Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

Από το “σοσιαλφασισμό” στα Λαϊκά Μέτωπα [1]: οι πρώτες προσεγγίσεις δύο καινούριων φαινομένων

Γράφει ο ulyanovism

 

Εισαγωγή – μεθοδολογικές παρατηρήσεις

 
Η σειρά αυτή έχει στόχο να εξετάσει κριτικά τη διαμόρφωση της πολιτικής της 3ης Διεθνούς απέναντι στο φασισμό την περίοδο 1924-1935



Κύριο χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου είναι αρχικά η πρωτογενής διαμόρφωση μιας πολιτικής ανάλυσης – ερμηνείας του φασιστικού φαινομένου, σε στενή συνάρτηση με το επίσης καινούριο φαινόμενο της ανόδου σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στην εξουσία, και στη συνέχεια η επεξεργασία της θέσης αυτής και η μετατόπιση στην πολιτική των Λαϊκών Μετώπων που συντελέστηκε το 1935, στο 7ο συνέδριο της Διεθνούς, και καθόρισε τη στάση των κομμουνιστικών κομμάτων στις κρίσιμες πολεμικές συγκρούσεις που ακολούθησαν. Και οι δύο αυτές πολιτικές έχουν δεχτεί σφοδρές κριτικές ως αναποτελεσματικές ή ακόμα και καταστροφικές για το εργατικό κίνημα. Η μεν γραμμή του “σοσιαλφασισμού” συνήθως κατακρίνεται ως αριστερίστικη επειδή υποτίθεται αρνούνταν την αντιφασιστική συνεργασία με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, η δε πολιτική των Λαϊκών Μετώπων ως δεξιά επειδή οδηγούσε στη συνεργασία με κομμάτια της αστικής τάξης, και “επομένως” οδήγησε το εργατικό κίνημα στην ενσωμάτωση. Οι κριτικές αυτές έχουν ψήγματα αλήθειας, συνολικά όμως περισσότερο συσκοτίζουν παρά φωτίζουν την πραγματικότητα.
Πριν προχωρήσουμε στην εξέταση των κειμένων της εποχής, οφείλουμε να κάνουμε τρεις γενικές μεθοδολογικές επισημάνσεις που αφορούν το πως πρέπει να διαβάζουμε την πολιτική ιστορία, ή και την ιστορία των ιδεών γενικότερα.
Η πρώτη παρατήρηση είναι ότι η αντιφασιστική πολιτική της 3ης Διεθνούς ήταν μια πολιτική συνεχώς υπό διαμόρφωση, που αναθεωρούνταν με βάση τα συμπεράσματα που έβγαιναν από την εφαρμογή της και τα νέα δεδομένα που δημιουργούσε η κοινωνική εξέλιξη.
Η δεύτερη είναι πως δεν υπάρχουν γενικές αλήθειες, η αλήθεια είναι πάντα συγκεκριμένη. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Δεν υπάρχει μια και μοναδική γραμμή, η οποία μπορεί να απαντήσει το πρόβλημα του φασισμού -ή οποιουδήποτε άλλου προβλήματος- και της στάσης μας απέναντί του γενικά και αφηρημένα για όλες τις περιόδους. Διαφορετικές ιστορικές φάσεις έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά και επιτάσσουν διαφορετικές πολιτικές. Επομένως όταν εξετάζουμε την ιστορική πορεία της αντιφασιστικής πάλης δεν το κάνουμε για να βρούμε μια μοναδική σωστή γραμμή για το τότε και το σήμερα, αλλά το πως απαντούσαν κάθε φορά το πρόβλημα σε σχέση με τις συνθήκες της εποχής τους.
Η τρίτη παρατήρηση είναι πως η ιστορική αποτίμηση μιας άποψης έχει αξία μόνο σε σύγκριση με τις εναλλακτικές προσεγγίσεις που διατυπώθηκαν την ίδια εποχή για να απαντήσουν στο ίδιο πρόβλημα. Γιατί; Διότι σήμερα έχουμε την πολυτέλεια να γνωρίζουμε το πως εξελίχθηκαν τελικά τα γεγονότα και να κρίνουμε τις τότε απόψεις με βάση αυτά. Τότε όμως δεν ήταν καθόλου έτσι. Πράγματα που σήμερα μας φαίνονται φανερά και αυτονόητα τότε δεν ήταν καθόλου φανερά και καθόλου αυτονόητα, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για πρωτοφανέρωτα ιστορικά φαινόμενα. Η ιστορική αποτίμηση και η πολιτική αποτίμηση είναι δύο ξεχωριστά αντικείμενα, στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους. Για την πολιτική αποτίμηση μιας άποψης πρέπει να πάρουμε υπόψιν όλη την ιστορική εξέλιξη από τότε μέχρι σήμερα, να δούμε σε τι πρακτικά συμπεράσματα οδήγησαν, και να βρούμε ποια πολιτικά λάθη, αδυναμίες και ελλείψεις της άποψης αυτής δημιούργησαν στο εργατικό κίνημα προβλήματα και το οδήγησαν σε οπισθοχωρήσεις και ήττες. Για την ιστορική αποτίμηση, αντίθετα, πρέπει να λάβουμε υπόψιν το πεπερασμένο της εποχής, τα δεδομένα που είχε στα χέρια της μια άποψη όταν διατυπώθηκε και τη σύγκριση και αντιπαράθεσή της με τις εναλλακτικές ερμηνείες που δόθηκαν την ίδια εποχή.
Σ’ αυτά πρέπει να προσθέσουμε το λενινιστικό ορισμό της πολιτικής, τον οποίο δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ: πολιτική είναι η ανάλυση της διάταξης όλων των τάξεων της κοινωνίας, των σχέσεων μεταξύ τους, της σχέσης τους με την κρατική εξουσία και τη δυναμική της κοινωνικής εξέλιξης που προκύπτει από τις σχέσεις αυτές. Όταν, λοιπόν, επιχειρούμε να κάνουμε πολιτική ανάλυση, από μαρξιστική σκοπιά, πρέπει να έχουμε υπόψιν μας ότι κάνουμε πρώτα απ’ όλα ανάλυση ταξικών σχέσεων. Η σωστή ή όχι εκτίμηση των σχέσεων αυτών, με μέτρο τόσο την ιστορική εμπειρία όσο και τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία, είναι το κριτήριο της αποτίμησης των τοποθετήσεων που εξετάζονται στη συνέχεια.

Το έτος 1924

Οι πρώτες απόπειρες ανάλυσης του φασιστικού φαινομένου, τις οποίες εξετάζουμε στο παρόν κείμενο, έγιναν το 1924, μόλις δύο χρόνια μετά την άνοδο του Μουσολίνι στην εξουσία και τη δημιουργία του πρώτου φασιστικού καθεστώτος στην Ευρώπη. Το 1924 είναι η χρονιά του σχηματισμού της πρώτης κυβέρνησης των Εργατικών στην Αγγλία υπό τον ΜακΝτόναλντ (James Ramsay MacDonald) και της ανόδου στην εξουσία του Ριζοσπαστικού Κόμματος στη Γαλλία υπό τον Εριό (Édouard Herriot). Η Γερμανία έμπαινε κι αυτή σε καινούρια τροχιά, καθώς την περίοδο της επαναστατικής αναταραχής που ξεκίνησε το 1918 διαδέχονταν μια περίοδος σχετικής σταθεροποίησης. Η φιλειρηνική ρητορεία κυριαρχούσε στις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, ωστόσο οι επιθετικές διαθέσεις της φασιστικής Ιταλίας είχαν αρχίσει ήδη να εκδηλώνονται.

Ο Μπενίτο Μουσολίνι με τον Ιταλό βασιλιά Βίκτωρ Εμμανουήλ τον 3ο το 1934
Σε αυτές τις συνθήκες διεξάγονται οι πρώτες συζητήσεις για το φασισμό στο κορυφαίο επίπεδο του μπολσεβίκικου κόμματος. Τα κείμενα που εξετάζουμε σε αυτό το πρώτο μέρος είναι το “Από ποιο στάδιο περνάμε;” του Λ. Τρότσκι [2], που γράφτηκε τον Ιούνη του 1924 και το “Σχετικά με τη διεθνή κατάσταση” του Ι.Στάλιν [1], που γράφτηκε το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου. Η μετάφραση και των δύο κειμένων έγινε από τα αγγλικά, ενώ ο αναγνώστης μπορεί να βρει ολόκληρα τα πρωτότυπα κείμενα στον ιστότοπο marxists.org.

Τι σημαίνει “οργάνωση μάχης της αστικής τάξης”;

Ερμηνεύοντας την περίοδο του αστικοδημοκρατικού πασιφισμού, ο Στάλιν ξεκινάει επισημαίνοντας την αδυναμία των συμμάχων της Αντάντ να διαχειριστούν τα αποτελέσματα του πολέμου. Οι λόγοι είναι τρεις: πρώτον οι αντιθέσεις εντός των χωρών της Αντάντ είναι μεγάλες και δυσκολεύονται να συμφωνήσουν στο μοίρασμα της λείας. Δεύτερον, η προσπάθεια καταλήστευσης των ηττημένων χωρών συναντάει τη συνεχώς αυξανόμενη αντίστασή τους. Και τρίτον, η εφαρμογή των σχεδίων αυτών προϋποθέτουν στρατιωτικές συγκρούσεις και οι λαοί της Ευρώπης δεν είναι πρόθυμοι να ξαναπολεμήσουν τόσο σύντομα μετά τη σφαγή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Οι αντιφάσεις αυτές οδηγούν τις αστικές τάξεις στην Ευρώπη να περάσουν από τον ανοιχτό στον συγκαλυμμένο ιμπεριαλισμό υπό το μανδύα του πασιφισμού και της αστικής δημοκρατίας.
Ποια είναι η θέση του φασισμού σε αυτό το πολιτικό περιβάλλον; Ας παρακολουθήσουμε το κείμενο:
Κάποιοι πιστεύουν ότι η αστική τάξη υιοθέτησε το “πασιφισμό” και τη “δημοκρατία” όχι επειδή ήταν αναγκασμένη να το κάνει, αλλά εθελοντικά, σα να ‘ταν ελεύθερή της επιλογή, ας το πούμε έτσι. Και υποθέτουν ότι, έχοντας νικήσει την εργατική τάξη στις αποφασιστικές μάχες (Ιταλία, Γερμανία), η αστική τάξη ένιωσε ότι ήταν νικήτρια και είχε πλέον τα περιθώρια να υιοθετήσει τη “δημοκρατία”. Με άλλα λόγια, ενώ οι αποφασιστικές μάχες ήταν σε εξέλιξη, η αστική τάξη χρειάζονταν μια οργάνωση μάχης, χρειάζονταν το φασισμό. Τώρα όμως που το προλεταριάτο έχει ηττηθεί, η αστική τάξη δε χρειάζεται πια το φασισμό και έχει τα περιθώρια να χρησιμοποιήσει αντ’ αυτού τη “δημοκρατία”, σαν καλύτερη μέθοδο για να κατοχυρώσει τη νίκη της. Έτσι, το συμπέρασμα που βγαίνει είναι πως η κυριαρχία της αστικής τάξης έχει εδραιωθεί, ότι η “εποχή του πασιφισμού” θα είναι παρατεταμένη και ότι η επανάσταση στην Ευρώπη έχει μπει στο ράφι.
Αυτές οι υποθέσεις είναι απολύτως λανθασμένες. [Στάλιν]
Όταν ο Στάλιν χρησιμοποιεί τον όρο “οργάνωση μάχης της αστικής τάξης” για να περιγράψει το φασισμό, το κάνει για να αποκρούσει τη λανθασμένη αντίληψη ότι ο φασισμός είναι περίπου μια στρατιωτικού τύπου οργάνωση η οποία μόλις επιτελέσει το σκοπό της ξαναμπαίνει σε εφεδρεία. Εξίσου σημαντική παρατήρηση είναι ότι ο λόγος που η αστική τάξη κατέφυγε στο πασιφισμό δεν είναι άλλος από την αναντιστοιχία μεταξύ σκοπών και μέσων στη διαχείριση της μεταπολεμικής κατάστασης. Με λίγα λόγια οι αστικές τάξεις κατέφυγαν στο πασιφισμό επειδή αναγκάστηκαν από τις συνθήκες, την ίδια στιγμή που η κρίση του μεταπολεμικού κόσμου δεν είχε πάψει καθορίζει τις εξελίξεις.


Ιωσήφ Στάλιν

Όταν η αστική τάξη… προδίδει το φασισμό!

Περισσότερο φως στην αντιπαράθεση θα ρίξει η αντιπαραβολή της άποψης στην οποία ο Στάλιν επί της ουσίας απαντάει. Γράφει ο Τρότσκι:
Στα πρόσφατα χρόνια ο τύπος μας συχνά έχει γράψει ότι έχουμε μπει στην εποχή του φασισμού. Κάποιοι έχουν σχηματίσει την άποψη ότι είναι ο φασισμός που θα οδηγήσει κατευθείαν στην επανάσταση, στο ξεσηκωμό των εργατών στην Ευρώπη. Τελευταία, ωστόσο, η ίδια η έννοια του φασισμού έχει γίνει εξαιρετικά μπερδεμένη. Υπό τις πιο φυσιολογικές συνθήκες λέγεται μερικές φορές ότι ο φασισμός αναπτύσσεται ή ότι ο φασισμός προελαύνει. [Τρότσκι]
Εκτιμώντας τη μεταπολεμική κατάσταση στην Ευρώπη, ο Τρότσκι δηλώνει ότι η ήττα της γερμανικής επανάστασης οδήγησε στη νίκη των μετριοπαθών κυβερνήσεων σε Γαλλία και Αγγλία, και ότι με τη σειρά της η Γερμανία απέκτησε σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση βάσει της υπόσχεσης ότι η τελευταία θα μπορέσει να έρθει σε συνεννόηση με πολιτικά όμορες δυτικές κυβερνήσεις για τη λύση των ευρωπαϊκών ζητημάτων. Δε δίνει ωστόσο απάντηση στο αν μια τέτοια συνεννόηση θα μπορέσει όντως να δώσει αποτελέσματα, να οδηγήσει τις αντιθέσεις σε λύση, αφήνοντας έτσι αυτό το ενδεχόμενο ανοιχτό. Ήδη από το παραπάνω απόσπασμα είναι φανερή μια τάση υποτίμησης του φασισμού, η οποία γίνεται ολοφάνερη στη συνέχεια:
Και τι απέγινε ο φασισμός; Δεν υπάρχει τίποτα πιο εύκολο στην πολιτική από το να πάρεις μια πιασάρικη λέξη, μια φράση, και να την επαναλαμβάνεις ξανά και ξανά. Έχω ήδη πει ότι η συνείδηση είναι ένας πολύ συντηρητικός παράγοντας και ότι για να πάει μπροστά χρειάζεται ένα μεγάλο μαστίγιο. Τι είναι ο φασισμός; Μπορεί ένα φασιστικό καθεστώς να υπάρχει για απροσδιόριστα μεγάλο χρονικό διάστημα; Ο φασισμός είναι η οργάνωση μάχης της αστικής τάξης σε περίπτωση και κατά τη διάρκεια εμφυλίου πολέμου. Γι’ αυτό χρειάζεται ο φασισμός. Παίζει τον ίδιο ρόλο για την αστική τάξη με την οργάνωση της ένοπλης εξέγερσης για το προλεταριάτο. Η εργατική τάξη ετοιμάζεται για την ένοπλη εξέγερση, ξαναοργανώνει τις οργανώσεις της ανάλογα, δημιουργεί ομάδες κρούσης, οπλίζει τους μαχητές της κοκ. Μπορεί μια τέτοια κατάσταση να συνεχίσει για πάντα; Προφανώς όχι: είτε η εργατικής τάξη κυριαρχεί, και τότε σχηματίζει κανονικό στρατό, είτε η επίθεσή της αποκρούεται, και τότε η οργάνωση της ένοπλης εξέγερσης φτάνει στο τέλος της τουλάχιστον για το άμεσο μέλλον. [Τρότσκι]
Στη συνέχεια ο Τρότσκι, μέσα από το παράδειγμα της Ιταλίας, της χώρας που είχε ήδη την πρώτη φασιστική κυβέρνηση, επιχειρεί να αναλύσει την ταξική βάση και το μέλλον του φασισμού.
Μπορεί ο φασισμός να διαρκέσει για μεγάλο διάστημα; Όχι. Αν η αστική τάξη διατηρήσει την εξουσία, όπως έγινε στην Ιταλία το 1920, όπως έγινε στη Γερμανία τον περασμένο χρόνο, τότε, έχοντας κάνει χρήση του αιματηρού έργου του φασισμού, προσανατολίζεται στο πλάτεμα της βάσης της, στο να στηριχτεί πάνω στη μεσαία και μικρή αστική τάξη, και για μια ακόμα φορά επαναφέρει και πάλι τη νομιμότητα. Η αστική τάξη δεν μπορεί να υπάρξει για πολύ σε συνθήκες φασισμού, όπως το προλεταριάτο δεν μπορεί να υπάρξει για χρόνια σε κατάσταση ένοπλης εξέγερσης. Βλέπουμε ότι στην Ιταλία ο Μουσολίνι έχει κάνει τους τελευταίους μήνες σπασμωδικές προσπάθειες να προσαρμόσει τη φασιστική εξουσία, δηλαδή, το παράνομο μάχιμο στελεχικό δυναμικό του, στους νόμιμους μηχανισμούς του κοινοβουλευτισμού. Είχε κάποια επιτυχία, αλλά η αντιπολίτευση μεγαλώνει γρηγορότερα από τις επιτυχίες του. Δεν κατάφερε μέχρι τώρα να πειθαρχήσει τους παλικαράδες του, και είχαμε και το περιστατικό της δολοφονίας του σοσιαλδημοκράτη Ματτεότι. Ακόμα και η πλειοψηφία των αστικών τάξεων της Ιταλίας είναι εναντίον του. Μια προλεταριακή εξέγερση δεν τον απειλεί ευθέως, επομένως το κομμάτιασμα της νομιμότητας με τη δολοφονία μελών του κοινοβουλίου δεν είναι μόνο περιττό για την αστική τάξη αλλά ακόμα και επικίνδυνο για αυτήν. Είναι μια παραπανίσια πολυτέλεια! [Τρότσκι]


Ο Λέων Τρότσκι το 1924

Η δολοφονία του σοσιαλδημοκράτη βουλευτή Τζιακόμο Ματτεότι από τους φασίστες τον Ιούνιο του 1924 πράγματι δημιούργησε προσωρινή κρίση στη φασιστική κυβέρνηση, δημιούργησε όμως και αυταπάτες σε κομμάτια των σοσιαλιστών (και κάποιων κομμουνιστών όπως φαίνεται) για το κατά πόσο η αστική τάξη είναι διατεθειμένη να συνεχίζει να στηρίζει το Μουσολίνι. Πολλοί τότε πίστεψαν ότι ο τελευταίος υπερέβη τα εσκαμμένα και η απομάκρυνσή του από την εξουσία από τον Ιταλό βασιλιά είναι θέμα χρόνου. Κάτι τέτοιο, όπως ξέρουμε, δε συνέβη. Η εκτίμηση του Τρότσκι ότι ο φασισμός είναι προσωρινό φαινόμενο που χρησιμεύει μόνο για την καταστολή του εργατικού κινήματος και μετά μπορεί να αποσυρθεί δεν επιβεβαιώθηκε. Ακριβώς το αντίθετο, τα φασιστικά καθεστώτα του μεσοπολέμου παρουσίασαν την πολιτική τους πρόταση προς στην αστική τάξη όχι σαν προσωρινό μέτρο έκτακτης ανάγκης, αλλά ως μόνιμο καθεστώς δικτατορικής εξουσίας του κεφαλαίου, ως εναλλακτική λύση στην αστική δημοκρατία, και κατάφεραν να μετατρέψουν το καθεστώς έκτακτης ανάγκης σε μακρόχρονη διακυβέρνηση. Η διακυβέρνηση του Μουσολίνι διήρκεσε 22 χρόνια ενώ η ναζιστική κυριαρχία στη Γερμανία 12, και οι δύο ανατράπηκαν μόνο με την ήττα τους στα πεδία των μαχών του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι φασιστικά καθεστώτα στον τρίτο κόσμο έχουν διατηρήσει την κυριαρχία τους για δεκαετίες.

Φασισμός και αστική εξουσία

Απ’ αυτή την άποψη η ανάλυση του Στάλιν στέκεται στις βασικές της πλευρές σε σωστότερη θέση, διότι αναλύει με σωστότερο τρόπο τις ταξικές αντιθέσεις της εποχής, τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις καθώς και τη σχέση της αστικής τάξης με την εργατική τάξη, με τη δημοκρατία και το φασισμό.
Πρώτον, βλέπει μεν το φασισμό σαν “οργάνωση μάχης της αστικής τάξης”, αλλά στην οργάνωση αυτή δε δίνει αμιγώς στρατιωτικό – κατασταλτικό περιεχόμενο:
Δεν είναι αλήθεια ότι ο φασισμός είναι μόνο η οργάνωση μάχης της αστικής τάξης. Ο φασισμός δεν είναι μόνο μια στρατιωτικο-τεχνική κατηγορία. [Στάλιν]
Δεύτερον, σε στενή σχέση με το πρώτο, επειδή στηρίζεται στην άποψη ότι η αστική τάξη δεν επέλεξε τη δημοκρατική διακυβέρνηση “οικειοθελώς”, αλλά βάσει πραγματικών δεδομένων και συσχετισμών. Σε αντίθεση με την ανάλυση του Τρότσκι, δεν καλλιεργεί αυταπάτες ότι η αστική τάξη θα εγκαταλείψει το φασισμό από μόνη της! Έτσι, και αυτό είναι το σημαντικότερο πρακτικό συμπέρασμα της ανάλυσης του Στάλιν, προετοιμάζει την εργατική τάξη όχι για μια σύντομη στρατιωτικού χαρακτήρα αντιπαράθεση με το φασισμό, αλλά για τις επερχόμενες σκληρές ταξικές μάχες και ταυτόχρονα την πάλη για τη συγκρότηση μπολσεβίκικων κομμάτων:
Δεν είναι αλήθεια ότι οι αποφασιστικές μάχες έχουν ήδη δοθεί, ότι το προλεταριάτο ηττήθηκε σε αυτές τις μάχες και ότι ως αποτέλεσμα η κυριαρχία της αστικής τάξης έχει παγιωθεί. Δεν έχουν υπάρξει ακόμα αποφασιστικές μάχες, μόνο και μόνο για το λόγο ότι δεν υπάρχουν μαζικά, αυθεντικά μπολσεβίκικα κόμματα, ικανά να οδηγήσουν το προλεταριάτο στη δικτατορία του. Χωρίς τέτοια κόμματα, οι αποφασιστικές μάχες για τη δικτατορία είναι αδύνατες σε συνθήκες ιμπεριαλισμού. Οι αποφασιστικές μάχες στη δύση βρίσκονται ακόμα μπροστά. Έχουν υπάρξει μόνο σοβαρές επιθέσεις, οι οποίες αποκρούστηκαν από την αστική τάξη, η πρώτη σοβαρή δοκιμή δύναμης, η οποία έδειξε ότι το προλεταριάτο δεν είναι ακόμα αρκετά ισχυρό για να ανατρέψει την αστική τάξη, αλλά και η αστική τάξη δεν μπορεί πια να μη λογαριάζει το προλεταριάτο. Και ακριβώς επειδή η αστική τάξη είναι κιόλας ανίκανη να γονατίσει την εργατική τάξη, αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την κατά μέτωπο επίθεση, να κάνει ελιγμούς, να οδηγηθεί σε συμβιβασμό, να καταφύγει στο “δημοκρατικό πασιφισμό”. [Στάλιν]
Είναι δικαιωμένες ιστορικά αυτές οι εκτιμήσεις; Πράγματι, η εξέγερση των σπαρτακιστών Γενάρη του 1919 είχε βασικά το χαρακτήρα μια αυθόρμητης εργατικής εξέγερσης, μόλις είχαν γίνει τα πρώτα βήματα για τη συγκρότηση διακριτού από τη σοσιαλδημοκρατία Κομμουνιστικού Κόμματος, από τους Λίμπκνεχτ και Λούξεμπουργκ, που να καθοδηγήσει τις αυθόρμητες κινητοποιήσεις σε μια αποφασιστική μάχη και νίκη. Επιπλέον, όπως έδειξε το πραξικόπημα του 1920 στη Γερμανία, το πισωγύρισμα σε απολυταρχική μορφή διακυβέρνησης σε συνθήκες αστάθειας της αστικής κυριαρχίας είχε τον κίνδυνο να οδηγήσει τις μάζες στη ριζοσπαστικοποίηση και να θέσει σε κίνδυνο την ίδια την αστική εξουσία. Η εμπειρία του πραξικοπήματος Κορνίλοφ στη Ρωσία τον Αύγουστο του 1917 ήταν διδακτική προς όλες τις κατευθύνσεις.
Τρίτον, γράφοντας πως “αν η αστική τάξη διατηρήσει την εξουσία [...] προσανατολίζεται στο πλάτεμα της βάσης της, στο να στηριχτεί πάνω στη μεσαία και μικρή αστική τάξη, και για μια ακόμα φορά επαναφέρει και πάλι τη νομιμότητα”, ο Τρότσκι, συνειδητά ή μη, παρουσιάζει τις μικροαστικές και μεσοαστικές μάζες ως φορείς της δημοκρατίας και έτσι οδηγείται στο συμπέρασμα πως η ανάγκη πλατέματος της βάσης της αστικής κυριαρχίας, η ανάγκη, δηλαδή, σύναψης συμμαχίας με τη μικρή και μεσαία αστική τάξη, οδηγεί την αστική τάξη στην υιοθέτηση της δημοκρατικής μορφής διακυβέρνησης! Απ’ τον ίδιο πολιτικό χώρο θα προέλθει αργότερα η ανάλυση πως ο φασισμός είναι… κίνημα των μικροαστών, πέφτοντας έτσι δύο φορές στο λάθος να προσάψει στη μικροαστική τάξη μια πολιτική και ταξική ανεξαρτησία την οποία δεν έχει, ούτε και είχε ποτέ. Στην πραγματικότητα, μοναδικός συνεπής φορέας της δημοκρατίας (της προλεταριακής φυσικά, αλλά και της αστικής όταν αυτή δεν είναι δεδομένη) στην εποχή του ιμπεριαλισμού είναι η εργατική τάξη, όπως έχει αναλυτικά υποστηρίξει ο Λένιν και απέδειξε μεταξύ άλλων η πείρα της ρωσικής επανάστασης.


Ερυθροφρουροί στην Πετρούπολη το 1917. Η απόκρουση της απόπειρας πραξικοπήματος του στρατηγού Λαβρ Κορνίλοφ από τους ένοπλους εργάτες της Πετρούπολης πυροδότησε τα γεγονότα που οδήγησαν τους μπολσεβίκους στην εξουσία δύο μήνες μετά

Τέταρτον, η ανάλυση αυτή κινείται στη σωστή κατεύθυνση επειδή έβλεπε στα τεκταινόμενα της Ευρώπης εκτός από την αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας και την αντίθεση μεταξύ των αντίπαλων μερίδων του μονοπωλιακού κεφαλαίου, των διαφόρων ιμπεριαλιστικών ομάδων.
Η Αντάντ αποδείχτηκε ανίκανη να τα βγάλει πέρα με τα αποτελέσματα των πολεμικών της νικών. Πέτυχε πλήρως να νικήσει τη Γερμανία και να περικυκλώσει τη Σοβιετική Ένωση. Πέτυχε επίσης να εκπονήσει ένα σχέδιο καταλήστευσης της Ευρώπης. Αυτό φαίνεται από τις αμέτρητες συσκέψεις και σύμφωνα των χωρών της Αντάντ. Αποδείχτηκε, όμως, ανίκανη να υλοποιήσει αυτό το σχέδιο καταλήστευσης. Γιατί; Επειδή οι αντιθέσεις ανάμεσα στις χώρες της Αντάντ είναι πολύ μεγάλες. Επειδή δεν δεν πέτυχαν, και δεν πρόκειται να πετύχουν συμφωνία για το μοίρασμα της λείας. επειδή η αντίσταση των χωρών που ληστεύονται μεγαλώνει όλο και πιο πολύ. Επειδή η εφαρμογή του σχεδίου καταλήστευσης είναι γεμάτη πολεμικές συγκρούσεις, και οι μάζες δε θέλουν να πολεμήσουν. [Στάλιν]
Στο τελευταίο βρίσκεται ο πυρήνας της λανθασμένης ανάλυση του Τρότσκι, που έβλεπε τις κοινωνικές αντιθέσεις της μεταπολεμικής Ευρώπης μόνο μέσα από το πρίσμα της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας. Έτσι, όταν ο άμεσος κίνδυνος της προλεταριακής επανάστασης παύει να υφίσταται, η αστική τάξη μπορεί από μόνη της να επαναφέρει τη δημοκρατία! Ο Στάλιν, αντίθετα, στη μεταπολεμική Ευρώπη βλέπει αντιθέσεις όχι μόνο ανάμεσα στις αστικές κυβερνήσεις και τους λαούς, αλλά και μεταξύ των ιμπεριαλιστών, ακόμα και εντός του στρατοπέδου των νικητών (κυρίως αναφέρεται στον εντεινόμενο ανταγωνισμό ΗΠΑ-Βρετανίας – οι ΗΠΑ για πρώτη φορά είχαν πάτησαν πόδι στην Ευρώπη, μέσω του σχεδίου πληρωμών αποζημιώσεων της ηττημένης Γερμανίας, του Σχεδίου Dawes). Ο φασισμός ήρθε να δώσει απάντηση και σε αυτές τις αντιθέσεις.
Η ιστορική πορεία της ναζιστικής Γερμανίας επιβεβαιώνει πλήρως αυτή την αντίληψη. Η άνοδος των ναζί στην εξουσία εκτός από τσάκισμα του εργατικού κινήματος ήταν και προετοιμασία για τη ρεβάνς της γερμανικής αστικής τάξης απέναντι στους ανταγωνιστές της. Ωστόσο, τα πρώτα σημάδια της τυχοδιωκτικής εξωτερικής πολιτικής του φασισμού στην Ιταλία είχαν ήδη αρχίσει να φαίνονται την εποχή που γράφονταν αυτά τα κείμενα. Με αφορμή τη δολοφονία τεσσάρων Ιταλών αξιωματούχων στα Ιωάννινα, τον Αύγουστο του 1923, η φασιστική κυβέρνηση της Ιταλίας βομβάρδισε την Κέρκυρα και εισέβαλε στο νησί με χιλιάδες στρατιώτες. Η Κοινωνία των Εθνών επί της ουσίας δικαίωσε τις ιταλικές απαιτήσεις, η Ελλάδα κατέβαλλε αποζημιώσεις, και το περιστατικό κατοχυρώθηκε σαν επιτυχία της επιθετικής εξωτερικής πολιτικής του Μουσολίνι.
Στο επόμενο μέρος θα εξετάσουμε τη συνέχεια του ίδιου κειμένου του Στάλιν, όπου διατυπώνεται για πρώτη φορά η θέση περί “σοσιαλφασισμού”, τις σωστές πλευρές αλλά και τις αδυναμίες που προέκυπταν από τη θέση αυτή.

Πηγές:
[Στάλιν]: J.V.Stalin, “Concerning the International Situation“, 20/09/1924
[Τρότσκι]: Leon Trotsky, “Through What Stage Are We Passing? The Strength of the Communist Party and the Level of Culture in a Country“, 21/06/1924

Στα επόμενα μέρη:
- Φασισμός και σοσιαλδημοκρατία
- Το έκτο συνέδριο της Κομιντέρν
- Νέα κατάσταση, νέα καθήκοντα
- Το έβδομο συνέδριο της Κομιντέρν: Η στροφή στα λαϊκά μέτωπα

Δεν υπάρχουν σχόλια: