Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012

Κωνσταντίνος Χατζόπουλος

Ο Κ. Χατζόπουλος γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1868. Πέθανε εν πλω στο Ιόνιο Πέλαγος, ταξιδεύοντας προς το Πρίντεζι της Ιταλίας το 1920. Μυθιστοριογράφος, ποιητής, διηγηματογράφος, μεταφραστής και δοκιμιογράφος από τους πρωτοπόρους του δημοτικισμού και του σοσιαλισμού στην Ελλάδα. Τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Μεσολόγγι και σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο Χατζόπουλος παρακολούθησε το γυμνάσιο στο Μεσολογγι και στη συνέχεια φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Επέστρεψε ως δικηγόρος στο Αγρίνιο. Έχοντας λύσει το βιοποριστικό του πρόβλημα, λόγω της μεγάλης κτηματικής περιουσίας, που κληρονόμησε από τους γονείς της μητέρας του, εγκατέλειψε το επάγγελμα πολύ σύντομα και αφιερώθηκε στη λογοτεχνία. Έτσι εγκαταστάθηκε και πάλι στην Αθήνα , όπου αναμίχθηκε ενεργά στην τότε πνευματική ζωή. Το 1897πήρε μέρος ως έφεδρος αξιωματικός του στρατού στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο. Η εμπειρία του από την κατάσταση του ελληνικου στρατού ήταν απογοητευτική και αυτό, μαζί με την ιδεολογική στροφή του, συνετέλεσε στην τελική απόρριψη της Μεγάλης Ιδέας, γεγονός που εξέφρασε στο διήγημά του Αντάρτης (1907), το οποίο αναφέρεται ακριβώς στον πόλεμο αυτό. Ο Κωστής Παλαμάς, ένας από τους θαυμαστές του, ενθυμούμενος τα κοινά μαθητικά τους χρόνια στο Μεσολόγγι, γράφει: "...Τον αγναντεύω όξω από το σπίτι μου μαθητούδι, έφηβο, να προχωρεί στο δρόμο, φροντισμένο, κομψοντυμένο, στα κατάλευκα. Ύστερα από χρόνια βρεθήκαμε ανταμωμένοι στην Αθήνα. Εγώ πρεσβύτερος, κάπως ακουσμένος με τους στίχους μου, σκόρπιους εδώ κι εκεί. Ο Χατζόπουλος ήταν ένα έξυπνο παιδί, ζωηρό, ανυπόταχτο, διαχυτικό ή συμμαζεμένο, μα αξιαγάπητο, που μου κίνησε την προσοχή, μου ξύπνησε τη συμπάθεια. Και στο τέλος το θαυμασμό. Αργότερα γράφτηκε στο πανεπιστήμιο στα νομικά. Και πήρε το δίπλωμά του, κατόρθωμα για τους ανθρώπους του είδους του". (Από τον πρόλογο του Τάκη Αδάμου στη δεύτερη έκδοση του ηθογραφίας του Χατζόπουλου "Ο πύργος του Ακροποτάμου". Αθήνα 1987). Το 1900 ο Χατζόπουλος έφυγε για τη Γερμανία με σκοπό να μελετήσει συστηματικά τη γερμανική λογοτεχνία και φιλοσοφία και άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα στο Πανεπιστήμιο της Δρέσδης. Έχοντας ήδη προσχωρήσει στο δημοτικισμό, ίδρυσε και στις πόλεις Μόναχο και Βερολίνο «Αδελφάτα της Δημοτικής», όπου συγκεντρώνονταν Έλληνες και Γερμανοί διανοούμενοι, που ενδιαφέρονταν για το ελληνικό γλωσσικό ζήτημα. Στο διάστημα της εκεί παραμονής του δέχτηκε την επίδραση των σοσιαλιστικών ιδεών, που τότε άρχιζαν να κυκλοφορούν στις ευρωπαϊκές πρωτοπορίες. Ίδρυσε μάλιστα στο Μόναχο τη «Σοσιαλιστική Δημοκρατική Ένωση» και μετέφρασε στη δημοτική το Κομμουνιστικό Μανιφέστο των Μαρξ και Ένγκελς, που δημοσιεύτηκε στον Εργάτη του Βόλου. Εξάλλου, όπως ο φίλος του πεζογράφος Κωνσταντίνος Θεοτόκης, υιοθέτησε και αυτός, για ένα σύντομο όμως διάστημα, την τότε κυριαρχούσα τάση των νατουραλιστών συγγραφέων να αποδίδουν ρεαλιστικά το περιβάλλον, τους χαρακτήρες και τις σχέσεις τους. Με την έκρηξη του Α' Παγκόσμιου Πόλεμου, ο Χατζόπουλος επέστρεψε (1914) στην Ελλάδα και άρχισε να δημοσιεύει τα διηγήματα και μυθιστορήματα που είχε γράψει κατά καιρούς στην Ελλάδα και τη Γερμανία. Η γενέτειρα πόλη του, το Αγρίνιο, σε ένδειξη τιμής έδωσε το όνομά του σε κεντρική πλατεία της πόλης όπου βρίσκεται και ο ανδριάντας του.

Αντιγράφουμε από το περιοδικό Θέσεις

μετάφραση επιμέλεια σχόλια: Δημήτρης Χρ. Ξιφαράς

Το παρακάτω γερμανόγλωσσο κείμενο του Κώστα Χατζόπουλου («Το Εργατικό Κίνημα στην Ελλάδα - Die Arbeiterbewegung in Griechenland») γράφτηκε, στα τέλη Φεβρουαρίου του 1914(σημείωση του Μ. Α. Γκόλια) και προοριζόταν να δημοσιευθεί στο περιοδικό Die Neue Zeit τον γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος: «Λίγες στιγμές πριν τελείωσα το άρθρο μου για τη Neue Zeit» (επιστολή του Κ. Χατζόπουλου στο Νίκο Γιαννιό (27.2.1914), δημοσιευμένη στο περιοδικό Νέα Εστία, τεύχ. 63, 1958, σ. 864). Στις 20 Απριλίου 1914 σημειώνει ο Χατζόπουλος: «Το άρθρο μου στη Neue Zeitio 'στειλα κοντά δύο μήνες τώρα κι έλαβα απάντηση πως θα τυπωθεί όσο μπορεί πρωτύτερα. Δεν υποθέτω να μην το τυπώσουνε, γιατί αλλιώτικα δε θα μου το γυρεύανε, ούτε να μην τους άρεσε, γιατί τότε θα μου το γράφανε καθαρά. Μα θα έχουν άλλα σειρά, πιο επίκαιρα και πιο ενδιαφέροντα...» (επιστολή του Κ. Χατζόπουλου στο Νίκο Γιαννιό, (20.4.1914), περιοδικό Νέα Εστία, τεύχ. 63, 1958, σς. 964967). Στις 27 Απριλίου 1914 γράφει και πάλι ο Χατζόπουλος: «Τώρα λέω να γράψω στη Neue Zeit να μην τυπωθεί το άρθρο, αφού παρουσιάζονται νέα πράγματα που δεν πρέπει να σιωπηθούνε» (επιστολή του Κ. Χατζόπουλου προς το Νίκο Γιαννιό (27.4.1914), περιοδικό Νέα Εστία, τεύχ. 63, 1958, σς. 967968). Ο Χατζόπουλος φαίνεται να συμπληρώνει το κείμενο του μετά την έκρηξη του Α ' Παγκοσμίου Πολέμου, όπως δείχνουν κάποιες αναφορές του: «Kurz von dem Kriege». Από τότε το κείμενο έμεινε προφανώς αδημοσίευτο. Φωτοαντίγραφο του χειρογράφου παραχώρησε η κόρη του συγγραφέα, η κυρία Σέντα Χατζοπούλου, στο φιλόλογο ερευνητή Στρατή Χωραφά Συμβολή στη βιβλιογραφία του Κ. Χατζόπουλου, Αθήνα 1983, σ. 22. Απ' αυτόν περιήλθε και στη δική μας κατοχή, ύστερα από υπόδειξη της κυρίας Χατζοπούλου. Τους ευχαριστώ θερμά και τους δύο. Αναφορά στο χειρόγραφο κάνει κι ο Παναγ. Νούτσος (Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα, από το 1875 έως το 1974, τόμ. Β ', Α ' μέρος, σ. 215). Στα χέρια μου βρίσκονται επίσης και κάποια σπαράγματα από άλλα γερμανόγλωσσα δοκίμια του Χατζόπουλου.

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί την πρώτη μετάφραση στα ελληνικά ενός άρθρου που έγραψε στα 1914 ο Κώστας Χατζόπουλος, με πρωτότυπο τίτλο Die Arbeiterbewegung in Griechenland. Το άρθρο επρόκειτο να δημοσιευθεί στο περιοδικό Die Neue Zeit τον Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας. Ωστόσο, διάφοροι λόγοι δεν επέτρεψαν τη δημοσίευση του όχι μόνο στα γερμανικά αλλά ούτε στα ελληνικά. Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην πρωτότυπη μορφή του, δηλαδή στα γερμανικά, ως παράρτημα στο βιβλίο του Μάρκου Α. Γκιόλια, Το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα και ο Κώστας Χατζόπουλος, εκδόσεις Π. Μοσχονά, Αγρίνιο 1996. Η πρώτη εκείνη δημοσίευση του κειμένου συνοδεύτηκε από ένα εισαγωγικό σχόλιο που περιγράφει αρκετά αναλυτικά τις περιπέτειες του αρχικού χειρογράφου και εξηγεί τους λόγους που δεν επέτρεψαν τη δημοσίευση του μέχρι σήμερα. Το σχόλιο αυτό του Μ. Α. Γκιόλια παραθέτουμε αυτούσιο στην αρχή της παρούσας δημοσίευσης.

Επίσης, η παρούσα δημοσίευση του κειμένου συνοδεύεται από δύο ειδών υποσημειώσεις.

Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει τις σημειώσεις που υπήρχαν στο πρωτότυπο κείμενο και οι οποίες εδώ απλώς μεταφράστηκαν και δημοσιεύονται με την ένδειξη (Σημείωοη τον Χατζόπουλου).

Η δεύτερη κατηγορία αφορά σημειώσεις που προστέθηκαν από τον επιμελητή προκειμένου να διευκολυνθεί ο αναγνώστης στην κατανόηση του κειμένου. Ορισμένα σημεία του κειμένου ήταν γραμμένα κατά τέτοιον τρόπο, που υπονοούσαν πράγματα αυτονόητα για τον ίδιο το συγγραφέα ή τους ανθρώπους της εποχής του. Ωστόσο, φυσιολογικό είναι πολλά από αυτά να είναι όχι μόνο δυσυόητα, αλλά και άγνωστα για τον αναγνώστη της σημερινής εποχής. Στα σημεία αυτά, όπου κρίναμε ότι ήταν απαραίτητο, προσθέσαμε υποσημειώσεις, που ελπίζουμε ότι διευκολύνουν την κατανόηση του κειμένου. Οι σημειώσεις αυτές παρατίθενται χωρίς ιδιαίτερη ένδειξη.

Η βιβλιογραφία που χρησιμοποιήθηκε για τη συγκρότηση αυτών των σημειώσεων είναι κυρίως η εξής:

Γκιόλιας Μάρκος Α., Το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα και ο Κώστας Χατζόπουλος, εκδ. Π. Μοσχονά, Αγρίνιο 1996.

Δημητρίου Μιχάλης, Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα, τόμος Α, (Από τους ουτοπιστές στους μαρξιστές), Πλέθρον, Αθήνα 1985.

Κορδάτος Γιάννης, Ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος, εκδ. Μπουκουμάνης, Αθήνα 1972.

Λεονταρίτης Γεώργιος Β., Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, Εξάντας, Αθήνα 1978.

Αιακός Αντώνης, Εργασία και πολιτική στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου. Το Διεθνές Γραφείο Εργασίας και η ανάδυση των κοινωνικών θεσμών, Ίδρυμα Έρευνας και Παιδείας της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα 1993.

Τέλος, όσον αφορά τη γλώσσα της μετάφρασης, προσπαθήσαμε να ακολουθήσουμε τις εκφραστικές επιλογές του ίδιου του Χατζόπουλου, στο βαθμό που μπορούμε να τις γνωρίζουμε από τη μελέτη των κειμένων του που είναι γραμμένα στα ελληνικά.

Ήδη στις αρχές της δεκαετίας του '80, τον περασμένο αιώνα, άρχισε η μετατροπή της Ελλάδας, μέσα από τη συσσώρευση του κεφαλαίου, την κατασκευή λιμενικών έργων και σιδηροδρόμων και την κρατική προστασία της εγχώριας βιομηχανίας, σε ένα σύγχρονο κρατικό σχηματισμό και μ' αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την εμφάνιση μιας ταξικά συνειδητοποιημένης εργατικής τάξης. Ωστόσο, μόλις τον τελευταίο καιρό μπορεί στην πραγματικότητα να γίνει λόγος στην Ελλάδα για το εργατικό ζήτημα. Η αιτία αυτής της καθυστέρησης στην κοινωνική πρόοδο πρέπει να αναζητηθεί στην ουσία της πολιτικής και κοινωνικής ζωής στην Ελλάδα. Η Ελλάδα είναι ένα συνταγματικό κράτος με σύστημα μιας Βουλής και καθολικό, άμεσο εκλογικό δικαίωμα, χωρίς καν ίχνος προνομιούχας αριστοκρατίας. Ήδη, εδώ και 70 χρόνια, όταν μέσα από τη λαϊκή απαίτηση για σύνταγμα δόθηκε ένα τέλος στις προσπάθειες του βασιλιά Όθωνα για εγκαθίδρυση του απολυταρχισμού, η χώρα κυβερνάται από τη λαϊκή βούληση. Αλλά αυτό συμβαίνει μόνο στα χαρτιά. Κατά βάση, μόνο η ανώτερη και μεσαία αστική τάξη είναι αυτές που εξασφαλίζουν την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους μέσα από τη συγκεκριμένη μορφή κρατικής διακυβέρνησης. Και αυτά τα συμφέροντα δεν είναι κάποια γενικά ταξικά συμφέροντα, αλλά απλώς τα συμφέροντα των οικογενειών στις οποίες διακρίνεται η αστική τάξη ανάλογα με τις περιστάσεις και των οποίων οι οπαδοί αποτελούν το λαό, ένα λαό που είναι οικονομικά εξαρτημένος από αυτούς.

Αρωγός σ' αυτή τη διαμάχη ανάμεσα στις κλίκες έρχεται ο εργάτης.1 Πολιτικά και οικονομικά ανοργάνωτος, όπως είναι ακόμα και σήμερα στη μεγάλη πλειονότητα του, βλέπει τον εργοδότη του όπως έναν ευεργέτη και του επιτρέπει επίσης να αποφασίζει για την ψήφο του, εάν δεν την έχει πουλήσει ήδη στον αντίπαλο για μετρητά.2 Οι μοναδικές ανεξάρτητες εργατικές οργανώσεις που υπήρχαν μέχρι πρόσφατα ήταν τα εργατικά σωματεία, τα οποία υποτίθεται ότι λειτουργούσαν ως αλληλοβοηθητικά κάτω από την προστασία διαφόρων αγίων της ορθόδοξης εκκλησίας. Έχουν ένα μικροαστικό, συντεχνιακό χαρακτήρα και βρίσκονται κάτω από την καθοδήγηση βιομηχάνων, αρχιτεχνίτων, δικηγόρων και άλλων, που επιθυμούν ή επιδιώκουν με κάθε τρόπο την πολιτική ανάδειξη τους.3 Τα σωματεία αυτά - εξαιτίας των αναπόφευκτων φιλονικιών για την κατοχή τιμητικών αξιωμάτων και καλά αμοιβόμενων διοικητικών θέσεων, φιλονικιών οι οποίες προκαλούν όχι σπάνια την παρέμβαση του εισαγγελέα - συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στη διάσπαση, στην υποδούλωση και στην ηθική διαφθορά του έλληνα εργάτη. Επίσης η απεργία, η οποία δεν αποτελεί σπάνιο φαινόμενο στην Ελλάδα,4 γίνεται κατά τέτοιον τρόπο, ώστε δε συμβάλλει παρά μόνο σε μικρό βαθμό στην εμφάνιση της ταξικής συνείδησης και του αισθήματος αλληλεγγύης μεταξύ των εργατών. Οι εργάτες δε γαλουχούνται σαν αγωνιστές αλλά σαν αιτούντες, οι οποίοι τρέχουν από νομάρχη σε υπουργό και ό,τι κερδίζεται, κάθε φορά που η απεργία έχει ευνοϊκή έκβαση, δεν αποδίδεται στη δική τους δύναμη αλλά στην πολιτική επιρροή του αστού συμπαραστάτη και συμβούλου, ο οποίος έχει παρέμβει στην πολιτική εξουσία.5

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, είναι αυτονόητο ότι η διάδοση του σοσιαλισμού δεν αποτελεί εύκολη υπόθεση.6 Και πρέπει να έγινε ακόμα πιο δύσκολη κατά την προηγούμενη γενιά, καθώς ο Πλάτων Δρακούλης,7 νεαρός διανοούμενος ακόμη τότε και αργότερα σοσιαλιστής βουλευτής, ανέλαβε να διαδώσει μια ουτοπική σοσιαλιστική διδασκαλία, συνδεδεμένη με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, τα χριστιανικά θεοσοφικά ιδανικά και τη φυτική διατροφή.8 Πράγματι προσπάθησε, όπως πρόσφατα διαλαλούσε με περηφάνια, μέσα από τη μετάφραση της Διακήρυξης προς τους νέους τον Κροπότκιν,9 να κερδίσει τη συμπάθεια του τότε διαδόχου και τωρινού βασιλιά των Ελλήνων για την υπόθεση του σοσιαλισμού, αλλά η σοσιαλιστική εφημερίδα Άρδην,10 της οποίας ήταν εκδότης για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, υποχρεώθηκε γρήγορα να κλείσει. Επίσης από την Αγγλία, όπου στη συνέχεια μετοίκησε,11 η προπαγάνδα του δεν μπορούσε να έχει καλύτερο αποτέλεσμα, αν και τα φυλλάδια που έγραψε με σκοπό τη διαφώτιση του εργάτη περιείχαν αρκετά καλά στοιχεία για την καπιταλιστική εκμετάλλευση. Έτσι η Ελλάδα φάνηκε να είναι η μοναδική χώρα στην Ευρώπη, η οποία έμεινε ανεπηρέαστη από το μεγάλο κοινωνικό κίνημα της νεότερης εποχής, όταν ξαφνικά στην καμπή του 1907 έκανε την εμφάνιση της μια μικρή εφημερίδα στο Βόλο, το Θεσσαλικό επίνειο, η οποία έφερε τον τίτλο Εργάτηςη και έτσι έγινε ευρύτερα γνωστή η προσπάθεια του Θεσσαλικού προλεταριάτου να αρχίσει τον αγώνα της απελευθέρωσης. Επί πλέον, πρέπει να αναφερθεί ότι λίγους μήνες πριν άρχισε να μαίνεται ένας σκληρός αγώνας δημοσιευμάτων στο δημοσιογραφικό όργανο του δημοτικισμού,13 το Νουμά, σχετικά με το ζήτημα του σοσιαλισμού. Στο πλαίσιο της διαμάχης αυτής, ο σημαντικότερος υπερασπιστής του σοσιαλισμού, με βαθιά μαρξιστική θεώρηση της ιστορίας, ήταν ο Γεώργιος Σκληρός.14

Ο Βόλος δεν είναι μεγάλη πόλη, ούτε ένα από τα σημαντικότερα βιομηχανικά κέντρα της Ελλάδας.15 Αλλά είναι μια από τις πιο εύπορες και κοινωνικά προοδευτικές ελληνικές πόλεις16 και το γειτόνεμα της με το Θεσσαλικό κάμπο - όπου το αγροτικό ζήτημα παρακίνησε κάποτε σε εξέγερση - εξηγεί το γεγονός ότι και οι εργάτες σ' αυτή την πόλη διαφωτίστηκαν ευκολότερα σχετικά με την κοινωνική τους θέση. Πίσω από την εφημερίδα Εργάτη βρισκόταν η προσπάθεια μιας οργάνωσης η οποία περιλάμβανε περίπου 400 μισθωτούς και επεδίωκε να αποσπάσει τους εργάτες από τα συντεχνιακά σωματεία τους και να τους συνενώσει σε έναν καθαρά προλεταριακό σύνδεσμο.17 Η προσπάθεια ωστόσο δεν πέτυχε, επειδή οι εκμεταλλευτές γνώριζαν καλά το πώς να διεισδύσουν σαν φίλοι στο σύνδεσμο και χάρη στην παροιμιώδη αμάθεια του έλληνα εργάτη να εξαλείψουν το επαναστατικό πνεύμα από το κίνημα. Πρώτα ήρθε η εκκλησία, καθώς ένας αρχιμανδρίτης προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει παριστάνοντας το χριστιανοσοσιαλιστή. Κατόπιν εμφανίστηκαν ο δήμαρχος και το δημοτικό συμβούλιο, που έδωσαν ένα ετήσιο βοήθημα από το δημοτικό ταμείο στον εργατικό σύνδεσμο. Ο μικροαστικός σοσιαλισμός κέρδισε το πάνω χέρι και έτσι ολόκληρο το κίνημα ισοπεδώθηκε.18

Ωστόσο, μέσα από αυτή την οργανωτική προσπάθεια - όπως επίσης και μέσα από την εφημερίδα, στην οποία δίπλα σε άλλα άρθρα διαφώτισης εμφανίστηκε και το Κομουνιστικό Μανιφέστο19 - δόθηκε στον προλετάριο μια ισχυρή ώθηση και σύντομα ήταν ορατή μια κάποια αναταραχή ανάμεσα στους εργάτες και άλλων βιομηχανικών κέντρων της Ελλάδας. Ταυτόχρονα, στην Αθήνα ορισμένοι διανοούμενοι, οι οποίοι ως επί το πλείστον είχαν σπουδάσει στη Γερμανία και εκεί είχαν έρθει σε επαφή με το μεταρρυθμιστικό σοσιαλισμό, συνενώθηκαν σε μια Κοινωνιολογική Εταιρεία,20 η οποία έθεσε ως σκοπό της όχι μόνο να προαγάγει τη μελέτη των κοινωνικών επιστημών στη χώρα, αλλά και να προωθήσει μια μεταρρυθμιστική κοινωνική πολιτική κινητοποιώντας τις λαϊκές μάζες. Αν και ο κύριος σκοπός τους δεν ήταν κατά κανέναν τρόπο καθαρά προλεταριακός, οργάνωναν ωστόσο συγκεντρώσεις εργατών και τους μυούσαν σ' ένα φαβιανό σοσιαλισμό. Επίσης, μετά από λίγο καιρό χρειάστηκε να βοηθήσουν μια σοσιαλιστική εφημερίδα η οποία είχε εμφανιστεί λίγο νωρίτερα υπό τον τίτλο Το ΜεΑλον,21 αλλά δεν κατόρθωσαν να της εξασφαλίσουν την ύπαρξη για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η στρατιωτική επανάσταση η οποία ξέσπασε λίγο μετά, το έτος 1909, έφερε ακόμα μεγαλύτερη σύγχυση στην εργατική τάξη. Αλλά οι αξιωματικοί, για να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους για εξοπλισμό και βελτίωση της θέσης τους, δε χρειάζονταν μόνο την έγκριση της κυβέρνησης, που άλλωστε είχε συγκροτηθεί μετά από πραξικόπημα, αλλά και την υποστήριξη του λαού. Επειδή όμως ο λαός δεν ήταν πρόθυμος για κάτι τέτοιο, καθώς η επανάσταση κινήθηκε και εναντίον του, οι κινηματίες ήταν υποχρεωμένοι στις διακηρύξεις τους να επικαλεστούν το λαό. Και ο λαός ανταποκρίθηκε τελικά όχι από συμπάθεια προς την τάξη των αξιωματικών, η οποία όπως παντού έτσι και στην Ελλάδα δεν είναι καθόλου αγαπητή, αλλά γιατί αυτός ο ίδιος διακατεχόταν από επαναστατική διάθεση: Υψηλοί έμμεσοι φόροι, οι οποίοι αύξησαν την τιμή των ειδών πρώτης ανάγκης κατά μέσο όρο μέχρι 40% (μερικών μάλιστα ακόμη περισσότερο, όπως της ζάχαρης στα 120% και του καπνού μέχρι 1000%), ανεπαρκής εξασφάλιση αγορών για τα γεωργικά προϊόντα, όπως η κορινθιακή σταφίδα, το κρασί, οι ελιές, ο καπνός, υψηλή φορολογία επίσης στο εισαγόμενο σιτάρι, αν και η Ελλάδα για τις ανάγκες στο ψωμί καταφεύγει κυρίως στις εισαγωγές, μια μόνιμη και συνεχώς κλιμακούμενη απαίτηση για νέες εισφορές στο στρατό και στο στόλο και για θυσίες για την πατρίδα, η οποία υποδεικνύει σαν μοναδική σωτηρία στους ακτήμονες ή στους κατεστραμμένους μικροϊδιοκτήτες το δρόμο της μετανάστευσης - όλα αυτά δημιούργησαν την επαναστατική διάθεση του λαού, ο οποίος δελεάστηκε από την ελάττωση των τιμών που του υποσχέθηκαν και προσέτρεξε σε βοήθεια των αξιωματικών.

Σ' αυτό το κίνημα προσχώρησαν επίσης και οι εργάτες και διατύπωσαν, ενστικτωδώς περισσότερο, κάποια αιτήματα. Απαίτησαν τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας στη χώρα μέσω της θέσπισης νόμου για την προστασία της εργασίας. Ωστόσο, οι απαιτήσεις τους δεν είχαν συγκεκριμένη μορφή και δεν υποστηρίχτηκαν με μια σαφή και συμπαγή στάση της πλειονότητας των εργατών. Έτσι, η φωνή τους χάθηκε στη γενική σύγχυση ιδεών και απαιτήσεων που χαρακτήριζε ολόκληρο το κίνημα. Σύντομα οι εργάτες μαζί με τον υπόλοιπο λαό θα έπρεπε να κατανοήσουν ότι ενώ οι αξιωματικοί πέτυχαν με την ένοπλη βία και την πίεση του λαού να επιβάλουν τις απαιτήσεις τους, ωστόσο δεν κατάφεραν να κάνουν τίποτα όσον αφορά τη μείωση των φόρων, μέσα από την οποία είχαν καθησυχάσει το λαό. Επίσης, η επιβολή του φόρου εισοδήματος η οποία είχε ψηφιστεί από τη Βουλή αναβλήθηκε από την κυβέρνηση επ' αόριστον.

Ακόμα πιο ολέθρια ήταν για τους εργάτες η εμφάνιση του Βενιζέλου, του σωτήρα της επανάστασης. Οι εργάτες από την Αθήνα και τον Πειραιά πήγαν με κόκκινες σημαίες να τον υποδεχτούν και αυτός τους παραχώρησε μια θέση στη λίστα των κυβερνητικών υποψηφίων στις εκλογές για τη δεύτερη Εθνοσυνέλευση. Επομένως ο Βενιζέλος εισήγαγε στη Βουλή την αγγλική τακτική για μια εκτεταμένη πολιτική υπεράσπισης των εργατών, προκειμένου να προλάβει τον κίνδυνο εκ των έσω. Ο λόγος του προκάλεσε το γενικό ενθουσιασμό, αλλά και τη δυσαρέσκεια των καπιταλίστα φίλων του και για να ασκήσει κάποια πίεση πάνω τους βοήθησε στην ίδρυση ενός «Εργατικού Κέντρου» στην Αθήνα και στον Πειραιά,22 στο οποίο συγκεντρώθηκαν περίπου 2.000 εργάτες. Έτσι βρέθηκε πάλι ολόκληρο το εργατικό κίνημα να υποβοηθά την αστική πολιτική.

Εν τω μεταξύ, μέσα στην αναταραχή της επανάστασης επέστρεψε ο Δρακούλης, ο πατέρας του ελληνικού σοσιαλισμού, με αποτέλεσμα να προκληθεί ακόμα μεγαλύτερη σύγχυση στο εργατικό κίνημα.23 Εμφανίστηκε αμέσως μετά στην Εθνοσυνέλευση σαν σοσιαλιστής, αφού εξελέγη δύο φορές στην Αθήνα και στην Κεφαλλονιά, τον τόπο της καταγωγής του. Επειδή φαίνεται να είναι πλούσιος, συντηρεί με δικά του έξοδα μια εργατική λέσχη στην Αθήνα και εκδίδει μια εφημερίδα σοσιαλιστική. Ωστόσο, στη Βουλή υποστήριξε την κυβέρνηση Βενιζέλου και το ίδιο έπραξαν επίσης και οι «Κοινωνιολόγοι», οι οποίοι στις εκλογές για την Εθνοσυνέλευση κατάφεραν να κερδίσουν μερικές έδρες και να παρουσιαστούν σαν μια ομάδα 78 μεταρρυθμιστών σοσιαλιστών, εμπνευσμένων αντιπροσώπων του λαού. Υποστήριξαν την κυβέρνηση γιατί δεν είχαν πίσω τους ένα σοσιαλιστικό εκλογικό σώμα, στερούνταν ενός δικού τους σταθερού προγράμματος και αισθάνονταν γι' αυτό το λόγο αδύναμοι μπροστά στην προσωπική υπεροχή του Βενιζέλου.

Αλλά ο Βενιζέλος αντιλαμβανόταν την κατάσταση καλύτερα από αυτούς.

Για όσο χρονικό διάστημα δεν αισθανόταν αρκετά καλά εδραιωμένη τη θέση του στην κυβέρνηση, επέτρεπε σ' αυτούς όπως και στο Δρακούλη, που αυτοονομάστηκε επαναστάτης σοσιαλιστής, να παίζουν το μεταρρυθμιστικό παιχνίδι τους. Γι αυτόν, κατά βάθος, όλοι αυτοί δεν ήταν επικίνδυνοι. Βέβαια δε δεχόταν πάντα τα μεταρρυθμιστικά τους σχέδια χωρίς αντίρρηση και ο Δρακούλης, αν και φρόντισε για την ισχυροποίηση του στρατού και του στόλου, συνέχισε να φλυαρεί για το σοσιαλισμό και την εργατική επανάσταση στις διαλέξεις τις οποίες έδινε στη λέσχη του, που ήταν διακοσμημένη στα κόκκινα. Έτσι, όταν οι εκλογές για τη δεύτερη Εθνοσυνέλευση ανέδειξαν το Βενιζέλο σε παντοδύναμο ηγέτη της Ελλάδας, κηρύχθηκε αρχικά άκυρη η νέα εκλογή του Δρακούλη, με τη βοήθεια των «Κοινωνιολόγων» που τον αντιμάχονταν και στη συνέχεια οι ίδιοι οι «Κοινωνιολόγοι» αδρανοποιήθηκαν. Σε μερικούς από αυτούς προσφέρθηκαν υψηλές θέσεις στα υπουργεία και στο πανεπιστήμιο, σε άλλους, οι οποίοι επέδειξαν μεγαλύτερη σταθερότητα στο χαρακτήρα, δεν παραχωρήθηκε καμία θέση στα κυβερνητικά ψηφοδέλτια κατά τις επόμενες εκλογές. Έτσι έπεσαν μέχρι τον τελευταίο, ολόκληρη η ομάδα διαλύθηκε και μαζί της ναυάγησε επίσης ολόκληρη η προσπάθεια να θεμελιωθεί ένα μεταρρυθμιστικό σοσιαλιστικό κόμμα που να ανταποκρίνεται στις ελληνικές συνθήκες.

Έτσι είχε η υπόθεση του σοσιαλισμού στην Ελλάδα, μια εικόνα της χείριστης παρωδίας και της μέγιστης σύγχυσης των εγκεφάλων, μέχρις ότου, στις αρχές του 1911, ξέσπασε μια απεργία των τροχιοδρομικών (τραμβαγέρηδων) της Αθήνας και του Πειραιά.24 Οι απεργοί, οι οποίοι αρχικά έλπιζαν στην εύνοια και στη μεσολάβηση της κυβέρνησης, σύντομα απογοητεύτηκαν οικτρά, καθώς η τελευταία απαίτησε την επιστροφή στην εργασία. Οι απεργοί όμως σκλήρυναν τη στάση τους μετά απ' αυτή την προειδοποίηση και η κυβέρνηση, η οποία βρισκόταν κάτω από την πίεση της εταιρείας τροχιοδρόμων και των καπιταλιστών φίλων της, οργάνωσε μια επιχείρηση με στόχο την καταστολή της απεργίας. Μαζί με τους ηγέτες της απεργίας συνελήφθη επίσης και φυλακίστηκε και ο σύντροφος Νίκος Γιαννιός, ο οποίος λίγο νωρίτερα είχε καταφύγει στην Ελλάδα για να σωθεί, καθώς τον καταδίωκε η νέα τουρκική κυβέρνηση εξαιτίας της συμμετοχής του στη σύνταξη του Εργάτη, του οργάνου του ελληνικού συνδέσμου εργατών στην Κωνσταντινούπολη.25 Η επίθεση της κυβέρνησης εξυμνήθηκε από τον αστικό τύπο σαν επίδειξη ισχύος της δυνατής γροθιάς του Βενιζέλου. Επρόκειτο για μια επίδειξη ισχύος που σίγουρα δε θα είχε τολμήσει να κάνει καμιά από τις προηγούμενες κυβερνήσεις, που βέβαια δεν ήταν παντοδύναμες όπως η κυβέρνηση του Βενιζέλου, από φόβο απέναντι στην αντιπολίτευση και το λαϊκό συναίσθημα, το οποίο στην Ελλάδα ερεθίζεται εύκολα. Η επίθεση έκανε τους πιο συνετούς εργάτες να καταλάβουν τι είχε να περιμένει η τάξη τους από την ενίσχυση της κρατικής εξουσίας, την οποία τόσο σφοδρά επιθυμούσαν οι καπιταλιστές και οι εύπορες τάξεις γενικά.

Από τα απομεινάρια της διαλυμένης σοσιαλιστικής λέσχης του Δρακούλη συγκεντρώθηκαν οι πιο μορφωμένοι, καθώς και οι εργάτες που είχαν αποκτήσει ταξική συνείδηση και ίδρυσαν μαζί με το σύντροφο Γιαννιό, ο οποίος είχε εν τω μεταξύ αθωωθεί από το ορκωτό δικαστήριο, καθώς και ένα δύο ακόμα διανοούμενους, περίπου στα μέσα του 1911, το Σοσιαλιατικό Κέντρο Αθηνών (ΣΚΑ), στο έδαφος του προλεταριακού αγώνα και του διεθνούς σοσιαλισμού.26 Η επιδίωξη της οργάνωσης αρχικά δεν ήταν να αυξήσει τα μέλη της με κάθε τίμημα, αλλά περισσότερο να εδραιωθεί σαν ένας πυρήνας ταξικά συνειδητοποιημένων εργατών και να διαμορφώσει ένα μεγάλο αριθμό προπαγανδιστών, οι οποίοι ειδικά στην Ελλάδα είναι αναγκαίοι. Είχαν να αντιμετωπίσουν όχι μόνο το Εργατικό Κέντρο Αθηνών, που, όπως προαναφέρθηκε, υποστηριζόταν από την κυβέρνηση και το οποίο διεξήγαγε μια ακούραστη προπαγάνδα εναντίον του σοσιαλισμού και υπέρ της αρμονίας ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία, αλλά και εκείνες τις συνδικαλιστικές προσπάθειες με τις οποίες μερικοί εργάτες και διανοούμενοι προσπάθησαν να διασπάσουν τη νέα οργάνωση που είχε σχηματιστεί. Επί πλέον, έπρεπε να αγωνιστούν όχι λιγότερο εναντίον της προκατάληψης που κυριαρχεί στους εργάτες εναντίον της δημοτικής, την οποία ωστόσο οι ίδιοι μιλούν. Έπρεπε αναγκαστικά να καταφύγουν στις διαλέξεις και στα διαφωτιστικά φυλλάδια, κατά πρώτον επειδή οι εργάτες, ακόμα και αυτοί που είχαν πάει στο δημοτικό, δεν μπορούσαν να κατανοήσουν σχεδόν καθόλου την επίσημη, αρχαΐζουσα γραπτή γλώσσα. Έπειτα, επειδή ο σοσιαλισμός σε ένα ζήτημα που στην Ελλάδα ισοδυναμεί με τον πολιτιστικό αγώνα, δεν επιτρεπόταν να συμμεριστεί τις αντιδραστικές απόψεις, όπως έκανε ο ουτοπιστής Δρακούλης. Γι αυτόν το λόγο τα μέλη του Σοσιαλιστικού Κέντρου Αθηνών, τα οποία κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών ήταν 60, δεν μπόρεσαν πλέον κατά τη διάρκεια του επόμενου χρόνου, όταν ξέσπασε ο πόλεμος, να διπλασιαστούν. Και όμως, τον ίδιο χρόνο της ίδρυσης του ΣΚΑ ενσωματώθηκε σ' αυτόν το συνδικάτο των σερβιτόρων με 70 καταχωρημένα μέλη, ο πρώτος επαγγελματικός σύλλογος στην Ελλάδα ο οποίος ήταν οργανωμένος με καθαρά προλεταριακό σοσιαλιστικό πνεύμα και κέρδισε μια λαμπρή νίκη εναντίον της αστυνομίας λίγο πριν τον πόλεμο, όταν, παραβιάζοντας όλους τους νόμους, προσπάθησε να εισαγάγει ανθρωπομετρικά βιβλία για τους σερβιτόρους. Ο σύνδεσμος εξέδωσε επίσης ένα εβδομαδιαίο εξειδικευμένο φυλλάδιο την Άμυνα.

Ο ΣΚΑ διοργάνωσε στη 14μηνη δραστηριότητα του μέχρι την έκρηξη του πολέμου 150 διαλέξεις, εξέδωσε δύο φυλλάδια, διέδωσε περισσότερες προκηρύξεις, ίδρυσε μια δευτερεύουσα οργάνωση στον Πειραιά με 45 μέλη και κυκλοφόρησε το δεκαπενθήμερο περιοδικό Ανάστασις. Οργάνωσε εορτασμό της Πρωτομαγιάς (1912), στην οποία εμφανιζόταν αρωγός και διαφωτιστής σε κάθε εργατική απεργία και προσπαθούσε παντού όπου δινόταν η ευκαιρία να διαδώσει το μαρξιστικό, προλεταριακό σοσιαλισμό.

Ο πόλεμος, ο οποίος εν τω μεταξύ ήρθε, λειτούργησε όπως ήταν φυσικό διαλυτικά στη δραστηριότητα του Κέντρου, η οποία εκείνη την περίοδο είχε αρχίσει να εδραιώνεται. Τα περισσότερα από τα μέλη του, ο ίδιος ο αρχηγός του κινήματος, ο σύντροφος Γιαννιός, έπρεπε να συμμετάσχουν στον πόλεμο και οι δύο κομματικές εφημερίδες να σταματήσουν, αφού είχαν εκφράσει τη διαμαρτυρία τους ενάντια στον πόλεμο. Ομοίως έπρεπε ακόμα μια άλλη κομματική εφημερίδα να σταματήσει, η Σοσιαλιστική Δημοκρατία στην Κέρκυρα, με συντάκτη το σύντροφο Σίδερη, το όργανο μιας μικρής αλλά γενναίας προλεταριακής οργάνωσης, η οποία λίγο πριν τον πόλεμο μετά από πολλές ταραχές είχε εδραιωθεί.27 Επίσης στο Βόλο, όπου το προλεταριακό κίνημα μετά την πρώτη ισοπέδωση άρχισε να αναβιώνει ξανά σε νέα βάση, παρέλυσε με τη σύλληψη του ηγέτη του, του συντρόφου Ζάχου. Οι σύντροφοι ωστόσο οι οποίοι δεν έπεσαν στον πόλεμο επέστρεψαν με ακόμα μεγαλύτερο ζήλο όσον αφορά την υπόθεση του σοσιαλισμού. Και οι εργατικές μάζες επίσης φαίνονταν τώρα να είναι περισσότερο ευνοϊκά διατεθειμένες απέναντι στο σοσιαλισμό. Ένιωσαν στο ίδιο τους το πετσί την κατάρα του πολέμου και μπορούν τώρα πλέον να καταλάβουν ότι δε θα έχουν μερίδιο από τα λάφυρα του πολέμου, αλλά όμως μια σημαντική συμμετοχή στα έξοδα τα οποία απαιτεί η διατήρηση των λαφύρων. Εκτός τούτου αρχίζουν να καταλαβαίνουν ευκρινέστερα τη θέση της κυβέρνησης απέναντι στο εργατικό ζήτημα. Από την υποσχόμενη θέσπιση νομοθεσίας για την προστασία των εργατών λίγα πράγματα επιτεύχθησαν, μόνο τέσσερις νόμοι: για την εργασία των γυναικών και των ανηλίκων παιδιών, για την υγιεινή, για τις ασφαλιστικές ρυθμίσεις και το ωράριο στα εργοστάσια, για την πληρωμή των εργατικών αμοιβών και για την ίδρυση του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας.28 Και αυτό με μια μορφή η οποία αφήνει ανοιχτό ένα πολύ ευρύ πεδίο στις αποφάσεις των κρατικών αρχών. Και όλοι βέβαια ξέρουν προς χάρη ποιου οι αρχές είναι ευνοϊκά διακείμενες. Η κυβέρνηση Βενιζέλου, η οποία στην αρχή του εργατικού ζητήματος έδειξε φαινομενικά εύνοια, αναγκάστηκε με την πάροδο του χρόνου λόγω της πίεσης του κεφαλαίου, το οποίο λόγω οικονομικών αναγκών την περίοδο του πολέμου κατάφερε να τη δεσμεύσει με έναν περισσότερο μόνιμο χαρακτήρα, να παραμερίσει την κοινωνική πολιτική της, επειδή τώρα έπρεπε να φοβάται περισσότερο και τον εξωτερικό κίνδυνο και επειδή κατάλαβε επίσης ότι τώρα θα περισσέψουν λιγότερα μέσα για την πραγματοποίηση των μεταρρυθμίσεων.

Έτσι το έδαφος για την προπαγάνδα μας έγινε πιο ευνοϊκό, επειδή αμέσως μετά την ανάληψη της δραστηριότητας του δικού μας Σοσιαλιστικού Κέντρου Αθηνών, η οποία ξεκίνησε με τη διάδοση του Κομουνιστικού Μανιφέστου σε μια έκδοση 2.000 αντιτύπων, πέτυχε όχι μόνο να αντικαταστήσει πλήρως τα μέλη του που χάθηκαν στον πόλεμο, αλλά και να κερδίσει 4 επαγγελματικούς συλλόγους από τους 14, οι οποίοι ανήκαν στη Σοσιαλιστική Εργατική Οργάνωση Αθηνών. Έτσι ο αριθμός μας στην Αθήνα, η οποία δεν είναι ένα καθαρά βιομηχανικό κέντρο, ανέβηκε στους 500. Αλλά και στον Πειραιά επίσης, τη σημαντικότερη βιομηχανική πόλη της Ελλάδας, αποσπάστηκε η τοπική δευτερεύουσα οργάνωση του Αθηναϊκού Εργατικού Συνδέσμου από αυτόν και υπάρχει ελπίδα ότι αργά ή γρήγορα θα προσαρτηθεί στη δική μας δευτερεύουσα οργάνωση στον Πειραιά.

Ο ΣΚΑ πέτυχε επίσης τους τελευταίους μήνες να σχηματίσει εργατικές ομάδες στην Πάτρα, στο Βόλο, στην Κέρκυρα και στη Λάρισα, οι οποίες έχουν υιοθετήσει το μαρξιστικό του πρόγραμμα. Προς το παρόν επιδιώκει να συνδεθεί με μια εργατική κίνηση στη Σύρο, τη δεύτερη μεγαλύτερη εργατική πόλη της Ελλάδας, όπου οι εργατικές μάζες εξαιτίας του κέρδους από τις δύο απεργίες έγιναν τελευταία πιο δραστήριες και όπου μάλιστα τέσσερις εργάτες έθεσαν υποψηφιότητα στις εκλογές για το δημοτικό συμβούλιο οι οποίες διεξήχθησαν εκείνη την εποχή.

Βέβαια ολόκληρο το σοσιαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα βρίσκεται ακόμα σε νηπιακό στάδιο και ο αριθμός των αγωνιστών μας είναι πάρα πολύ μικρός. Όποιος όμως βρίσκεται πιο κοντά στην ελληνική πραγματικότητα θα μπορέσει να καταλάβει πόσο δύσκολη είναι η διαφώτιση του έλληνα εργάτη. Και είναι δύσκολη όχι μόνο λόγω της αδίστακτης συμπεριφοράς που επιδεικνύουν οι πολιτικές κλίκες, αλλά και γιατί μπερδεύεται στα δίχτυα της μεγαλοελληνικήςπατριωτικής προπαγάνδας, ενώ έχει να αντιμετωπίσει και την αποχαυνωτική επίδραση της ορθόδοξης εκκλησίας. Μπορούμε ωστόσο να ελπίζουμε θαρραλέα για το μέλλον. Η εκβιομηχάνιση της Ελλάδας προχωράει συνεχώς.

Η κατάσταση της εργατικής στατιστικής στην Ελλάδα είναι ακόμα πολύ ελεεινή, επειδή μέχρι πρόσφατα δεν υπήρχε υπουργείο Εργασίας. Γι αυτό το λόγο είναι αδύνατον να διαμορφώσουμε μια σωστή εικόνα.για τη βιομηχανία της Ελλάδας. Όποιος θέλει να εργαστεί με αριθμούς μπορεί να στηριχτεί μόνο σε πληροφορίες οι οποίες, τόσο όσον αφορά τον αριθμό των εργοστασίων όσο και τον αριθμό του ίδιου του χρησιμοποιούμενου εργατικού δυναμικού, είναι ατελείς και όχι ιδιαίτερα αξιόπιστες. Στη διάθεση μας βρίσκεται μια επιμελής κυβερνητική στατιστική μόνο για τα μεταλλεία και αυτή για το έτος 1912.



Αντίθετα, η στατιστική του κινήματος των σιδηροδρομικών για το έτος 1911 αναφέρει μόνο τον αριθμό των υπαλλήλων, 3.606, χωρίς αυτόν των εργατών της κατασκευής σιδηροτροχιών και αμαξωμάτων. Από τις εκθέσεις των επιθεωρητών από την περσινή επιθεώρηση των σημαντικότερων βιομηχανικών κέντρων της Ελλάδας μπορεί να καταρτιστεί ο ακόλουθος πίνακας:



Από αυτούς τους αριθμούς, που κατά ένα μέρος,29 καταγράφουν το εργατικό δυναμικό που απασχολούνταν στη βιομηχανία το πρώτο εξάμηνο του 1913 (όταν ο πόλεμος ήταν σε πλήρη εξέλιξη30) , μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι για τη δραστηριότητα του νεοϊδρυθέντος σοσιαλιστικού κόμματος μας είναι διαθέσιμο ένα όχι και τόσο ασήμαντο έδαφος. Αν όμως δεν μπορεί κανείς παρά μόνο ατελώς να ενημερωθεί από τις παραπάνω επίσημες εκθέσεις των κρατικών επιθεωρητών για το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα,31 δε χρειάζεται να κάνει τίποτα άλλο από το να τις διαβάσει για να σχηματίσει μια πλήρη εικόνα για την πιο αδυσώπητη εκμετάλλευση στην οποία έχει εκτεθεί η ελληνική εργατική τάξη. Ένας σοσιαλιστής προπαγανδιστής δε θα μπορούσε να περιγράψει πιο ανατριχιαστικά την αληθινά τρομακτική κατάσταση:

Οι νομοθετημένοι κανόνες υγιεινής δεν τηρούνται σε κανένα από τα επιθεωρούμενα εργοστάσια και εργοτάξια. Πουθενά απόλυτη καθαριότητα και συχνά κυριαρχεί η πιο αφάνταστη βρομιά. Στις περισσότερες μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις μαζικής παραγωγής, οι οποίες απασχολούν ένα μεγάλο αριθμό εργατών, η εγκατάσταση μηχανών είναι τόσο ελαττωματική, που επιτρέπεται κανείς να τις ονομάσει με την πραγματική σημασία της λέξης βδελυρές λαιμητόμους εργατών. Τα περισσότερα μηχανήματα δεν είναι εφοδιασμένα με τον απαραίτητο ασφαλιστικό εξοπλισμό και παραγγέλλονται ρητώς έτσι, από τους ιδιοκτήτες των εργοστασίων, για να γλιτώσουν τα παραπάνω χρήματα που απαιτεί η απόκτηση του. Τα ατυχήματα, τα οποία συμβαίνουν συχνά, αποδίδονται τις περισσότερες φορές σε ευθύνη των εργατών ή θεωρούνται τυχαία και οι εργάτες, οι οποίοι γι' αυτό το λόγο έχουν καταστεί ανίκανοι για εργασία, απολύονται χωρίς κάποια αποζημίωση. Τα κτίρια των εργοστασίων χτίστηκαν αρχικά γι' άλλους σκοπούς, έτσι ώστε να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί καμία νομοθετική ρύθμιση. Χωρίς φως, χωρίς αέρα, μια εστία φυματίωσης και όλων των ειδών των ασθενειών παντού στους στενόχωρους, δύσοσμους, μολυσμένους χώρους, που τα δηλητηριώδη αέρια τους προκαλούν το θάνατο. Κανένα προστατευτικό μέτρο κατά τη χρησιμοποίηση των εργαλείων, όπως, π.χ., των φυσερών στα εργοστάσια κατασκευής γυαλιών. Οι περισσότεροι εργοστασιάρχες αντιτάσσονται σε κάθε μέτρο προστασίας των εργατών μέσω της νομοθεσίας. Τα εργοστάσια τους παρουσιάζουν μια φρικτή όψη, από άποψη υγιεινής, ακατάλληλα ακόμα και για τα ζώα. Υπάρχουν δουλειές τις οποίες η επιθεώρηση δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο παρά να τις καυτηριάσει σαν βάρβαρες και απάνθρωπες. Τέτοια είναι τα κρατικά εργοστάσια επεξεργασίας καπνού.

Χωρίς εξαίρεση παραβιάζεται ο νόμος για την εργασία των γυναικών και των ανηλίκων, επειδή δε θέτει καθορισμένα όρια και επειδή τα δικαστήρια αθωώνουν τους εργοστασιάρχες οι οποίοι καταγγέλλονται από τους επιθεωρητές. Η κυριακάτικη ανάπαυση δεν τηρείται σχεδόν πουθενά. Οι πληρωμές των μισθών γίνονται τις Κυριακές, οι γυναίκες και οι ανήλικοι δουλεύουν 1214 και σε μερικές εταιρείες 1619 ώρες αδιάκοπα. Υπάρχουν μάλιστα παιδιά που ο χρόνος του ύπνου τους είναι μόνο 5 ώρες, γυναίκες και ανήλικα παιδιά δουλεύουν, ιδιαίτερα στην Πάτρα και στην Κόρινθο, και τις Κυριακές μερικές ώρες χωρίς κάποια πληρωμή, για να καθαρίσουν τάχα τις μηχανές. Δεν μπορεί να εφαρμοστεί κανένας από τους νόμους προστασίας της εργασίας, εφ' όσον η αστυνομία, παρ' όλες τις συστάσεις των επιθεωρητών, δε φροντίζει καθόλου γι' αυτό. Το ίδιο άσχημες είναι οι συνθήκες διαμονής και διατροφής του ελληνικού προλεταριάτου.

Ένα παράδειγμα τέλος για το πώς η ελληνική ορθόδοξη εκκλησία ξέρει να υποστηρίζει την εκμετάλλευση του εργάτη, και αυτό επίσης από την έκθεση των επιθεωρητών. Όταν στην Κέρκυρα πριν δύο χρόνια μετά από μια απεργία των εργατών φωταερίου ξανάρχισε κανονικά η εργασία, έφερε η διεύθυνση του ιδρύματος έναν ιερέα με άμφια και αυτός ανάγκασε τους εργάτες να ορκιστούν στο ευαγγέλιο ότι δεν ανήκαν στην εργατική οργάνωση. Οι εργάτες οι οποίοι δεν ορκίζονταν απολύονταν αμέσως. Ο επίσκοπος της Κέρκυρας, στον οποίο γνωστοποιήθηκε η υπόθεση, άφησε τον ιερέα ατιμώρητο και ο επιθεωρητής παρακαλεί τον υπουργό του να επιτρέψει να ξεκινήσει μια έρευνα για το ζήτημα. Έτσι έχει η κατάσταση με την οποία ο σοσιαλισμός, που μόλις έχει αφυπνιστεί στην Ελλάδα, έχει να παλέψει βήμα βήμα για να προχωρήσει προς τα μπροστά, να βελτιώσει τη θέση του έλληνα εργάτη και στηριζόμενος στο έδαφος του διεθνισμού, στον οποίο ελπίζει να βρει ανταπόκριση, να διεξαγάγει το μεγάλο αγώνα της απελευθέρωσης.

1. Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Ελλάδα φαίνεται ότι έχει απασχολήσει έντονα το Χατζόπουλο, σε αντίθεση με άλλους σοσιαλιστές ή σοσιαλίζοντες διανοούμενους του καιρού του. Βλ. σχετικά, Γκιόλιας, 1996, σς. 185194. Έτσι λοιπόν, όπως εύστοχα σημειώνει ο Γ. Β. Λεονταρίτης, «από τους πρώτους που επέμεναν για την ανάγκη σοσιαλιστικής δράσης ανάμεσα στα εργατικά στρώματα ήταν ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, ένας από τους πιο ριζοσπαστικούς έλληνες σοσιαλιστές του καιρού και ο καλύτερος γνώστης των μαρξιστικών αρχών» (Γ. Β. Λεονταρίτης, 1978, σ. 25).

2. Κατά την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα, δηλαδή από το 1900 ως τα 1911, αναφέρεται η ίδρυση στην Ελλάδα 150 νέων σωματείων. Το φαινόμενο αυτό θα συνεχιστεί μέχρι και την έκρηξη του Α ' Παγκοσμίου Πολέμου και θα κάνει το Σπύρο Κορώνη, καθηγητή του Πολυτεχνείου και βασικό στέλεχος της ομάδας εκείνης των διανοούμενων που εμπλέκονται στη διαμόρφωση της βενιζελικής εργατικής πολιτικής, να μιλήσει για «ιδρυτική βουλιμία». (Παρατίθεται στο Α. Λιάκος, 1993, σ. 98). Παρ' όλα αυτά, φαίνεται ότι μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης παρέμενε ακόμα έξω από οποιασδήποτε μορφής συνδικαλιστική οργάνωση. Ο Α. Λιάκος χρησιμοποιώντας δύο πηγές του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας [Στατιστικά αποτελέσματα της απογραφής των εργατών Αθηνών Πειραιώς και Επετηρίς εργατικών σωματείων (191719181919)], διατυπώνει την εκτίμηση ότι στα 1917 (δηλαδή τρία χρόνια μετά την εποχή που ο Χατζόπουλος γράφει το άρθρο του) «τα ποσοστά των εργατών που ανήκαν σε εργατικά σωματεία, στο σύνολο των εργατών, ήταν 25,03% στην Αθήνα και 49,16% στον Πειραιά» (Α. Λιάκος, 1993, σ. 101).

3. Η εμφάνιση των πρώτων εργατικών οργανώσεων στην Ελλάδα θα πρέπει να εντοπιστεί στα μέσα της δεκαετίας του 1870. Ιδιαίτερα αισθητή γίνεται η ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στη Σύρο, σημαντικό εμπορικό και ναυτιλιακό κέντρο εκείνη την εποχή, ενώ εμφανίζονται και κάποιοι οργανωμένοι εργατικοί πυρήνες στον Πειραιά, στην Αθήνα, στην Πάτρα και στο Βόλο. Η μελέτη των καταστατικών αυτών των εργατικών ενώσεων αποκαλύπτει ότι οι συντάκτες τους διαπνέονταν ακόμη από συντεχνιακές αντιλήψεις. (Βλ. σχετικά, Κορδάτος, 1972, σς. 2126, και Γκιόλιας, 1996, σς. 6972). Πρόκειται για ενώσεις αλληλοβοηθητικού χαρακτήρα, που προήλθαν κυρίως από τεχνίτες που είτε εργάζονταν αυτόνομα, όπως οι ράφτες, οι υποδηματοποιοί και οι αμαξηλάτες, είτε απασχολούνταν με συμβάσεις έργου, όπως οι καραβομαραγκοί και οι τυπογράφοι. (Α. Αιακός, 1993, σ. 97). Οι ονομασίες τους παρουσίαζαν αξιοσημείωτη ποικιλία (αδελφότητες, σύνδεσμοι, εταιρείες, σωματεία, σύλλογοι), γεγονός που μαρτυρεί και την ανομοιομορφία τους ως προς το χαρακτήρα και τις επιδιώξεις. Οι ενώσεις αυτές πρόβαλλαν αιτήματα σποραδικά. Μέχρι και το 1910 αρκετά εργατικά σωματεία εξακολουθούσαν να αυτοπροσδιορίζονται ως «αδελφότητες» ή «συντεχνίες».

4. Για την ανάπτυξη του απεργιακού κινήματος κατά την περίοδο 18791908, βλ. Κορδάτος, 1972, σς. 2743, καθώς και Γκιόλιας, 1996, σς. 7276.

5. Οι παρατηρήσεις που κάνει εδώ ο Χατζόπουλος απηχούν χαρακτηριστικά το νέο πνεύμα που επικρατούσε στις μικρές σοσιαλιστικές ομάδες που εμφανίστηκαν στις αρχές του εικοστού αιώνα. «Κύριος στόχος τους ήταν να ανυψώσουν την αυτοπεποίθηση των μελών τους, να δημιουργήσουν μια διαφορετική κλίμακα αξιών στην οποία θα δέσποζε η αξιοπρέπεια της εργασίας. Σε ένα περιβάλλον όπου ο εργάτης βρισκόταν όχι μόνο σε οικονομική, αλλά και σε κοινωνική και ιδεολογική υπάλληλη θέση, διεκδικούσαν κοινωνικό κύρος» (Α. Αιακός, 1993, σ. 97). Σχετικά με το ζήτημα αυτό ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις γίνονται και στο Α. Βαξεβανόγλου, «Εργοδότες και εργαζόμενοι στις αρχές του 20ου αιώνα: από τη μεριά των εργοδοτών», περιοδικό Ιστορικά, τεύχ. 1415, σς. 99112.

6. θα πρέπει να προστεθεί εδώ ότι ο χαμηλός βαθμός ταξικής ωρίμανσης, που περιγράφει εδώ ο Χατζόπουλος, δεν ήταν ο μοναδικός λόγος που εμπόδιζε τη διάδοση των σοσιαλιστικών ιδεών. Όλοι όσοι εκδήλωναν κάποιου είδους ριζοσπαστική πολιτική δραστηριότητα είχαν να αντιμετωπίσουν ανάμεσα στ' άλλα προβλήματα και τις διώξεις του καθεστώτος. Βλ. σχετικά, Κορδάτος, 1972, σς. 57105.

7. Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη ζωή και τη δράση του Δρακούλη, βλ. Κορδάτος, 1972, σς. 5762 και 148151, Λεονταρίτης, 1978, σς. 2023 (όπου μια συνοπτική, αλλά και περιεκτική παρουσίαση), Δημητρίου, 1985, σς. 115123 και Γκιόλιας, 1996, σς. 9194.

8. Ο Γ. Β. Λεονταρίτης, συμπυκνώνοντας τις αντιφάσεις της σκέψης του Δρακούλη, τονίζει ότι «ιδεολογικά δεν μπόρεσε επίσης να ξεπεράσει το δικό του εκλεκτικό κράμα ουτοπικού σοσιαλισμού, το οποίο κατά καιρούς αντανακλούσε ένα ασυνάρτητο συνδυασμό χριστιανικού σοσιαλισμού, φαβιανισμού, ουτοπικού σοσιαλισμού, θεοσοφισμού, ακόμα και ίχνη από τους Kropotkin και Tolstoi».

9. Ο Χατζόπουλος αναφέρεται εδώ στο δημοσίευμα Π. Κραπότκιν [= Κροπότκιν], «Έκκλησις προς τους νέους», 1886, σ. 45 (πρόλογος Πλ. Δρακούλη), Άρόην, φ. 2, Οκτώβριος 1885, σς. 114,4 (1885). Μεταγενέστερα, ο Δρακούλης θα ισχυριστεί ότι ο ίδιος ο διάδοχος Κωνσταντίνος σε μια τυχαία τους συνάντηση στο Λονδίνο το 1890 του είχε αποκαλύψει πως έβλεπε με πολλή συμπάθεια τις σοσιαλιστικές διακυρήξεις του στο Άροηυκαι άλλα έντυπα (εφημ. Έρευνα, 1.8.1911. Παρατίθεται στο Δημητρίου, 1985, σ. 123).

10.0 Δρακούλης θα κυκλοφορήσει τον Αύγουστο του 1885 την εφημερίδα Άρδην. Το έντυπο αυτό δε θα έχει τακτική κυκλοφορία. Κατά το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο του 1885 μέχρι τον Ιούλιο του 1897, οπότε και θα σταματήσει η κυκλοφορία του, θα εκδοθούν συνολικά μόνο δώδεκα φύλλα. Για το έντυπο αυτό, βλ. Δημητρίου, 1985, σς. 118123.

11. Ο Δρακούλης εγκατέλειψε την Ελλάδα το 1888 και εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου και έμεινε ως την επιστροφή του, το 1908.

12. Για τον Εργάτη του Βόλου, βλ. Νίτσα Κολιού, Οι ρίζες του εργατικού κινήματος και ο Εργάτης του Βόλου, Αθήνα 1988.

13. (Σημείωση του Χατζόπουλου). Δημοτικιστές ονομάζονται οι οπαδοί ενός επαναστατικού κινήματος στο οποίο εναντιώνεται όχι μόνο το κράτος και η εκκλησία αλλά και η πλειονότητα της κοινωνίας και το οποίο επιδιώκει να αντικαταστήσει την παραδοσιακή αρχαΐζουσα επίσημη γραπτή γλώσσα με μια μοντέρνα, η οποία να στηρίζεται στη ζωντανή λαϊκή γλώσσα, καθώς η αρχαΐζουσα είναι ακατάλληλη τόσο για τη λογοτεχνική παραγωγή όσο και για τη γενική μόρφωση του λαού.

14. Η εμφάνιση του Γεώργιου Σκληρού στην ελληνική πολιτική σκηνή, με την κυκλοφορία το 1907 της μικρής μελέτης του Το Κοινωνικό μας Ζήτημα, σημειώνει την αρχή της δεύτερης φάσης στην ανάπτυξη του ελληνικού σοσιαλισμού. Το Κοινοτικό μας Ζήτημα έδωσε αφορμή σε μια οξεία συζήτηση από τις σελίδες του κυριότερου φιλολογικού και πολιτισμικού περιοδικού της εποχής Νουμάς, η οποία κράτησε περίπου δύο χρόνια. Η συζήτηση αυτή στάθηκε γεγονός με ιδιαίτερη σημασία για τους κύκλους των διανοούμενων και αντανακλά την αδυναμία της πλειονότητας τους να ξεπεράσουν τις επιρροές του σχήματος της Μεγάλης Ιδέας. Βλ. σχετικά, Λεονταρίτης, 1978, σς. 2425.

15. (Σημείωση τον Χατζόπουλου). Η περσινή επίσημη στατιστική, η οποία εξάλλου δεν είναι πλήρης και εκτός τούτου είναι ελλιπής καθώς συμπίπτει μ' ένα έτος πολέμου, περιγράφει στο Βόλο 53 μεγαλύτερες και μικρότερες εταιρείες με 1.767 εργάτες, μεταξύ των οποίων 402 γυναίκες. Το μεγαλύτερο κλάδο εργασίας αποτελούν 11 καπνεργοστάσια με 750 εργάτες (135 γυναίκες).

16. Λεπτομερειακή αναφορά στην οικονομική και κοινωνική κατάσταση του Βόλου αυτής της εποχής γίνεται στα, Νίτσα Κολιού, Οι ρίζες του εργατικού κινήματος και ο Εργάτης τον Βόλου, 1988 καθώς και Γκιόλιας, 1996, σς. 251273.

17. Για την ανάπτυξη του σοσιαλιστικού κινήματος στο Βόλο, βλ. Κορδάτος, 1972, σς. 135147, Νίτσα Κολιού, Οι ρίζες του εργατικού κινήματος και ο Εργάτης του Βόλου, 1988 καθώς και Γκιόλιας, 1996, σς. 251273.

18. Η κάπως πιο αναλυτική αναφορά του Χατζόπουλου στην κατάσταση του εργατικού κινήματος στο Βόλο έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο ίδιος είχε άμεση επαφή με την ηγεσία του Πανεργατικού Συνδέσμου Βόλου και ήταν συνεργάτης της εφημερίδας Εργάτης. Πιο αναλυτικά γι' αυτή τη σχέση, Γκιόλιας, 1996, σς. 270273.

19.. Ο Χατζόπουλος αναφέρεται εδώ στη μετάφραση του Κομουνιστικού Μανιφέστου των Marx και Engels, που έγινε από τον ίδιο και δημοσιεύτηκε υπό τον τίτλο «Κοινωνιστικόν Μανιφέστο» σε συνέχειες στην εφημερίδα Εργάτης του Βόλου. Για το Χατζόπουλο ως μεταφραστή των Marx και Engels, βλ. Γκιόλιας, 1996, σς. 222237.

20.. Βλ. σχετικά, Π. Νούτσος, Η σοσιαλιστική σκέφη στην Ελλάδα, τόμ. Β ', Α ' μέρος, σ. 64 κ.ε., εκδ. «Γνώση», Αθήνα 1991.

21. Η εφημερίδα Μέλλον κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 1908 με διευθυντή το Διονύσιο Κόκκινο, φοιτητή τότε της Ιατρικής και μετέπειτα ιστορικό και ακαδημαϊκό. Ωστόσο, η περιορισμένη κυκλοφορία της εφημερίδας, καθώς και οι πενιχροί οικονομικοί της πόροι θα έχουν ως αποτέλεσμα να κλείσει το Σεπτέμβρη του 1909. Σχετικά με την προετοιμασία και την έκδοση της εφημερίδας Μέλλον, Γκιόλιας, 1996, σ. 227.

22. Ο Χατζόπουλος προφανώς αναφέρεται εδώ στις κινήσεις που οδήγησαν στις 21 Μαρτίου 1910 στην ίδρυση του Εργατικού Κέντρου της Αθήνας. Το γεγονός ότι η όλη πρωτοβουλία εκδηλώνεται με τις ευλογίες της κυβέρνησης θα φανεί όχι μόνο από το ότι ο Βενιζέλος θα παραστεί στα εγκαίνια, αλλά και από το ότι πρωτεργάτης και νομικός σύμβουλος του ΕΚΑ ήταν ο δικηγόρος Σπύρος Θεοδωρόπουλος που χρημάτισε και βενιζελικός βουλευτής. Οι σοσιαλιστές της εποχής θα κάνουν αυστηρή κριτική σε αυτές τις μεθοδεύσεις.

23. Ο Πλάτων Δρακούλης επιστρέφει στην Ελλάδα από το Λονδίνο και ιδρύει τον Αύγουστο του 1909 το «Σύνδεσμο των Εργατικών Τάξεων της Ελλάδος» (ΣΤΕΤ). Όταν ο Δρακούλης δημιουργεί κάποια οργανωτική υποδομή, κατέρχεται υποψήφιος στις εκλογές του 1910 και εκλέγεται βουλευτής στους συνδυασμούς των Φιλελευθέρων.

24. Αναλυτικές πληροφορίες για την απεργία αυτή, Κορδάτος, 1972, σς. 194199. Για τη στάση του Χατζόπουλου απέναντι στην απεργία, καθώς και στην αλληλογραφία που είχε με το Γιαννιό όσο ο τελευταίος βρισκόταν στη φυλακή, βλ. Γκιόλιας, 1996, σς. 396398.

25. Ο Γιαννιός κατά την παραμονή του στην Πόλη είχε διατελέσει διευθυντής της εφημερίδας Εργάτης, που εξέδιδε ο έλληνας σοσιαλιστής Ηλίας Βεζεστενης. Γύρω από την εφημερίδα, με πρωτεργάτες τους Βεζεστένη, Γιαννιό, καθώς και το γερμανοεβραίο σοσιαλιστή Αλεξάντρ Γκέλταντ (τον επιλεγόμενο Πάοβους), είχε οικοδομηθεί το Σοσιαλδημοκρατικό Κέντρο της Πόλης. Στο συνέδριο της Διεθνούς στην Κοπεγχάγη, τον Αύγουστο του 1910, το Σοσιαλδημοκρατικό Κέντρο της Πόλης θα εκπροσωπηθεί από τον Κ. Χατζόπουλο και το βούλγαρο σοσιαλιστή Κίρκωφ. Στα τέλη του 1910 οι Νεότουρκοι θα κλιμακώσουν τα καταπιεστικά τους μέτρα και θα διαλύσουν το Σοσιαλδημοκρατικό Κέντρο της Πόλης. Τότε ο Βεζεστενης θα φυλακιστεί και ο Γιαννιός θα απελαθεί στην Ελλάδα. Βλ. σχετικά, Δημητρίου, 1985, σς. 7781.

27. Αναλυτικά για το Σοσιαλιστικό Όμιλο Κερκύρας, Δημητρίου, 1985, σς. 279297.

28. Σχετικά με την εργατική νομοθεσία της πρώτης βενιζελικής περιόδου βλ, Γεώργιος Λεονταρίτης, «Το ελληνικό εργατικό κίνημα και το αστικό κράτος», 19101920 στο συλλογικό τόμο Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του, σς. 5084.

29. (Σημείωση του Χατζόπουλου). Π.χ. στην Αθήνα αναφέρονται μόνο τα εργοστάσια υφαντουργίας. Τα στοιχεία δεν αναφέρονται σε ολόκληρη την επικράτεια και περιλαμβάνουν κατ' εξαίρεση μικρότερα εργοστάσια, όπως βιβλιοδετεία, ζυθοποιεία, πατητήρια κ.ά., δεν περιλαμβάνουν τους εργάτες των σιδηροδρόμων, τους λιμενεργάτες, αυτούς που δουλεύουν στην κατασκευή των πλοίων και τους ναυτεργάτες, αν και η ναυτιλία αποτελεί μία από τις σημαντικότερες οικονομικές δραστηριότητες της Ελλάδας.

30. (Σημείωση τον Χατζόπουλου). Στην έκθεση για την Πάτρα παρατηρείται ότι οι αναφερόμενοι 589 εργάτες αποτελούν μόνο το ένα τρίτο των άλλοτε απασχολούμενων εργατών.

31.. Ο πίνακας στοιχείων που παραθέτει εδώ ο Χατζόπουλος αναφέρει προφανώς μόνο τις επιχειρήσεις που ελέγχθηκαν από τους επιθεωρητές εργασίας, με αποτέλεσμα να δίνει μια εικόνα που διαφέρει αρκετά από την πραγματικότητα. Η ανακρίβεια ίσως οφείλεται στο γεγονός ότι βρισκόμαστε σε καιρό επιστράτευσης. Πάντως, σύμφωνα με πιο έγκυρες μαρτυρίες, οι εργαζόμενοι στη βιομηχανία έφταναν ήδη στα 1907 τους 123.561 (Λιάκος, 1993, σ. 68).

Δεν υπάρχουν σχόλια: