Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2012

Ρεαλισμός


Οι εργατικοί αγώνες είναι μάταιοι, και αυτό αποδείχθηκε στη Χαλυβουργία.”
Με αφορμή τη λήξη του ηρωϊκού αγώνα της Χαλυβουργίας, άρχισαν να δημοσιεύονται διάφοροι απολογισμοί και να εγείρονται ερωτήματα για το τι άφησε τελικά ο σκληρότερος εργατικός αγώνας των τελευταίων χρόνων στη χώρα. 
Πολλά μπορεί να ειπωθούν για την δύσκολη ιστορικά περίοδο, για την περικύκλωση των Χαλυβουργών, για την απομονωτική-υπονομευτική στάση του ΠΑΜΕ, για τις δύσκολες ή ανυπέρβλητες αντικειμενικές συνθήκες που αντιμετώπισαν. Πολλοί, τρέφοντας ειλικρινή συναισθήματα για τους Χαλυβουργούς, θα πουν ότι η ήττα ήτανε αναπόφευκτη, και θα μιλήσουν για άλλους όρους και προϋποθέσεις.
Διάφοροι θα αξιολογήσουν με τα δικά τους κριτήρια, τι έδωσε τελικά αυτός ο αγώνας στους ίδιους τους Χαλυβουργούς και την εργατική τάξη.
Σίγουρα την τιμητική τους έχουν τα κοράκια του συστήματος, που έσπευσαν να πανηγυρίσουν τη “νίκη” τους επί των ηρωϊκών εργατών, με να μας κατακεραυνώσουν με επιχειρήματα σύνεσης και ρεαλισμού. Θα χρησιμοποιήσουν σίγουρα το επιχείρημα “μα γιατί πάτε σε απεργία, αφού μέχρι και οι Χαλυβουργοί τελικά ηττηθήκανε”.
Το σύστημα δε θα αφήσει έτσι απλά να περάσει τον μπελά που κονόμησε από τον αγώνα αυτό. Και θα επιχειρήσει όχι μόνο σε επίπεδο συνειδήσεων, αλλά και πρακτικά, με την εμπέδωση του εργασιακού μεσαίωνα στη Χαλυβουργία, να δείξει πώς είναι ανίκητο. Να θυμηθούμε μόνο πόσες φορές διαβάσαμε στα ΜΜΕ για την “ανομία της Κερατέας”, και για πόσους μήνες μετά. Κάποιοι ακόμα το φυσάνε και δεν κρυώνει.
Το ερώτημα όμως που μπορεί να τεθεί, είναι κατά πόσο μια τέτοια ανάγνωση της πραγματικότητας μπορεί να θεωρηθεί ρεαλισμός, και τελικά τι είναι ρεαλισμός. Γιατί κάθε τάξη αντιλαμβάνεται την Ιστορία με τη δική της οπτική. Για κάποιους σύγχρονους  ας πούμε, ο Σπάρτακος υπήρξε ένα ηττημένο ιστορικό πρόσωπο, γιατί απέτυχε να καταργήσει τη δουλεία μονομιάς. Βέβαια, οι ίδιοι πίστευαν ότι η δουλεία θα είναι αιώνια, και ότι ο Σπάρτακος ήτανε μια παρένθεση.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ας γυρίσουμε πίσω στη δεκαετία του '90, όταν η σημερινή αναταραχή φάνταζε παραμύθι και ο καπιταλισμός άφθαρτος, όταν η μικροαστική ιδεολογία είχε αυτό που λέμε υλική, ρεαλιστική υπόσταση. Ποιά ήτανε τότε τα κυρίαρχα επιχειρήματα στην κοινωνία; “Το σύστημα είναι παντοδύναμο”, “ο κόσμος είναι βολεμένος και δε θα αντιδράσει ποτέ”, “είστε υπερβολικοί”, “θα μεγαλώσεις και θα δεις”, “και εμείς παλιά τα ίδια λέγαμε”, “ο κόσμος δεν καταλαβαίνει”, “μα όλα αρνητικά τα βλέπετε;”. Υλική βάση αυτής της ανόητης, μικροαστικής αισιοδοξίας για το μέλλον του καπιταλισμού ήτανε η ιδεολογική και υλική συντήρηση από το σύστημα των κατάλληλων κοινωνικών μαξιλαριών, που διαμόρφωσαν και την ανάλογη ιδεολογία.
Μια ιδεολογία που λίγο-πολύ θεώρησε τον Έλληνα μικροαστό ομφαλό της Γης. Για κάποιον περιέργο λόγο, ο Έλληνας μικροαστός, ήτανε αποκομμένος στο χρόνο και στο χώρο. Ήτανε πεισμένος ότι θα ζήσει χωρίς κοινωνικές συγκρούσεις, πολέμους, πείνα, πορόλο που οι πρόγονοι του, αλλά και οι γύρω λαοί τη Γης, έπρεπε να να δώσουν το αίμα τους για μια αξιοπρεπή ζωή. Για κάποιον περίεργο λόγο, η Ιστορία είχε φανεί τόσο ευγενική με τον Έλληνα μικροαστό και τους είχε δώσει την ζωή του “τζάμπα”.
Δυστυχώς, στις αυταπάτες αυτές συνέβαλε σύσσωμη η ρεφορμιστική Αριστερά, ενώ και η εκτός των τειχών, “υπερβολική”, “ρομαντική”. “ξεπερασμένη” Αριστερά (ναι, αυτή που δεν καταλάβαινε τον ρεαλισμό του συστήματος), δεν συγκροτήθηκε σε ικανοποιητικό επίπεδο. Έτσι, ο λαός μπήκε ιδεολογικά απροετοίμαστος σε μία κρίσιμη περίοδο, που είχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός σοκ. Είναι ευθύνη σύσσωμης της Αριστεράς, και της μεν και της δε, ότι ο λαός πήγε σαν πρόβατο στη σφαγή.
Που είναι τώρα ο αλαζόνας και υπερόπτης Έλληνας μικροαστός, που μας μιλούσε για ρεαλισμό; Άστεγος και άνεργος; Κρεμασμένος ή αυτοπυροβολημένος για τα χρέη του; Που είναι άραγε τα αυτοκίνητα αυτών που φοβόντουσαν μην τα κάψουν οι διαδηλωτές; Μήπως κατέληξαν να τα καταστρέφουν οι ίδιοι, που δεν μπορούσανε να πληρώσουνε τα τέλη κυκλοφορίας; Που έιναι η περίφημη κοινωνική γαλήνη, το άφθαρτο σύστημα, που πήγε ο ρεαλισμός; Και πόσο ρεαλιστικά είναι αυτά που ζούμε τελικά;
Που πήγε η ευημερούσα ΕΕ, το Ευρώ, οι Ολυμπιακοί Αγώνες, η “αειφόρος ανάπτυξη”, η ισχυρή Ελλάδα, το Γιούρο, η Γιουροβίζιον, και τόσα άλλα που “σνόμπαραν οι γκρινιάριδες και οι υπερβολικοί”; Που είναι η “ευνομούμενη κοινωνία”, οι δημοκρατικοί θεσμοί, η πολιτισμένη Δύση; Και οι σύμμαχοι μας; Τι έκαναν τελικά οι σύμμαχοι μας, που θα εγγυόντανε τα εθνικά μας δίκαια;
Και γιατί όλα αυτά, που τώρα φαίνονται ηλίθια, φάινονταν τότε τόσο ρεαλιστικά, ώστε να αισθάνεσαι εσύ ο τρελός του χωριού;
Τι είναι τελικά ο ρεαλισμός, και ποιά είναι η ευθύνη αυτού που μπορεί να δει αυτό που δε φαίνεται άμεσα, να φανταστεί αυτό που θα γίνει, αλλά φαντάζει αδύνατο, να μυρίσει την όσμη πραγμάτων που δε μυρίζουν ακριβώς, αλλά μυριζόμαστε ότι θα γίνουν; Πώς μπορεί ο τρελός του χωριού να βαρέσει έγκαιρα την καμπάνα και να το σώσει;
Πίστευοντας, αρχικά, ο ίδιος αυτό που βλέπει και δε φαίνεται. Και πιστεύοντας τις νομοτελειακές δυνάμεις της Ιστορίας και της πάλης των τάξεων, που μπορούν να πάρουν τις λέξεις από τον παραμορφωμένο καθρέπτη της αστικής ιδεολογίας και να τις βάλουν πάνω στις ράγες της λογικής. Ναι, για όλους εμάς τους "τρελούς" του χωριού, η Χαλυβουργία υπήρξε μια επική ΝΙΚΗ της εργατικής τάξης, και πρέπει όχι μόνο να βαρέσουμε δυνατά την καμπάνα, αλλά και να πείσουμε περισσότερους χωριανούς ότι όχι μόνο δεν είμαστε τρελοί, αλλά ότι το μόνο λογικό είναι να ηχούν καμπάνες. Ναι, μπορεί τα άμεσα αιτήματα των Χαλυβουργών να μην δικαιώθηκαν, θα δικαιωθούν όμως αύντομα, όταν το νέο εργατικό κίνημα θα μπει ορμητικό στο προσκήνιο, και οι Χαλυβουργοί θα είναι οι πρώτοι που θα μνημονεύνται από τους εξεγερμένους εργάτες. Και για όσους αναρωτιούνται τι άφησε ο αγώνας στους ίδιους τους Χαλυβουργούς, ας αναρωτηθούνε πώς θα ήτανε τα πράγματα χωρίς την απεργία, αν δέχονταν τους όρους του Μάνεση.
Αυτό είναι η μόνη ρεαλιστική αποτίμηση αυτού που έγινε, και όποιος δεν το βλέπει, απλά είναι τυφλός!

Δεν υπάρχουν σχόλια: