποτελούν συγκεκριμένες εκφράσεις του πράγματος. Ταυτόχρονα η αναγκαιότητα τήρησης των «σωστών» αναλογιών (και ας προσπεράσουμε εδώ το μηχανιστικό χαρακτήρα και τη στατικότητα του σχήματοςθεώρησης αυτού του ζητήματος) ισχύει τόσο για τη σοσιαλιστική όσο καιγια την καπιταλιστική οικονομία. Πόσω μάλλον που η παραβίασή τους και στη βάση των αναπόφευκτων εγγενών αντιφάσεων στην κάθε περίπτωσηπροκαλούν μικρές ή μεγάλες (ανάλογα) κρίσεις. Κρίσεις που δεν εκδηλώνονται μόνο στον καπιταλισμό, αλλά με το δικό τους τρόπο και στη δική τουςκλίμακα και στη σοσιαλιστική οικονομία, όπως άλλωστε συνέβη και ιδιαίτερα στην περίοδο που συνεχίζει να θεωρεί σοσιαλιστική το ΚΚΕ (μετά το1956). Μόνο που όποιος πιστεύει ότι αυτό οφείλεται στην ελλιπή επιστημονική προσέγγιση των οικονομικών δεδομένων (ή ότι οι καπιταλιστές δενχρησιμοποιούν την επιστήμη) απλώς δεν έχει αντιληφθεί ουσιαστικά στοιχεία της οικονομικής λειτουργίας μιας κοινωνίας.Οι διαφορές, και μάλιστα θεμελιακού χαρακτήρα, βρίσκονται αλλού.Στον καπιταλισμό η ρύθμιση των αναλογιών, ας πούμε, ανατίθεται -καθώςλέγεται- στην αγορά. Στην προσφορά και τη ζήτηση. Μόνο που το κρίσιμο και αποφασιστικό στοιχείο εδώ βρίσκεται σ’ αυτό που καθορίζει την «προσφορά» και καναλιζάρει τη «ζήτηση». Στις «εσωτερικές» παραγωγικές οικονομικές σχέσεις που διέπουν τη λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος. Στην κυριαρχία της κεφαλαιοκρατικής αστικής τάξης πάνω στηνεργατική και τη μετατροπή της εργατικής δύναμης σε εμπόρευμα. Στην παρακράτηση και «διαχείριση» από τη μεριά της τής υπεραξίας. Στην ανάδει-ξη του κέρδους σε πυρήνα και κινούσα δύναμη του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Και, για να σταθούμε σ’ αυτό που κύρια εδώ μαςενδιαφέρει, η «ρύθμιση των αναλογιών» δεν επιχειρείται στη βάση τού τιχρειάζεται να παραχθεί, των αναγκών (ή αλλιώς της «πραγματικής ζήτησης»), αλλά του τι είναι αυτό που μπορεί να αποφέρει το άμεσο μέγιστο δυνατό κέρδος στους καπιταλιστές. Όλα τα άλλα έρχονται δεύτερα.Εδώ βρίσκεται και μια θεμελιώδης διαφορά. Ο σοσιαλισμός έχει σαν πυρήνα της ύπαρξής του την κατάργηση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και συνολικά την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Όσον αφορά την οργάνωση της παραγωγής και γενικότερα τηςοικονομικής ζωής, έχει σαν αντικείμενό της την ικανοποίηση των διευρυνό-μενων ανθρώπινων αναγκών στη βάση των αναπτυσσόμενων παραγωγικώνδυνατοτήτων (ο βασικός οικονομικός νόμος του σοσιαλισμού κατά Στάλιν).Το πώς υλοποιούνται ωστόσο αυτά στο πεδίο της παραγωγής, της οικονομίας και συνολικά της κοινωνίας είναι ένα ξεχωριστό πρόβλημα. Το να θεωρεί κανείς ότι αυτό αντιμετωπίζεται και μάλιστα με πληρότητα με βάσητην κεντρική σχεδιοποίηση και μόνο, κάνει το λιγότερο λάθος. Το να ανακαλύπτει στη χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών τη λυδία λίθο που θαεπιτρέπει την ακριβή αποτύπωση των «αντικειμενικών αναλογιών» καιάρα… κ.λπ. αγγίζει τα όρια της φαιδρότητας.Αυτό καθόλου δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζεται η σχεδιοποίηση (κεντρικά ή κατά τομείς κ.λπ.). Ίσα ίσα. Μόνο που πρέπει να θεωρείται και να αντιμετωπίζεται σαν αυτό που κατά βάση είναι. Ένα όργανο τεχνοοικονομικού κυρίως χαρακτήρα, προσαρμοσμένο στις ανάγκες της σοσιαλιστικής οικονομίας. Όπως η κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής είναι αναγκαία αλλά δεν ταυτίζεται με την πλήρη κοινωνικοποίηση, έτσι και η σχεδιοποίηση είναι αναγκαία αλλά δεν μπορεί να ανάγεται στην καθαυτή «κομμουνιστική» παραγωγική σχέση. Το αν θα λειτουργήσει προς αυτήν ή εκείνη την κατεύθυνση δεν καθορίζεται ούτε από μόνο το γεγονός της ύπαρξής τηςούτε από το πόση «επιστημονικότητα» χαρακτήρισε την κατάρτισή της.Καθορίζεται (και στο σοσιαλισμό) από τις «εσωτερικές» παραγωγικές, οικονομικές, κοινωνικές σχέσεις και συσχετισμούς που διέπουν τόσο το χαρακτήρα και την κατεύθυνση της σχεδιοποίησης όσο και τη συνολική λειτουργία της σοσιαλιστικής οικονομίας.Για να το θέσουμε πιο συγκεκριμένα και πιο απλά. Η ΣΕ λειτούργησεστη βάση των σχεδιασμών (κεντρικών και κατά τομείς) τόσο μέχρι το 1956 όσο και στα χρόνια που ακολούθησαν. Τι αλήθεια νομίζει κανείς ότι καθόρισε τις επιλογές και τις κατευθύνσεις αυτών των σχεδίων τόσο στη μια όσοκαι στην άλλη περίοδο; Μήπως η επιστήμη, που ασφαλώς χρησιμοποιήθηκεκαι στις δύο περιπτώσεις; Να θεωρήσουμε ότι υπάρχουν διαφορετικές επιστήμες ή διαφορετικές αναγνώσεις της επιστήμης; Ή να το αποδώσουμε μήπως στην έλλειψη ηλεκτρονικών υπολογιστών; Και επειδή προφανώς υπήρξαν διαφορετικές αναγνώσεις της επιστήμης (ή «επιστήμης»), τοαποφασιστικό κριτήριο που καθόρισε τόσο το είδος της ανάγνωσης όσοκαι -κυρίως- την κατεύθυνση των σχεδιασμών, θα πρέπει να το αναζητήσουμε και πάλι αλλού.Καμία επιστήμη (όσο κι αν είναι πάντα χρειαζούμενη) δεν μπορεί ποτένα υποκαταστήσει τη ζώσα πραγματικότητα μιας κοινωνίας. Και σε καμίαπερίπτωση αυτή η ζώσα πραγματικότητα δεν μπορεί να υπαχθεί ολότελαστους όρους κάποιου σχεδιασμού. Θα εξελιχθεί κατά κύριο λόγο με βάση«τον εαυτό της», δηλαδή τις πραγματικές σχέσεις στη βάση των οποίων λειτουργεί, τις σχέσεις και τους συσχετισμούς ανάμεσα στις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, που μέρος και έκφρασή τους αποτελούν άλλωστε και αυτοί οι σχεδιασμοί. Έτσι άλλωστε έγινε στην πράξη και έτσι θα συνεχίσει ναγίνεται.

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

  Σε σχέση μ’ αυτό θα μπορούσαμε να αναφερθούμε ακόμη και σε προβληματισμούς που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο του ΚΚΕ αλλά μείνανε στα μισά του δρόμου.
«Με άλλα λόγια, η επέκταση και κυριαρχία του νέου τρόπου παραγωγήςδεν αποτελεί μονόπρακτο έργο. Γίνεται στα πλαίσια μιας μακρόχρονης επαναστατικής μεταβατικής περιόδου με ποικιλία φάσεων, καμπών, στροφώνανόδου ή και οπισθοδρόμησης. Οι αρχές της δεκαετίας του ’50 κυοφορούν μια νέα φάση από την εξέλιξη της οποίας θα προκύψει νέο σημείο στροφήςείτε μιας νέας ώθησης για το πέρασμα προς τον κομμουνισμό είτε στασιμότητας και οπισθοδρόμησης». (Ε. Μπέλλου, εισαγωγικό σημείωμα στο έργο τουΣτάλιν για τα «Οικονομικά Προβλήματα του Σοσιαλισμού»)
.Αλλά ας δώσουμε το λόγο στον ίδιο τον Στάλιν.

«Πώς να εξηγήσουμε αυτήν την ιδιομορφία (της διατήρησης ορισμένων προσοσιαλιστικών μορφών); Το ζήτημα είναι ότι στις σοσιαλιστικές συνθήκες η οικονομική ανάπτυξη γίνεται όχι μέσω μιας σειράς επαναστατικών ανατροπών αλλά μιας σειράς βαθμιαίων αλλαγών, όπου το παλιό δεν καταργείται απλώς πέρα για πέρα αλλά αλλάζει η φύση του σύμφωνα με το καινούριο,διατηρώντας μονάχα τη μορφή του, και το καινούριο δεν καταργεί απλώς το παλιό αλλά διεισδύει μέσα στο παλιό, αλλάζοντας τη φύση του, τις λειτουργίες του, όχι καταστρέφοντας τη μορφή του αλλά χρησιμοποιώντας την για την ανάπτυξη του καινούριου. Έτσι έχουν τα πράγματα όχι μόνο με τα εμπορεύματα αλλά και με τα χρήματα μέσα στην οικονομική μας κυκλοφορίαόπως επίσης και με τις τράπεζες που χάνοντας τις παλιές τους λειτουργίες και αποκτώντας καινούριες διατηρούν την παλιά μορφή η οποία χρησιμοποιείται στο σοσιαλιστικό καθεστώς […] Αν εξετάσουμε το ζήτημα από την τυπική του άποψη, μπορεί να καταλήξουμε στο λαθεμένο συμπέρασμα ότι οι κατηγορίες του καπιταλισμού διατηρούν την ισχύ τους στη δική μας οικονομία[…] αν το εξετάσουμε μαρξιστικά και στη βάση της διάκρισης μορφής και περιεχομένου, τότε το συμπέρασμα είναι ότι από τις παλιές κατηγορίες του καπιταλισμού διατηρήθηκε σ’ εμάς κατά κύριο λόγο η μορφή, η εξωτερική εμφάνιση, αλλά στην ουσία άλλαξαν σ’ εμάς ριζικά σύμφωνα με τις απαιτήσειςτης ανάπτυξης της σοσιαλιστικής λαϊκής οικονομίας».
Ποιο είναι το ζήτημα που κατά την εκτίμησή μας -κυρίως- θέτει εδώ ο Στάλιν. Ότι «οι μετασχηματισμός των σχέσεων δεν γίνεται εφάπαξ, αλλά σε μια πορεία, όπου το νέο (σοσιαλιστικό) περιεχόμενο εκτοπίζει το παλιό »(Β. Σαμαράς, «Η Αριστερά απέναντι στον εαυτό της»). Αναφέρεται, με άλλα λόγια, στο πώς αντιλαμβάνεται (μετά από μια εμπειρία τριάντα και πλέον χρόνων σοσιαλιστικής οικοδόμησης) τη διαδικασία διαμόρφωσης-ανάπτυξης των νέων, των σοσιαλιστικών, κομμουνιστικών σχέσεων.Ας περάσουμε ωστόσο στο πώς αντιλαμβανόμαστε αυτό το ζήτημα από τη δική μας μεριά.

«Οι βασικές επαναστατικές ανατροπές και μετασχηματισμοί δημιουργούνμια νέα βάση, νέα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα, νέο “περιβάλλον”. Αποτελούν την πρώτη-βασική, τη στοιχειώδη μορφή των νέων σοσιαλιστικών σχέσεων που ανατρέπουν την κυριαρχία των παλιών, που τιςεκτοπίζουν, περιορίζουν, καταστρέφουν, χωρίς ωστόσο να μπορούν να διαμορφωθούν άμεσα στην ολοκληρωμένη (κομμουνιστική) τους μορφή. Δηλαδή την πλήρη καθολική και ουσιαστική κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής,και συνολικά της οικονομίας, την πλήρη καθιέρωση της “αρμοδιότητας” της εργασίας σε όλες τις εκδηλώσεις της οικονομικής καικοινωνικής ζωής, από την παραγωγή μέχρι τον πολιτισμό, την πλήρη, καθολική και ουσιαστική ηγεμονία της εργατικής τάξης, του κόσμου της εργασίας, την εξαφάνιση της διάκρισης πνευματικά και χειρωνακτικά εργαζομέ-νων κ.λπ.»Αυτό σημαίνει ότι και στις νέες συνθήκες επιβιώνουν μορφές, κατηγορίες,σχέσεις της παλιάς κοινωνίας και εδώ θα πρέπει να υπογραμμισθεί το εξής.Δεν επιβιώνουν μόνο ως μορφή, ως ένα άδειο κέλυφος (αν ήταν έτσι θα ’χε ελάχιστη σημασία) αλλά ως ένα βαθμό και σαν περιεχόμενο. Ακόμη περισσότερο, και στις νέες σχέσεις, στις νέες μορφές που καθιερώνονται, επιβιώνει, “διεισδύει” -και πάλι ως ένα βαθμό και με έναν τρόπο- το παλιό περιεχόμενο (όχι μόνο το νέο στο παλιό αλλά και το παλιό στο νέο). Αυτάσημαίνουν, συνεπάγονται δύο διαφορετικής κατεύθυνσης πράγματα. Στιςνέες συνθήκες, στις προσοσιαλιστικές μορφές που επιβιώνουν έχουν αποδυναμωθεί ο καπιταλιστικός χαρακτήρας και περιεχόμενό τους. Το “περιβάλλον” στο οποίο πλέον λειτουργούν δεν τις ευνοεί, δεν τις τροφοδοτεί, δεν τις ενισχύει, δεν τους προσφέρει πεδίο δράσης, αλλά η όλη λειτουργία τους καθορίζεται -και περιορίζεται- από την κυριαρχία του σοσιαλιστικού συστήματος. Από την άλλη μεριά […] στις σοσιαλιστικές μορφές και σχέσεις πουέχουν καθιερωθεί επιβιώνουν ως ένα βαθμό προσοσιαλιστικές επιδράσεις και χαρακτηριστικά […»

Σε μια τέτοια βάση θεωρούμε ότι ο μετασχηματισμός των παραγωγικών (και όχι μόνο) σχέσεων δεν είναι κάτι που γίνεται εφάπαξ, αλλά μια συνεχής διαδικασία συνολικά και στο “σώμα” τής κάθε σχέσης ξανά και ξανά γιαμια ολάκερη ιστορική περίοδο. Στην ίδια πάντα λογική θεωρούμε ότι αυτόδεν αποτελεί ένα τεχνοκρατικό, ένα ζήτημα επεξεργασίας (που κι αυτό βέβαια χρειάζεται) αλλά στην κύρια πλευρά του ένα (σύνθετο) ζήτημα ταξικήςπάλης που συνεχίζεται. Με τον ίδιο πάντα τρόπο αυτό σημαίνει ότι πράγμα-τι (ιδιαίτερα στην πρώτη φάση) δεν υπάρχουν σχέσεις “καθαρά” σοσιαλιστικές ή καθαρά αστικές, αλλά πως ο τέτοιος ή αλλιώτικος χαρακτήρας τουςπροσδιορίζεται από τη σχέση τους με τη συνολική κίνηση και την πορεία τηςταξικής πάλης […]»Αυτή η διαδικασία στην κύρια, την πιο ουσιαστική πλευρά της είναι ζήτη-μα καθημερινής πραγμάτωσης, βήμα το βήμα, στην κάθε σχέση, στο κάθε πεδίο ξανά και ξανά, νέο πάνω στο νέο που θα υλοποιεί τις νέες σχέσεις σε όλοκαι πιο προωθημένη μορφή, σε όλο και ανώτερο επίπεδο και σε καθολική κλίμακα, στην κάθε μορφή και σχέση αλλά και σ’ όλες τους τις αλληλοσυνδέσεις, αλληλεξαρτήσεις, αλληλοπροσδιορισμούς και αλληλεπιδράσεις […]Αυτό ωστόσο καθόλου δεν σημαίνει ότι παύει να είναι πλέον μια οικονομική, κοινωνική διαδικασία και μετατρέπεται σ’ ένα πρόβλημα “κατάλληλων”πολιτικών αποφάσεων και αντίστοιχης ρυθμιστικής αρμοδιότητας κάποιου οργάνου. Δεν σημαίνει ότι αποτελεί -στην κύρια πλευρά του- ζήτημα ενός προγραμματισμού ο οποίος μπορεί να υποκαταστήσει την κοινωνική εξέλιξη. Δεν σημαίνει καθόλου ότι καταργείται ο “χρόνος” που πρέπει να βιώσουν προτού ολοκληρωθούν οι νέες σχέσεις, ότι οι “βιολογικές παραλλαγές που εξελίσσονται σε μια ορισμένη κατεύθυνση” μπορεί με τις κατάλληλες ορμόνες να θεριέψουν μεμιάς και να μας δώσουν τους καρπούς τους» (Β. Σαμαράς, «Η Αριστερά απέναντι στον εαυτό της»).

Και για να συνοψίσουμε. Αυτή η διαμόρφωση-εξέλιξη των παραγωγικών σχέσεων ούτε στον καπιταλισμό γίνεται τόσο «αυθόρμητα» (όπως αναφέρεται στις θέσεις του ΚΚΕ) ούτε στο σοσιαλισμό τόσο «σχεδιασμένα». Γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση και με όρους ταξικής πάλης. Όσον αφοράτο σκέλος των παραγωγικών δυνάμεων, η ανάπτυξή τους (ως το πιο «ευκίνητο» μέρος της συζυγίας), αναδεικνύοντας τις αντιφάσεις ή το παρωχημένο των υπαρχουσών σχέσεων, οξύνει περισσότερο τις αντιθέσεις και τηνπάλη για την αναδιαμόρφωσή τους στη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Μια πάλη που στο πλαίσιο του καπιταλισμού διεξάγεται με όρους κυριαρχίαςτης κεφαλαιοκρατικής αστικής τάξης, ενώ στο πλαίσιο της μεταβατικής σοσιαλιστικής κοινωνίας με βάση εντελώς διαφορετικούς όρους και συσχετισμούς. Αυτό δεν αναιρεί το ρόλο και τη δράση των υποκειμένων. Ίσα ίσα,τους υπογραμμίζει. Ταυτόχρονα ωστόσο προσδιορίζει το χαρακτήρα και ταιστορικά κάθε φορά όρια της παρέμβασής τους. Από την άποψη αυτή, το  καθοριστικό στη διαμόρφωση αυτών των σχέσεων δεν είναι η «επιστημονική» τους επεξεργασία αλλά το «αποτύπωμα» που αφήνει κάθε φορά ο όλοκαι πιο ενεργός ρόλος της εργατικής τάξης στο πλαίσιο αυτής της ταξικήςπάλης, με όποιες μορφές και όρους αυτή συνεχίζεται.Σ’ αυτή τη βάση, η αναγωγή του κεντρικού σχεδιασμού σε πεμπτουσίατου κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής και η αντίληψη           δυνατότητας «σχεδιοποίησης» της εξέλιξης των παραγωγικών σχέσεων έχει μια κρίσιμη συνέπεια. Με αυτήν τη λογική δεν έχουμε πλέον ένα όργανο σχεδιοποίησης στηβάση των κάθε φορά αναγκών της σοσιαλιστικής οικονομίας-κοινωνίας,αλλά μια μετατόπιση της «αρμοδιότητας της αρμοδιότητας». Δηλαδή την υποκατάσταση του φορέα τού κοινωνικού μετασχηματισμού (της εργατικής τάξης) από ένα κέντρο «προγραμματισμού της ιστορίας». Και εδώ βρίσκεται το μάλλον σημαντικότερο ζήτημα. Γι’ αυτό και θα μας απασχολήσει κάπως ιδιαίτερα
 
ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΦΟΡΕΑ

Για το ζήτημα του φορέα, στο σημείο 23 των θέσεων του ΚΚΕ αναφέρεται:
«Η εργατική τάξη, ως ο φορέας των κομμουνιστικών σχέσεων που δημιουρ-γούνται, ως ο συλλογικός ιδιοκτήτης των κοινωνικοποιημένων μέσων παραγωγής, είναι η μόνη τάξη που μπορεί να ηγηθεί της πάλης για την ολοκληρωτική κυριαρχία των κομμουνιστικών σχέσεων, την “εκμηδένιση” των τάξεωνκαι την “απονέκρωση” του κράτους».

 Έχουμε εδώ μια τοποθέτηση που, σ’ αυτήν ή εκείνη την παραλλαγή της,μπορεί να τη συναντήσει κανείς σε θέσεις σειράς μαρξιστικών τάσεων (καισε δικές μας). Το ζήτημα ωστόσο βρίσκεται πέρα από μια τοποθέτηση πουείναι γενικά αποδεκτή σε χώρους που αναφέρονται στον κομμουνισμό. Βρίσκεται στο πώς αντιλαμβάνονται όλοι αυτοί την ουσία του ζητήματος, τιακριβώς εννοούν και πώς αυτό εκφράζεται στο σύνολο των τοποθετήσεώντους. Εμάς εδώ θα μας απασχολήσει η περίπτωση του ΚΚΕ.Να ξεκινήσουμε λέγοντας ευθέως και χωρίς περιφράσεις την εκτίμησήμας, που άλλωστε έχει γίνει λίγο-πολύ αντιληπτή από τα όσα αναφέραμε στις προηγούμενες σελίδες μας. Έχουμε λοιπόν την άποψη ότι η ηγεσία τουΚΚΕ αυτό που βλέπει στην πραγματικότητα σαν φορέα του κομμουνιστι-κού μετασχηματισμού (και ό,τι εννοεί μ’ αυτό) είναι το κόμμα-κράτος καιστην πραγματικότητα -το αντιλαμβάνεται ή όχι- το κράτος. Ταυτόχρονα και με βάση το σύνολο των δεδομένων του ζητήματος, εμείς «πίσω» απ’ αυτό το κράτος διακρίνουμε το ιδιαίτερο βάρος και σημασία που παίρνει (ξανά) ο ρόλος της ιντελιγκέντσιας ή «εργαζόμενης διανόησης» ή όπως αλλιώςτην ονομάσουμε. Μια τέτοια εκτίμηση τη στηρίζουμε καταρχάς στη συγκάλυψη -από την ηγεσία του ΚΚΕ- του ρόλου που έπαιξε αυτό το κοινωνικόστρώμα στη διαδικασία της παλινόρθωσης. Στην αποσιώπηση του ότι αυτήη κοινωνική δύναμη διαμορφώθηκε και ανδρώθηκε στο πλαίσιο του κρατικού-κομματικού μηχανισμού και των αντίστοιχων οικονομικών μηχανισμών (κεντρικού σχεδιασμού, διευθυντικού προσωπικού επιχειρήσεων κ.λπ.). Στην υποβάθμιση του γεγονότος ότι ο ρεβιζιονισμός, η ιντελιγκέντσια και η Νέα Αστική Τάξη στην οποία αυτή εξελίχθηκε στήριζαν για δε-καετίες την κυριαρχία τους πάνω στην εργατική τάξη και τους λαούς τηςΣΕ ακριβώς στο κράτος, το «κόμμα» και εν γένει τους μηχανισμούς οικονομικής, κρατικής, κοινωνικής εξουσίας. Στην παράκαμψη του ότι αυτό τομπλοκ εξουσίας διαμόρφωσε όλα αυτά τα χρόνια μια ολάκερη «κομμουνιστική» (ρεβιζιονιστική) ιδεολογία σαν θεωρητικό ιδεολογικό στήριγμα της κυριαρχίας του. Ακριβώς επειδή στοιχεία αυτής της ιδεολογίας συνεχίζουν να χαρακτηρίζουν τις αντιλήψεις της ηγεσίας του ΚΚΕ. Πέρα από όσα ήδη αναφέραμε, ας δώσουμε ένα ακόμα χαρακτηριστικό απόσπασμα
«Το κόμμα […] είναι η ανώτερη μορφή κοινωνικοπολιτικής οργάνωσης, η καθοδηγητική και κατευθυντήρια δύναμη της σοβιετικής κοινωνίας. Το κόμμακαθοδηγεί τη μεγάλη δημιουργική δραστηριότητα του σοβιετικού λαού,προσδίδει οργανωμένο, σχεδιασμένο, επιστημονικά θεμελιωμένο χαρακτήραστον αγώνα για την επιτυχία του τελικού σκοπού. Τη νίκη του σοσιαλισμού».

 Όχι, το απόσπασμα δεν είναι από τις θέσεις του ΚΚΕ. Είναι από την εισήγηση του Χρουστσόφ στο 22ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ. Ταυτόχρονα σ’ αυτήτην εκτίμηση μας οδηγεί το σύνολο των τοποθετήσεων του ΚΚΕ, όπου πλήθος αναφορών συνθέτουν μια συγκεκριμένη αντίληψη για το ζήτημα πουεδώ μας απασχολεί. Παρ’ όλο που ήδη έχουμε παραθέσει σειρά αποσπασμά-των από αυτές τις θέσεις, θεωρούμε χρήσιμο να παραθέσουμε μερικά ακόμη πριν προχωρήσουμε παρακάτω.

«Η κοινωνικοποίηση στο σοσιαλισμό, όπως και όλη η οργάνωση της οικονομίας και κοινωνίας, πραγματοποιείται μέσω του κράτους της εργατικής τάξης, υπό την καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος, το οποίο στηρίζεται στην κινητοποίηση των εργατικών μαζών, στον εργατικό έλεγχο»(Σημείο 5).

«Ο νομοτελειακός ρόλος του Κόμματος στη διαδικασία της σοσιαλιστικής θεμελίωσης και ανάπτυξης εκφράζεται στην καθοδήγηση της εργατικήςεξουσίας, στην κινητοποίηση μαζών για τη συμμετοχή σε αυτήν. Η εργατικήτάξη συγκροτείται ως ηγετική δύναμη της νέας εξουσίας, πάνω απ’ όλα με τοΚόμμα της» (Σημείο 21).

«Η ταξική συνείδηση στο σύνολο της εργατικής τάξης δε διαμορφώνεται αυθόρμητα και ενιαία. Η άνοδος της κομμουνιστικής συνείδησης των μαζών τηςεργατικής τάξης καθορίζεται πρώτα απ’ όλα από την ενίσχυση των κομμου-νιστικών σχέσεων παραγωγής και από το επίπεδο της εργατικής συμμετοχής,με την καθοδήγηση του ΚΚ που είναι ο κύριος φορέας διείσδυσης της επα-ναστατικής συνείδησης στις μάζες […] Η συνείδηση της πρωτοπορίας οφείλεινα βρίσκεται πάντα πιο μπροστά από τη συνείδηση που διαμορφώνουν μα-ζικά στην εργατική τάξη οι οικονομικές σχέσεις. Από εδώ προκύπτει και ηαναγκαιότητα το ίδιο το Κόμμα να έχει υψηλή θεωρητική, ιδεολογική στάθ-μη και ατσάλωμα […]» (Σημείο 21)

Πέρα από αυτό καθαυτό το περιεχόμενο αυτών των τοποθετήσεων,εμπεριέχουν και αυτό στο οποίο ήδη αναφερθήκαμε. Μια τάση μετατόπισης της «αρμοδιότητας» από την τάξη στο κόμμα. Στις απόψεις της αυτές η ηγεσία του ΚΚΕ -όπως επίσης έχουμε αναφερθεί- πάει πίσω και από ορισμένες προσεγγίσεις που αποπειράθηκε το 1995, όπου διαβάζουμε:

«Η διόγκωση του συγκεντρωτισμού σε βάρος της δημοκρατίας προκάλεσε σοβαρές παρενέργειες στην οικονομική ανάπτυξη, στην ικανοποίηση τωνσυλλογικών συμφερόντων, έγινε παράγοντας εξασθένισης της υπεράσπισηςτου σοσιαλιστικού συστήματος».

Και ακόμη:«[…] παραβιάσεις και αποκλίσεις που συνοψίζονται στην ποιότητα της σχέσης των εργαζομένων με τη σοσιαλιστική ιδιοκτησία, την προσέλκυση τωνεργαζομένων στην άσκηση της λειτουργίας της εξουσίας σε αρμονική σχέσημε την αυξανόμενη σημασία της κεντρικής διεύθυνσής της».

 Επίσης:«Υποτιμήθηκε η πολυπλοκότητα της διαδικασίας για καλλιέργεια σοσιαλιστικής συνείδησης μέσα από την άμεση ενεργητική συμμετοχή στην επίλυσητων προβλημάτων της οικοδόμησης, της διεύθυνσης των κοινωνικών και ποιτικών υποθέσεων».
Τώρα, αν απλώς «υποτιμήθηκε» ή κάποιοι (η διευθύνουσα ρεβιζιονιστική ελίτ) αυτήν ακριβώς την ενεργό συμμετοχή ήθελαν να αποτρέψουν με κάθε τρόπο, ας το συμπεράνει ο καθένας.

(προσεχώς το τρίτο και τελευταίο μέρος για την σοσιαλιστική οικόδόμηση)

1 σχόλιο:

Διεθνιστής είπε...

μη δειλιάσετε οταν δείτε το μέγεθος , αξίζει πραγματικά να διαβαστούν