Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

ΓΙΑ ΤΗ 2η ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΝΤΑΡΣΥΑ





(Από την εφημερίδα προλεταριακή σημαία)
 
   Το ερώτημα που απασχολεί κάθε πολιτικό οργανισμό στα σώματά του (συνδιασκέψεις–συνέδρια) είναι η επιβεβαίωση ή η μερική η συνολικότερη τροποποίηση ή και ανατροπή εκτιμήσεων, θέσεων, προτάσεων και στόχων πάλης. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ επιμένει να κινηθεί με τον ίδιο πολιτικό κορμό όπως διατυπώνεται και στις θέσεις της ΚΣΕ για τη 2η Συνδιάσκεψή της (www.antarsya.gr). Παρ’ ότι στις θέσεις έχουν συμπληρωθεί-προστεθεί ζητήματα που προέκυψαν μέσα στους 19 μήνες από την απόφαση της 1ης Συνδιάσκεψης, πολλά από τα επίμαχα σημεία είναι ίδια ακόμα και στη διατύπωσή τους με τότε.
Αλλά και από τη μεριά μας δεν θα πρωτοτυπήσουμε. Πολλές φορές από τις στήλες της εφημερίδας έχει γίνει κριτική στις θέσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και θα επαναλάβουμε κάποια στοιχεία αντιπαράθεσης με τις απόψεις αυτές, θεωρώντας ότι έτσι υπηρετούμε την υπόθεση του κινήματος και της Αριστεράς, επιμένοντας να δρούμε από κοινού και ταυτόχρονα να αντιπαλεύουμε απόψεις και λογικές.

Ποιο είναι το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού;

 
Σίγουρα δεν θα δώσουμε την ίδια απάντηση με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Βασικό και πρωταρχικό ζήτημα, η σωστή ανάγνωση της πραγματικότητας, σαν οδηγός για να την αλλάξεις (αν το επιθυμείς). Από αυτή τη σωστή ανάγνωση προκύπτουν θέσεις, κατευθύνσεις, στόχοι πάλης, καθήκοντα. Έτσι διαβάζουμε:
«Θέση 3 (…)Από αυτή τη σκοπιά, συνεχίζεται ουσιαστικά η ‘‘κρίση στρατηγικής του κεφαλαίου’’, που αποτυπώνεται στην ‘‘απουσία σαφούς σχεδίου εξόδου από την κρίση με ένα νέο κοινωνικό, τεχνολογικό και οργανωτικό υπόδειγμα’’, καθώς και με μια αποσαφηνισμένη ιεραρχία μέσα στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα και τις αντιθέσεις της, ώστε να εξασφαλίσει τη μεσοπρόθεσμη ανάκαμψη της καπιταλιστικής κερδοφορίας.
Σαν απάντηση στην κρίση και την αντιμετώπιση των εργατικών και λαϊκών αντιστάσεων, η αστική τάξη επιχειρεί να ολοκληρώσει την ποιοτική τομή στον καπιταλισμό, που εγκαινιάστηκε από τη δεκαετία του ’70, μέσα από τη γενίκευση της ανασυγκρότησης του συστήματος σε αντιδραστική κατεύθυνση, με τις αναδιαρθρώσεις στην παραγωγή και την προσπάθεια ποιοτικής τροποποίησης του συσχετισμού δύναμης σε βάρος της εργασίας. Αυτή την προσπάθεια ονομάζουν ‘‘επανίδρυση του καπιταλισμού’’…».

Αυτό που κύρια απουσιάζει από την ερμηνεία της καπιταλιστικής κρίσης είναι, ουσιαστικά, η ιμπεριαλιστική διάσταση αυτής. Τι και αν αφιερώνεται το σημείο 5 των θέσεων «Η κρίση συνδυάζεται με ανακατατάξεις και όξυνση των ανταγωνισμών μέσα στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα…» η το σημείο 2 «…Ακόμα και μέσα από ανοιχτές κρίσεις, καταστροφές και πολέμους που χρησιμοποιήθηκαν πάντα για αναδιανομές και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, ανάδειξη των κάθε φορά ισχυρότερων στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα και επανεκκίνηση της καπιταλιστικής οικονομίας μέσα από τις γιγαντιαίες καταστροφές παραγωγικών δυνάμεων, το μακελειό εκατομμυρίων ανθρώπων...»
Ουσιαστικά κατανοεί ο αναγνώστης των θέσεων ότι πρόκειται για μια αναφορά γεγονότων που συμβαίνουν -και δεν μπορείς να τα αγνοήσεις- αλλά σε καμιά περίπτωση δεν θεωρείται σαν η δεύτερη συνιστώσα (πρώτη η οικονομική) της συνολική κρίσης του καπιταλιστικού ιμπεριαλιστικού συστήματος η διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων που συμβαίνει στην εποχή μας. Είναι η σύμπλεξή τους που οδηγεί στην αδυναμία να υπάρξει μεγέθυνση στο πεδίο της πραγματικής οικονομίας και δεν υπάρχει σχέδιο εξόδου από την κρίση καθώς η οικονομία συναντάει την πολιτική και δεν αποσαφηνίζεται η ιεραρχία μέσα στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Διαδικασία που μόνο βίαια μπορεί να γίνει και με το σύνολο των όπλων (όχι μόνο οικονομικών) που διαθέτει ή δεν διαθέτει κάθε δύναμη. Εντύπωση βέβαια κάνει η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στη Ρωσία σαν ιμπεριαλιστική δύναμη.
Όσο για την «επανίδρυση του καπιταλισμού», θέλουμε να σημειώσουμε ότι αυτή η ποιοτική τομή που βλέπουν οι θέσεις να ξεκινά το ’70 είναι σύμφυτη με την ίδια την ύπαρξη και λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος από τότε που εμφανίστηκε στο προσκήνιο της ιστορίας. Εκείνα που συμβαίνει να διαφοροποιούνται είναι οι μορφές, η κλίμακα, οι τρόποι και οι εντάσεις της επίθεσης στην εργατική τάξη και τους λαούς υπό τον περιορισμό που (δεν) θέτουν οι κοινωνικοί, ταξικοί, πολιτικοί συσχετισμοί. Η επίθεση στην εργατική τάξη και τους λαούς έχει στρατηγικό χαρακτήρα για το ιμπεριαλιστικό-καπιταλιστικό σύστημα.

Μια τόσο σημαντική απουσία

 
«Θ15 (...) Η αστική τάξη, η ΕΕ και το ΔΝΤ δεν έχουν στόχο να κάνουν το χρέος ‘‘βιώσιμο’’, αλλά να επιβάλουν ένα καθεστώς σκλαβιάς και σκληρής εκμετάλλευσης για τους εργαζόμενους και το λαό, το γενικό ξεπούλημα τύπου Ανατολικής Ευρώπης, για τη μετατροπή ολόκληρης της χώρας σε ‘‘Ειδική Οικονομική Ζώνη’’, για να ξεπεράσουν την κρίση τους πάνω στα ερείπια των κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζόμενων.
«Θ16 (…) Η ελληνική αστική τάξη αδυνατεί να χαράξει οποιονδήποτε άλλο δρόμο παρά μόνο σε στενή σύνδεση και ταύτιση με το ευρωπαϊκό κεφάλαιο. Τόσο στις περιόδους της σχετικής ανάπτυξής της, όπως σηματοδοτήθηκε με την καπιταλιστική επέκταση στην Ανατολική Ευρώπη και στα Βαλκάνια, όπου διεκδίκησε το ρόλο του ευρωπαϊκού προπομπού, όσο και στη φάση της καθόδου, όπως σήμερα, πληρώνοντας το τίμημα μιας μεγάλης υποβάθμισης προς τους ευρωπαίους εταίρους. (…) Ειδικά το τελευταίο διάστημα με την επιτροπεία από την Τρόικα τίθεται και θέμα μειωμένης λαϊκής κυριαρχίας, την οποία η αστική τάξη επιδιώκει και αποδέχεται πλήρως για να μπορέσει να επιβάλει συνθήκες ακόμη μεγαλύτερης εκμετάλλευσης…».
«Θ20 (…) Το ελληνικό κεφάλαιο και η τρόικα απάντησαν στην πολιτική κρίση τους με τη συγκρότηση της τρικομματικής συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ. Η κυβέρνηση αυτή στηρίζεται από τον συνασπισμό εξουσίας που συγκροτείται από τις ηγεμονικές δυνάμεις του ελληνικού κεφαλαίου, τις τράπεζες και τα ΜΜΕ, καθώς και από τα βασικά ιμπεριαλιστικά κέντρα, τη Γερμανία, την ΕΕ, τις ΗΠΑ και το ΔΝΤ, παρά τις αντιθέσεις και ανταγωνισμούς με στόχο το πέρασμα των αντιδραστικών μεταρρυθμίσεων, τη διατήρηση της ‘‘πολιτικής σταθερότητας’’ και του ‘‘επενδυτικού κλίματος’’, την καθυπόταξη των κοινωνικών αντιστάσεων…»

Κρίσιμο στοιχείο της πραγματικότητας ιδιαίτερα για τη χώρα μας είναι το καθεστώς εξάρτησης της άρχουσας τάξης από ΗΠΑ και ΕΕ. Παρά το γεγονός ότι στις θέσεις δεν διατυπώνονται ανοικτά εκτιμήσεις για ιμπεριαλιστική Ελλάδα ούτε διατυπώνεται η άποψη περί κατοχής, οι όροι που χρησιμοποιούνται «σύνδεση-ταύτιση-αποδοχή» παραπέμπουν σε συνεταιρισμό-συμμαχία με την ΕΕ (κάτι αντίστοιχο με την ανισότιμη αλληλεξάρτηση του ΚΚΕ) και δεν βλέπουν ότι στον τόπο συντελείται μια τεράστια μεταφορά πλούτου, ναι, από κάτω προς τα πάνω αλλά και από μέσα προς τα έξω.
Δεν είναι δυνατό η μόνη αναφορά στις ΗΠΑ να είναι η παραπάνω και να μη γίνεται καμιά αναφορά σε βάσεις, πυρηνικά, εκβιασμούς των ΗΠΑ για αγωγούς που απαγορεύουν να γίνουν είτε επιβάλλουν τη συμμετοχή της χώρας σε άλλους κ.λπ. Είναι κατά τη γνώμη μας προβληματικό και σίγουρα μπορεί να οδηγήσει σε στρεβλώσεις, αποπροσανατολισμούς και λανθασμένες ιεραρχήσεις μια τέτοια υποβάθμιση έως εξαφάνιση του αμερικάνικου παράγοντα όσο βάρος (για διαχωρισμό από ΣΥΡΙΖΑ) και να θέλει να δώσει κάποιος στο αίτημα για έξοδο της χώρας από την Ε.Ε.
Η αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση και πάλη ενάντια σε Ε.Ε.-ΗΠΑ-ΔΝΤ–ΒΑΣΕΙΣ είναι όρος για την ταξική συγκρότηση της εργατικής τάξης, συνολικά του λαϊκού κινήματος, πολιτικοποιεί τις αντιστάσεις χωρίς να μπερδεύεται με διαχειριστικά προτάγματα (αποχώρηση από ευρώ), οξύνοντας τη σύγκρουση με την αστική τάξη και τους ξένους δυνάστες
. Για εμάς η σύγκρουση αυτή για το σπάσιμο των δεσμών της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης δεν μπορεί παρά να έχει επαναστατικά χαρακτηριστικά συνολικής πολιτικής και κοινωνικής ανατροπής και δεν μπορεί να αποτελέσει μία διαδικασία «αποδέσμευσης» όπως με περισσή ευκολία αναφέρεται στις θέσεις.

Προβλήματα μετάβασης

 
«Θ43 (…) Το αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα αφορά πάνω από όλα το σήμερα. Είναι ένα σύνολο αιτημάτων και πολιτικών στόχων που παλεύουμε να επιβληθεί από σήμερα, παρά το γεγονός ότι σε συνθήκες καπιταλιστικής κυριαρχίας μόνο εν μέρει και όχι σταθερά μπορεί να υπάρξουν κατακτήσεις, και δεν είναι ένα πρόγραμμα που θα υλοποιήσει είτε μια “κυβέρνηση της Αριστεράς” εντός της αστικής νομιμότητας ή η εξίσου μακρινή και απροσδιόριστη “λαϊκή εξουσία” (...)
Θ45 (…) Το πρόγραμμα αυτό θα υλοποιηθεί από ένα αγωνιστικό μέτωπο ρήξης και ανατροπής με καρδιά το ταξικά ανασυγκροτημένο εργατικό κίνημα και ένα μαζικό μέτωπο της αντικαπιταλιστικής ανατρεπτικής Αριστεράς. Αυτό σήμερα είναι πιο δυνατό παρά ποτέ.
Θ25 (…) Τέλος, έγιναν πολιτικά προχωρήματα. Τα ζητήματα της κατάργησης των μνημονίων, της διαγραφής του χρέους υιοθετήθηκαν από σημαντικά τμήματα του εργατικού κινήματος. Η εθνικοποίηση χωρίς αποζημίωση και με εργατικό έλεγχο βρέθηκε στο κέντρο της συζήτησης στα Ναυπηγεία, στην Αγροτική ή στο ΤΤ.»

«Εμείς προτείνουμε στο λαό ένα πολιτικό πρόγραμμα που ξεκινάει από την ανατροπή της κυβέρνησης, την ακύρωση των μνημονίων και των δανειακών συμβάσεων, την έξοδο από το ευρώ και την ΕΕ, την άμεση βελτίωση της ζωής του λαού, την εθνικοποίηση των τραπεζών, την ανάπτυξη και το βάθεμα τη δημοκρατίας.» (Α. Δραγανίγος συνέντευξη παρουσίασης θέσεων).
Έχουν υπάρξει από τη μεριά μας αντιπαραθέσεις στο «μεταβατικό πρόγραμμα»
. Θα επαναλάβουμε δύο σημεία.
1. Ναι, υπάρχει η αναγκαιότητα διατύπωσης και υλοποίησης μεταβατικού προγράμματος, όταν βρεθούμε στην περίοδο… μετάβασης. Και με δεδομένη την επαναστατική ανατροπή του συστήματος της εξάρτησης και εκμετάλλευσης. Αυτή τη στιγμή, στο σήμερα, «εδώ και τώρα», ουσιαστικά αποτελεί άρνηση της αναγκαιότητας να οικοδομηθούν οι πολιτικές, ιδεολογικές, κινηματικές, προϋποθέσεις συγκρότησης των λαϊκών δυνάμεων, της εργατικής τάξης σε «τάξη για τον εαυτό της», ώστε να αντιπαρατεθούν αποτελεσματικά στο σήμερα και προοπτικά να αναμετρηθούν νικηφόρα με τις δυνάμεις του συστήματος.
2. Στη βάση αυτή αναζητά «έξυπνες» λύσεις που υποτίθεται «κόβουν δρόμο» προς το στόχο μέσω κοινοβουλευτικών αυταπατών και ελπίζοντας στην αλλαγή λογικής εντός του συστήματος με την επιστροφή της σοσιαλδημοκρατίας. Τελική κατάληξη, η έλλειψη στόχων πάλης για το λαό, γιατί δεν συγκροτεί εστίες αντίστασης και αγώνα (όσο και να βαφτίζονται προχωρήματα που δεν είναι και άσχετα με τη σημερινή κινηματική ύφεση) σε εργοστάσια, επιχειρήσεις, γειτονιές η «διαγραφή του χρέους», η «εθνικοποίηση τραπεζών και επιχειρήσεων» και όλα τα συναφή. Αφορούν αυτά τα «αιτήματα» τα προβλήματα και τους όρους πάλης ενός σωματείου, συλλόγου εργαζομένων, φτωχομεσαίων αγροτών, νεολαίας; Με τελικό επίδικο φυσικά να πέσει η κυβέρνηση και κάθε κυβέρνηση…

Συμπόρευση και κοινή δράση

 
«Θ50 (…) η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρότεινε, σαν ουσιαστικό στοιχείο της πολιτικής της πρότασης, μέσα από το ‘‘συντονισμό των αντιστάσεων και μέσα από την κοινή δράση όλων των ρευμάτων του αγώνα, ένα πραγματικό εργατικό και λαϊκό αγωνιστικό μέτωπο ρήξης, νίκης και ανατροπής’’, που να διεκδικεί όχι απλώς την απόκρουση των μέτρων αλλά κρίσιμες πλευρές ενός αναγκαίου σήμερα αντικαπιταλιστικού μεταβατικού προγράμματος, στην κατεύθυνση μιας ανώτερης σύνθεσης κοινωνικού και πολιτικού αγώνα και οργάνωσης του λαού.»
Η ίδια ιστορία. Για να αποφασισθεί ένα κοινό πλαίσιο σε ένα σωματείο, αν υπάρχουν εκπρόσωποι της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, πρέπει να συνυπογράψεις αναγκαστικά τη …μετάβαση. Δεν έχει το ΠΑΜΕ μόνο τέτοια λογική, η μήτρα βέβαια είναι κοινή. Από τη μεριά μας, επιμένουμε στην κοινή δράση, όπως πρόσφατα έγινε με την πορεία για τα γεγονότα στην Κύπρο, τη συγκρότηση της ΚΕΔΔΕ.
Βέβαια, όταν κάνεις μια πρόταση μετωπικής συμπόρευσης, πάντα υπάρχει ο κίνδυνος κάποιος να τη δεχτεί. Έτσι έχει ανοίξει μια αντιπαράθεση στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με την κίνηση «Για τη συμπόρευση δυνάμεων και αγωνιστών σε έναν άλλο δρόμο διεξόδου από την κρίση. Χωρίς χρέος, μνημόνια και ευρώ» (ΜΑΑ-σχέδιο Β-ΑΡΑΝ-ΑΡΑΣ-πρώην μέλη ΚΟΕ-ΕΠΑΜ κ.ά.) που κατέθεσε κείμενο 6 κομβικών σημείων μεταβατικού προγράμματος.
Η ΟΚΔΕ-Σπάρτακος διαπιστώνει ότι «στα 6 σημεία του μεταβατικού προγράμματος που προτείνει το κείμενο δεν υπάρχει καμία αναφορά στις δομές του κράτους, ούτε στο ποια τάξη και ποια κυβέρνηση θα μπορούσαν να επιβάλουν ένα τέτοιο πρόγραμμα. Για αυτό και οι προτάσεις του κείμενου απευθύνονται γενικά στη ‘‘χώρα’’ ή στον ‘‘τόπο’’ και όχι στην εργατική τάξη, θυμίζοντας περισσότερο πρόγραμμα ‘‘εθνικής σωτηρίας’’ παρά ταξικό πρόγραμμα.
(…) Με βάση όλα τα παραπάνω, δεν προκαλεί έκπληξη ότι στο κείμενο ρητά συγχωνεύονται 4 διαφορετικές στρατηγικές, σαν να επρόκειτο απλώς για διαφορετικά ονόματα για το ίδιο πράγμα: αντικαπιταλιστική ανατροπή, σχέδιο Β, πρόγραμμα ανασυγκρότησης και φιλολαϊκής διεξόδου, αντιιμπεριαλιστικό-αντιμονοπωλιακό δημοκρατικό μέτωπο.»

Ενώ στο «ΠΡΙΝ» (28/4) ο Α. Δραγανίγος δηλώνει ότι η πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ «δεν διατίθεται για κοπτοραπτική» και κατηγορεί «τμήμα των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (βλέπε ΑΡΑΝ-ΑΡΑΣ) ότι δημιουργούν ρήγματα στη δημοκρατική ενοποίησή της», «ακρωτηριάζοντας την πολιτική της πρόταση, εντάσσοντάς τη στη διεκδίκηση της κυβερνητικής εξουσίας…». Οι ενστάσεις όμως αυτές είναι παγιδευμένες σε αυτό που θεωρούν ότι αντιπαλεύουν (κυβερνητισμός), στο βαθμό που εκκινούν από την αποδοχή του μεταβατικού προγράμματος.
Μάλλον βλέπουμε τα πρώτα επεισόδια στο σίριαλ «πόσο μεταβατικό είναι και προς τα πού θα μας πάει το δικό σας μεταβατικό πρόγραμμα».

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ των μελών (;)

 
Τέλος, έχει εκφραστεί η αντίθεση μελών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο καπέλωμα του σχηματισμού από τις οργανωμένες δυνάμεις (βλ. ΝΑΡ για ανακοίνωση για Αλαβάνο) μέσω δημοσιεύσεων σε διάφορες ιστοσελίδες και η έντονη κριτική για την καθυστέρηση της 2ης Συνδιάσκεψης που από το τέλος του 2012 έφτασε Ιούνη.
Αυτή η κριτική σχηματοποιήθηκε με κείμενο μελών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που καλεί μάλιστα και σε εκδήλωση που θέλουν «…την οριστική ρήξη με μικροκομματικές πρακτικές που αποτελούν τροχοπέδη στην ανάπτυξη της κοινής προσπάθειας», διαπιστώνοντας: «Ενώ έχουμε ένα ευρύτερο εκλεγμένο όργανο, το Πανελλαδικό Συντονιστικό, αυτό μάλλον διακοσμητικό ρόλο είχε αυτούς τους 19 μήνες (…) Η ΚΣΕ, παρ’ ότι είναι εκλεγμένο όργανο της Συνδιάσκεψης, έχει λειτουργήσει περισσότερο σαν διαπαραταξιακό όργανο όπου αναπαράγεται μάλιστα η απαράδεκτη λογική του ‘‘βέτο’’, κόντρα και στις αποφάσεις της Συνδιάσκεψης. Θεωρούμε πως πρέπει να υπερβούμε τη λογική ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι απλώς ένα άθροισμα συνιστωσών...»
Κλείνοντας το σημείωμα αυτό, εκτιμούμε ότι η διατήρηση της γραμμής αυτής για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ βασίζεται στο ότι θεωρείται ότι αδειάζει χώρος από τη δεξιά μετατόπιση-προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ και ευελπιστούν να τον καλύψουν. Ωστόσο, όπως φάνηκε και παραπάνω, τα πράγματα όχι μόνο δεν ξεκαθαρίζονται, αλλά γίνονται πιο περίπλοκα και οι αντιφάσεις περισσεύουν.
Τονίζουμε ακόμη μια φορά ότι κινούμαστε στο έδαφος μιας μεγάλης, σκληρής και ανελέητης αναμέτρησης. Το καθήκον κάθε πολιτικής οργάνωσης, φορέα, σχηματισμού κ.λπ. είναι αν και πώς θα ανταποκριθεί στις απαιτήσεις αυτής της αναμέτρησης, πρώτα από όλα συνεισφέροντας στη συγκρότηση των λαϊκών μαζών στο ανώτερο επίπεδο. Εκεί θα κριθούμε όλοι, στο κίνημα και στην ταξική πάλη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: