Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

Οι δύσκολες «εξισώσεις» της Oυκρανικής κρίσης, του Βασίλη Σαμαρά








Μια πολύ σοβαρή κρίση

Οι εξελίξεις στην Ουκρανία απασχόλησαν, απασχολούν και θα συνεχίσουν να απασχολούν όλο τον κόσμο. Καθόλου αδικαιολόγητα. Η κρίση στην Ουκρανία είναι από τις πιο σοβαρές αν όχι η σοβαρότερη διεθνής πολιτική κρίση από το 1989-1991 και οπωσδήποτε αυτή που εγκυμονεί τους μεγαλύτερους κινδύνους συνολικά για την ανθρωπότητα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι αγνοούμε ή παρακάμπτουμε την σοβαρότητα της κρίσης στη Μ. Ανατολή που παροξύνθηκε πρόσφατα με την εμφάνιση του «Ισλαμικού Κράτους» ή τους κινδύνους που συνεπάγεται και αυτή.
Θεωρούμε ωστόσο, πρώτον ότι η κρίση στην Ουκρανία δεν έχει ξεπεραστεί και μπορεί να παροξυνθεί ανά πάσα στιγμή. Δεύτερο και κρισιμότερο είναι αυτή που έχει τις μεγαλύτερες πιθανότητες να φέρει σε άμεση αντιπαράθεση τις δύο πυρηνικές υπερδυνάμεις του πλανήτη (ΗΠΑ και Ρωσία).
Καθόλου, συνεπώς, τυχαία η φιλολογία που έχει αναπτυχθεί για τα χαρακτηριστικά της, τις επιδιώξεις των δυνάμεων που εμπλέκονται, οι αντιπαραθέσεις πάνω σ’ αυτά. Και δεν εννοούνται μόνο εδώ αυτά που εκπέμπονται από τις αντιμαχόμενες πλευρές που όπως είναι φυσικό η κάθε μια επιχειρεί να ενισχύσει τη θέση της προπαγανδίζοντας το δίκιο -ή «δίκιο»- της. Εννοούνται και πολλοί άλλοι που παρεμβαίνουν ως «τρίτοι» (αν υπάρχουν τέτοιοι).
Από τη μεριά μου έχω ήδη εκθέσει τις απόψεις μου με άρθρα στην ΠΣ. Απόψεις που «έλκουν» τα χαρακτηριστικά τους από εκτιμήσεις που είχαμε κάνει ήδη από την περίοδο 1989-1991 και επόμενα. Αν επανέρχομαι -πέρα από την αναγκαιότητα μιας επικαιροποίησης- αυτό συνδέεται και με την αντιπαράθεση που εκτυλίσσεται στα πλαίσια αριστερών δυνάμεων (μέσω εφημερίδων και διαδικτύων) τόσο για τον χαρακτήρα της σύγκρουσης όσο και για τα χαρακτηριστικά του αγώνα των εξεγερμένων των ανατολικών περιοχών της Ουκρανίας.
Σ’ αυτή λοιπόν την αντιπαράθεση έχουμε απόψεις που ξεκινάν από εκείνους που υποστηρίζουν πως πρόκειται για ένα λαϊκό κίνημα που έχει έως και σοσιαλιστικούς προσανατολισμούς και δυνατότητες, μέχρι εκείνους που δεν βλέπουν σ’ αυτό παρά μόνο «τυχοδιώκτες» και «πράκτορες της Μόσχας». Μπορούμε ευθύς εξαρχής να απορρίψουμε τη δεύτερη άποψη. Όχι βέβαια επειδή αγνοούμε την άμεση και ισχυρή παρέμβαση της Ρωσίας στα τεκταινόμενα αλλά επειδή δεν μπορούμε να κατατάξουμε στην κατηγορία των «τυχοδιωκτών» έναν κόσμο που -το λιγότερο- μάχεται για την ίδια την ύπαρξή του. Απ’ εκεί και πέρα τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο εμφανίζονται από ορισμένες άλλες πλευρές.

Ένα σύνθετο πρόβλημα

Θα ήθελα κατ’ αρχάς να κάνω ορισμένες «προκαταρκτικές» -ας το πω έτσι- παρατηρήσεις. Είναι απόλυτα κατανοητό το ενδιαφέρον του οποιουδήποτε για τα γεγονότα που διαμορφώνουν τις διεθνείς εξελίξεις, δεδομένα και συσχετισμούς.
Άλλο τόσο είναι κατανοητό το ενδιαφέρον αριστερών δυνάμεων και ανθρώπων, τόσο για τον λόγο που προαναφέρθηκε όσο και για το τι μπορεί να σημαίνουν αυτές οι εξελίξεις για την υπόθεση της αριστεράς και όχι μόνο στην Ουκρανία.
Απ’ εκεί και πέρα και ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή, αν ψάχνουμε -όσοι- για «καθαρές» λαϊκές κινητοποιήσεις ή πολύ περισσότερο για «καθαρές» επαναστατικές διαδικασίες που να μας δίνουν την ευκολία της «ασφαλούς» τοποθέτησης, μάλλον έχουμε αντιληφθεί λάθος την ιστορική περίοδο που διανύουμε.
Δεν αναφέρομαι μόνο στην συνθετότητα της διεθνούς κατάστασης. Ούτε μόνον στα αντιφατικά δεδομένα που χαρακτηρίζουν την ουκρανική περίπτωση και τα οποία συμπλέκονται σε περίπλοκους συνδυασμούς. Εννοώ κυρίως τις συνέπειες που έχει η ήττα (και η παλινόρθωση), το «κενό» που έχει δημιουργήσει όσον αφορά την ύπαρξη, τη συγκρότηση και τις δυνατότητες των εργατικών επαναστατικών κομμουνιστικών δυνάμεων. Δηλαδή την «απουσία» (ή έστω την αδυναμία) εκείνου του παράγοντα που θα έδινε το δικό του στίγμα στα τεκταινόμενα και ταυτόχρονα θα πρόσφερε και σ’ εμάς τη δυνατότητα να πάρουμε μια «καθαρή» και «ασφαλή» θέση.
Το πρόβλημα δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά. Το αντιμετωπίσαμε πολλές φορές και σχετικά πρόσφατα με την λεγόμενη και «αραβική άνοιξη» όπου είχαμε κάθε είδους τοποθετήσεις από διάφορες πλευρές. Είχαμε έτσι απόψεις που ανακάλυπταν -περίπου- τη νέα επαναστατική έκρηξη της εποχής μας. Έσπευδαν μάλιστα πολλοί «να δώσουν γραμμή» (με φαξ, με e-mail, δεν ξέρω) παρότι αγνοούσαν βασικά δεδομένα και ιδιαιτερότητες των χωρών όπου εξελίσσονταν τα γεγονότα.
Στον αντίποδα είχαμε το ΚΚΕ όπου η «καθαρότητα» της άποψης δεν αποτελούσε παρά το άλλοθι μιας αντίληψης που δεν θέλει να εμπλέκεται σε καταστάσεις που θέτουν υπό αμφισβήτηση τον τρόπο που πολιτεύεται.
Ο κοινός παρονομαστής τέτοιων και παρόμοιων τοποθετήσεων βρίσκεται στο ότι απευθύνονται κυρίως «στον εαυτό τους» και τον άμεσο περίγυρό τους. Στοχεύουν στην αντιμετώπιση δικών τους προβλημάτων παρά στην αναζήτηση των απαντήσεων που απαιτούνται.
Όσο μας αφορά υποστηρίξαμε τις λαϊκές εξεγέρσεις με πλήρη επίγνωση τόσο των αδυναμιών που εμφάνιζαν όσο και των προβλημάτων που έθεταν οι συνολικοί συσχετισμοί και η γενικότερη κατάσταση.
Στην ίδια βάση ήμασταν «προετοιμασμένοι» να διαφοροποιήσουμε ή και να αντιστρέψουμε τη στάση μας και να θέσουμε λ.χ. σαν κύριο ζήτημα την ιμπεριαλιστική επέμβαση στη Λιβύη, έπειτα στη Συρία, ίσως αύριο στο Ιράν κ.λπ.
Ακριβώς επειδή έχουμε πλήρη επίγνωση του πώς έχουν σήμερα τα πράγματα και ανάλογα έχουμε τοποθετηθεί εδώ και πολύ καιρό.
Ότι δηλαδή βρισκόμαστε σε μια περίοδο όπου στις λαϊκές κινητοποιήσεις με βάση την κατάσταση του υποκειμενικού παράγονται και τους συνολικούς συσχετισμούς, θα ‘ναι πολλές οι περιπτώσεις όπου θα «κεφαλαιοποιούνται» -τελικά- πολιτικά από ρεφορμιστικές ή και αστικές ή ακόμη και από ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.
Ότι κάτι τέτοιο δεν υπαγορεύει την «ακινησία» ή την «ουδέτερη» και «ασφαλή» θέαση των εξελίξεων αλλά εκφράζει την αντιφατικότητα και συνθετότητα των δρόμων μέσα από τους οποίους υποχρεωτικά θα περάσει η ανάπτυξη της λαϊκής πάλης και η πορεία συγκρότησης των λαϊκών επαναστατικών δυνάμεων.

Δεν υπάρχουν «εύκολες» απαντήσεις

Σαφέστατα λοιπόν όχι μόνο μπορούμε αλλά και οφείλουμε να παίρνουμε θέση.
Μόνο που ταυτόχρονα οφείλουμε να το πράττουμε με την υπευθυνότητα που απαιτεί η κρισιμότητα των περιστάσεων.
Με επίγνωση της συνθετότητας και μεταβλητότητας της συνολικής κατάστασης και των δυσκολιών «ανάγνωσης» που κάθε τόσο εμφανίζει.
Με επίγνωση των «αποστάσεων». Δηλαδή της αντικειμενικής αδυναμίας να γνωρίζουμε με πληρότητα και στο σύνολό τους τις ιδιαίτερες πλευρές, εκφράσεις και χαρακτηριστικά των εξελίξεων σε μια «άλλη» χώρα, το πώς αυτά εκδηλώνονται, συμπλέκονται συντίθενται, ποιες τάσεις και συσχετισμούς διαμορφώνουν κ.λπ.
Με επίγνωση του ότι με βάση την συνθετότητα και αντιφατικότητα των δεδομένων (και η ουκρανική περίπτωση εμφανίζει πολλά τέτοια) οι εξελίξεις μπορεί να πάρουν απρόβλεπτες τροπές.
Με επίγνωση του ότι βρισκόμαστε «έξω» από το πεδίο όπου εξελίσσονται τα γεγονότα, τις πιέσεις που ασκούν, τους καταναγκασμούς που επιβάλλουν σ’ αυτούς που βρίσκονται «μέσα». Επειδή άλλο πράγμα -και καθόλου αποδεκτό- είναι η «άνεση» τού να διατυπώνει κανείς απόψεις που εκ των πραγμάτων δεν πρόκειται να τις «φορολογήσει» η πραγματικότητα και άλλο η άποψή του να έχει συγκεκριμένη επίδραση και συνέπειες επί του «πεδίου μάχης».
Και για να είμαστε και κάπως παραστατικοί ας προσπαθήσει ο καθένας να φανταστεί τον εαυτό του «μέσα» και απέναντι στα γεγονότα, όσο κι αν στην πραγματικότητα είναι ουσιαστικά αδύνατο να τα βιώσει όπως ένας Ουκρανός.
Τι θα ‘πρεπε λ.χ. να κάνει και ποια θέση να πάρει ένας κομμουνιστής, ή απλά αριστερός προοδευτικός άνθρωπος στην Ουκρανία απέναντι στα γεγονότα του Μαϊντάν.
Πώς θα αντιμετώπιζε το πραξικόπημα που ανέτρεψε τον Γιανουκόβιτς και έφερε στην εξουσία τους φασίστες.
Ποια θα ‘ταν η αντίδρασή του στην προώθηση νόμων εθνοκάθαρσης και τις ανάλογες διακηρύξεις παραγόντων της νέας εξουσίας.
Ποια θέση θα ‘παιρνε απέναντι στην ανεξαρτητοποίηση-προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσία.
Πώς θα αξιολογούσε την αντιμετώπιση από το καθεστώς του Κιέβου των -ειρηνικών αρχικά- εκδηλώσεων της αντίθεσης των λαϊκών μαζών των ανατολικών περιοχών.
Πώς θα αντιδρούσε και πού θα προσανατολιζόταν όταν αυτή η αντιμετώπιση έπαιρνε τις πιο βίαιες μορφές όπως αυτές που οδήγησαν στο ολοκαύτωμα της Οδησσού κ.ά.
Πώς θα αντιμετώπιζε τις αποσχιστικές τάσεις που με βάση τις εξελίξεις άρχισαν να αναπτύσσονται στις ανατολικές περιοχές.
Τι θα έπρεπε να κάνει όταν η δεδομένη στρατιωτική υπεροχή του τακτικού ουκρανικού στρατού και των φασιστικών ταγμάτων έδειχνε ότι ήταν ζήτημα ημερών η κατάληψη του Ντονέσκ και του Λουγκάνσκ, η εκμηδένιση των δυνάμεων αντίστασης και το τι θα σήμαινε αυτό για την τύχη των λαϊκών μαζών όχι μόνο αυτής της περιοχής αλλά συνολικά της Ουκρανίας. Εκείνο που συνάγεται με όλα αυτά είναι ότι ο δρόμος των προοδευτικών, αριστερών ή και κομμουνιστικών δυνάμεων περνάει υποχρεωτικά μέσα από τις έμπρακτες απαντήσεις που δίνουν στα συγκεκριμένα ζητήματα που θέτει η κατάσταση. Αυτό αφορά τόσο την συμβολή τους στις εξελίξεις όσο -και μέσα απ’ αυτήν- την πορεία συγκρότησης και προσδιορισμού του ρόλου τους σ’ αυτές. Έξω απ’ αυτές οποιαδήποτε απάντηση δεν είναι σωστή ή λαθεμένη, είναι απλώς άνευ σημασίας. Όσο μάλιστα μπορώ να αντιληφθώ αυτό είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν αριστερές δυνάμεις όπως το Borotba κ.ά. αυτή και η αγωνία τους.

Βασικοί όροι του προβλήματος

Ας περάσουμε ωστόσο στο πώς έχει η κατάσταση στην Ουκρανία μέσα από τα δεδομένα, τους όρους και τις συνθήκες που την διαμορφώνουν κυρίως αφ’ ότου ανεξαρτητοποιήθηκε μετά τις ανατροπές του 1989-1991 και την διάλυση της ΕΣΣΔ.
Αυτή που κυριάρχησε έκτοτε είναι μια νεοαστική κλίκα με επικεφαλής τους λεγόμενους ολιγάρχες. Όπως και στη Ρωσία και τις άλλες χώρες του πρώην Ανατολικού Συνασπισμού δεν επρόκειτο παρά για έναν εσμό που σφετερίστηκε βίαια και συχνά με μαφιόζικους τρόπους τον πλούτο που είχε δημιουργήσει ο λαός της Ουκρανίας στη διάρκεια της σοβιετικής περιόδου. Η άγρια εκμετάλλευση, η καταπίεση, η διαφθορά υπήρξαν και συνεχίζουν να είναι τα βασικά της χαρακτηριστικά και αυτά που καθορίζουν τη σχέση της με τον λαό. Αυτό σημαίνει ότι η βασική αντίθεση όσο κι αν επικαλύπτεται από άλλες παραμένει η αντίθεση ανάμεσα στη μαφιόζικη κεφαλαιοκρατική ολιγαρχία (είτε αυτή «ακουμπάει» στην Ανατολή είτε στρέφεται προς τη Δύση) και τις εργαζόμενες λαϊκές μάζες τόσο των ανατολικών όσο και των δυτικών περιοχών.
Όσον αφορά την διεθνή διάσταση του ζητήματος η Ουκρανία ανήκε ιστορικά στην τσαρική Ρωσία στο μεγαλύτερο μέρος της ενώ τμήματά της σε Αυστροουγγαρία και Πολωνία. Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση εντάσσεται στο μεγαλύτερο μέρος της σαν σοσιαλιστική δημοκρατία στα πλαίσια της ΕΣΣΔ ενώ τη σημερινή της μορφή, την παίρνει μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την προσθήκη και των άλλων δυτικών της τμημάτων.
Στην περίοδο των μεγάλων ανατροπών με πρωτοβουλία των προέδρων Ρωσίας, Ουκρανίας, Λευκορωσίας διαλύεται η ΣΕ και στη θέση της προωθείται η θνησιγενής Κοινότητα Ανεξάρτητων Κρατών (ΚΑΚ).
Η κατάσταση ωστόσο σ’ αυτή την ανεξάρτητη πλέον Ουκρανία χαρακτηρίζεται από την διατήρηση πολλών δεσμών και διασυνδέσεων με την Ρωσία στο βιομηχανικό-οικονομικό πεδίο ενώ ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της αισθάνεται εθνολογικά πολύ κοντά στη Ρωσία.
Ιδιαίτερο βάρος είχε η στρατιωτική πλευρά καθώς στην Ουκρανία βρισκόταν μεγάλος αριθμός πυρηνικών όπλων μια και αποτελούσαν σημαντικό τμήμα του ενιαίου σοβιετικού πυρηνικού πλέγματος.
Τόσο αυτό όσο και η σημασία που είχε η Ουκρανία από γεωστρατηγική άποψη την ανέδειξαν ευθύς εξ’ αρχής σε πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στη Δύση (με προεξάρχουσες τις ΗΠΑ) και τη Ρωσία.
Στην πορεία υπήρξαν ορισμένοι συμβιβασμοί στα πλαίσια των οποίων αποφασίστηκαν: η απομάκρυνση των πυρηνικών όπλων από το έδαφος της Ουκρανίας. Οι δεσμεύσεις (των Δυτικών) ότι η Ουκρανία δεν θα ενταχθεί στο ΝΑΤΟ. Οι εγγυήσεις από τη μεριά Δύσης και Ρωσίας της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας. Παρόλα αυτά οι ανταγωνισμοί συνεχίστηκαν με εντάσεις και υφέσεις σ’ όλο το διάστημα από τα τότε μέχρι τα σήμερα. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτό έπαιξαν τα χαρακτηριστικά και οι τάσεις που αναπτύσσονται στα πλαίσια της Ουκρανικής ολιγαρχίας. Μια ολιγαρχία που είχε σοβαρούς δεσμούς και εξαρτήσεις από τη Ρωσία αλλά που στην πορεία άρχισε να αναπτύσσει και δεσμούς με τη Δύση. Δεσμούς που όλο και ενδυναμώνονταν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης (και γενικότερα) με βάση την δεσπόζουσα θέση και ρόλο των δυτικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στο παγκόσμιο ταμπλό.
Μια ολιγαρχία που μετεωρίζονταν ανάμεσα σε Δύση και Ρωσία καθώς είχε τα πόδια της στην Ανατολή και το βλέμμα της στραμμένο στη Δύση. Χαρακτηριστικά που τροφοδοτούσαν και από αυτή την πλευρά τον εντεινόμενο ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό στο έδαφος της Ουκρανίας. Μια κορύφωση αυτού του ανταγωνισμού είχαμε ήδη το 2004 με την λεγόμενη «πορτοκαλί επανάσταση» που υποκινήθηκε και χρηματοδοτήθηκε από τη Δύση.
Μια εξέλιξη που θα μπορούσε να θεωρηθεί και σαν προπομπός των σημερινών εξελίξεων καθώς οδήγησε στην ανατροπή τού -και- τότε προέδρου Γιανουκόβιτς και την ανάδειξη στην εξουσία του διδύμου Γιουσένκο-Τιμοσένκο. Μόνο που η διαφθορά που συνέχισε να χαρακτηρίζει και το νέο σχήμα εξουσίας, οδήγησε στην πολιτική του χρεοκοπία και στην ανάδειξη εκ νέου στην προεδρία του Γιανουκόβιτς.
Όλα αυτά και ιδιαίτερα ο εντεινόμενος ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός στο έδαφος της Ουκρανίας ανέδειξαν και όξυναν την αντίθεση ανάμεσα στον λαό της Ουκρανίας από τη μια και τους ιμπεριαλιστές και τις επεμβάσεις τους από την άλλη αλλά με σύνθετο και περίπλοκο τρόπο όπως θα δούμε και στη συνέχεια.

Η Ουκρανική ιδιομορφία

Μια σημαντική περιπλοκή του ουκρανικού ζητήματος συνδέεται με τις ιστορικές εθνολογικές του παραμέτρους. Από εθνολογική άποψη υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στους πληθυσμούς των δυτικών με τις ανατολικές περιοχές (Ρωσόφωνοι) ενώ στο έδαφος της Ουκρανίας διαβιούν και άλλες εθνότητες.
Από άποψη καταβολών υπάρχουν επίσης σημαντικές διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες (σχέσεων-αντιθέσεων-μνήμες καταπίεσης) ανάμεσα στο δυτικό και ανατολικό τμήμα. Αυτό δημιουργούσε ένα πρόβλημα με δύο όψεις. Η μια αφορά τις προσπάθειες της άρχουσας τάξης να διαμορφώσει μια ενιαία και «καθαρή» ουκρανική εθνική συνείδηση και με μέθοδες όχι πάντα δημοκρατικές. Το αποτέλεσμα ήταν μάλλον να εντείνει παρά να γεφυρώνει τις αντιθέσεις. Κάτι τέτοιο συνδεόταν και με μια πολιτική που αποτελεί την άλλη όψη του νομίσματος. Της υπόθαλψης και αξιοποίησης των διαφορών σαν τρόπο στερέωσης της κυριαρχίας της. Σ’ αυτή τη δεύτερη πλευρά καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που η υπόθαλψη αυτών των αντιθέσεων υπηρετούσε τους σχεδιασμός και τις επιδιώξεις τους.
Σε σχέση με όλα αυτά αναδείχνεται εδώ ένα ερώτημα που αφορά εκείνο που θα μπορούσε να θεωρηθεί και σαν ο κρίκος της απάντησης στο ουκρανικό ζήτημα. Αυτές οι διαφορές και αντιθέσεις είναι τέτοιες που να οδηγούν υποχρεωτικά σε πλήρη διάσταση και σε αδυναμία συνένωσης του λαού της Ουκρανίας ή το κύριο στην διάσταση που παίρνουν αυτές οι αντιθέσεις οφείλεται στην πολιτική και τις παρεμβάσεις της ουκρανικής ολιγαρχίας και των ιμπεριαλιστών;
Η απάντηση για τους κομμουνιστές είναι κατ’ αρχάς δεδομένη. Ενότητα του λαού της Ουκρανίας ενάντια στους κοινούς εχθρούς, την ντόπια ολιγαρχία και τους εκατέρωθεν ιμπεριαλιστές.
Όσο για τις εθνολογικές και άλλες διαφορές λέω να «καταφύγω» στον Στάλιν και εκεί που λέει ότι «για να ενωθούμε σωστά πρέπει πρώτα να χωριστούμε». Και για να είμαι πιο συγκεκριμένος. Αναγνώριση και αμοιβαίος σεβασμός των διαφορών και αντίστοιχης μορφής συγκρότηση του ουκρανικού κράτους. (το αν θα ‘ναι ομοσπονδιακή ή όποιας ανάλογης μορφής αυτό είναι υπόθεση των Ουκρανών).
Μόνο που «φοβάμαι» ότι κι εγώ που τα γράφω αυτά, δεν κάνω ίσως παρά σχέδια επί χάρτου απέναντι στα δεδομένα που διαμορφώνει η πραγματικότητα.
Έτσι ή αλλιώς πάντως και ανεξάρτητα από εκτιμήσεις και απόψεις στις οποίες μπορεί να οδηγηθούμε με βάση τα πραγματικά δεδομένα, η βάση, η αφετηρία και η κατεύθυνση της θεώρησής μας δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτήν που προαναφέρθηκε.

Ιμπεριαλιστικοί σχεδιασμοί και επιδιώξεις

Α) ΗΠΑ
Ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η εξέταση των χαρακτηριστικών και επιδιώξεων του ρόλου των δυνάμεων που η παρέμβασή τους διαμορφώνει τα πραγματικά δεδομένα. Όσον αφορά τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό είναι σαφής ο ρόλος, οι επιδιώξεις και οι μέθοδες που χρησιμοποιεί. Εκείνο που οφείλεται να είναι καθαρό και σημείο αναφοράς των εκτιμήσεων για τον ρόλο του είναι ότι κινείται στη βάση της επιδίωξής του για παγκόσμια κυριαρχία. Μια κατεύθυνση που έχει τεθεί στα αμερικανικά επιτελεία ήδη από το 1945 ενώ μετά τις ανατροπές του 1989-1991 που ανέδειξαν τις ΗΠΑ σαν μοναδική υπερδύναμη τέθηκε σαν ζήτημα ημερήσιας διάταξης.
Στη βάση αυτής της κατεύθυνσης προχώρησε, μαζί με τους συμμάχους της Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές στη -κατάκτηση ουσιαστικά- των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων προεκτείνοντας μάλιστα την παρέμβασή τους στις περιοχές του Καυκάσου.
Βασική επιδίωξη η απώθηση της Ρωσίας όσο γίνεται ανατολικότερα, η περικύκλωση, η περίσφιξη, η απομόνωση, η ολοκληρωτική αποδυνάμωσή της. Τόσο ώστε να καταστεί αδύναμη στις αμερικανικές πιέσεις και εκβιασμούς και ευάλωτη ακόμη και απέναντι σ’ ένα «τελικό» στρατιωτικό χτύπημα. Ο βασικός λόγος συνδέεται με το ότι η Ρωσία και ιδιαίτερα το πυρηνικό οπλοστάσιο που κληρονόμησε από την ΕΣΣΔ θεωρείται -και είναι- το κύριο εμπόδιο στην προώθηση του στόχου της παγκόσμιας κυριαρχίας. Στη βάση αυτών των επιδιώξεων προώθησε την ένταξη σειράς χωρών στο ΝΑΤΟ και την εγκατάσταση των αμερικανικών όπλων στα ρωσικά σύνορα.
Η «αυτοσυγκράτηση» που επέδειξε στην περίπτωση της Ουκρανίας και οδήγησε στους συμβιβασμούς που προαναφέρθηκαν είχε σχέση κυρίως με ένα ζήτημα. Την αποφυγή δημιουργίας εντάσεων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στον παραμερισμό του τόσο βολικού για τις ΗΠΑ Γιέλτσιν από την προεδρία της Ρωσίας. Γνώριζαν άλλωστε ότι τέτοιες τάσεις ήδη αναπτύσσονταν στα πλαίσια της Ρωσικής ελίτ και είχαν εκδηλωθεί τόσο το 1993 (για να κατασταλούν με αιματηρό τρόπο από τους Γιέλτσιν-Γκρατσόφ) όσο και το 1996 όπου απλώς «ανεστάλησαν» για να ολοκληρωθούν αργότερα με την άνοδο του Πούτιν. Ούτε είναι χωρίς σημασία η κριτική που ασκήθηκε στον Κλίντον από την ομάδα Τσένι-Μπους-Γούλφοβιτς κ.ά. για το ότι δεν αξιοποίησε πλήρως τις ευνοϊκές συνθήκες που υπήρχαν για τις ΗΠΑ την δεκαετία του 1990. Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν οι ΗΠΑ (και μάλιστα άκρως επιθετικά) επί προεδρίας Μπους στην ίδια -στην ουσία της- κινούνται και με τον Ομπάμα.
Η βασική διαφορά συνίσταται στις προσπάθειες του Ομπάμα να κλείσει τα ρήγματα με τους ευρωπαίους συμμάχους που είχε δημιουργήσει η πολιτική των προκατόχων του.
Εδώ θα πρέπει να προστεθεί ότι βασικό συστατικό της στρατηγικής των ΗΠΑ αποτελεί η κατεύθυνση αποτροπής -με κάθε μέσο- της δημιουργίας άλλων συμμαχιών που θα μπορούσαν να απειλήσουν τον κυρίαρχο ρόλο των ΗΠΑ. Σ’ αυτή τη βάση αποτελεί κόκκινο πανί για τις ΗΠΑ η προοπτική της τετραμερούς συμμαχίας που επιχειρεί να στήσει ο Πούτιν (Ρωσία, Ουκρανία, Καζακστάν, Λευκορωσία). Άλλο τόσο και προοπτικά περισσότερο επικίνδυνη θεωρείται η πιθανότητα σύμπηξης συμμαχίας στρατηγικού χαρακτήρα ανάμεσα σε Ρωσία-Κίνα. Αυτός άλλωστε είναι ένας από τους βασικούς λόγους που η συνεργασία Ρωσίας-Κίνας δεν προχωράει στη στρατηγική της ολοκλήρωση.
Με βάση αυτές τις κατευθύνσεις αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ και την ουκρανική κρίση αλλά σ’ αυτό θα αναφερθούμε και στη συνέχεια.
Β) Ρωσικός ιμπεριαλισμός
Από την άλλη μεριά η Ρωσία. Έχοντας ηττηθεί (ως ΣΕ) στον «ψυχρό πόλεμο» και έχοντας υποστεί μεγάλες απώλειες στην περίοδο των ανεκδιήγητων Γκορμπατσόφ και Γιέλτσιν προσπαθεί εδώ και μερικά χρόνια να ανασυγκροτηθεί υπό τον Πούτιν. Αποτελεί και αυτή μια ιμπεριαλιστική δύναμη με βλέψεις αντίστοιχες των άλλων ιμπεριαλιστών που οι διάφορές τους συνίστανται απλώς στα επίπεδα ισχύος και δυνατοτήτων της κάθε μιας. Η ρωσική ολιγαρχία εξίσου εκμεταλλευτική και καταπιεστική με όλες τις άλλες και ανάλογα διεφθαρμένη, αποτελεί μια αντιδραστική δύναμη εχθρική απέναντι στους λαούς και της ίδιας της Ρωσίας.
Στην περίοδο αυτή ο ρωσικός ιμπεριαλισμός έχοντας επίγνωση των δυνατοτήτων και των ορίων του αυτό που επιδιώκει είναι ο λεγόμενος πολυπολικός κόσμος. Πιο συγκεκριμένα, τον περιορισμό ή και αναίρεση της μονοκρατορίας των ΗΠΑ ή για να το πούμε με την «παλιά» κομμουνιστική ορολογία, ένα νέο ξαναμοίρασμα του κόσμου. Άμεση επιδίωξή της ο έλεγχος του περίγυρού της μια κατεύθυνση που είναι διατεθειμένη να υποστηρίζει και με στρατιωτικά μέσα όπως έδειξε και η περίπτωση της Γεωργίας, η προσάρτηση της Κριμαίας και η παρέμβασή της στις εξελίξεις στην Ουκρανία.
Βασικό κρίκο στην κατεύθυνση της ισχυροποίησής της αποτελεί η προσπάθεια σύμπηξης της τετραμερούς συμμαχίας όπως προαναφέρθηκε (Ρωσία, Καζακστάν, Ουκρανία, Λευκορωσία).
Με την ανάπτυξη σχέσεων με τις χώρες της Δύσης και ει δυνατόν τη δημιουργία ρηγμάτων στα πλαίσια του δυτικού μπλοκ. Και βεβαίως με τη συνεχή διεύρυνση των σχέσεων συνεργασίας με την Κίνα ενώ έχει αρχίσει να ανοίγεται και σε άλλες περιοχές και πεδία. Ιράν, Συρία, BRICS κ.ά.
Όσον αφορά την ουκρανική κρίση την αντιμετωπίζει σαν ζωτικής σημασίας ζήτημα. Είναι έξω από κάθε αμφισβήτηση η ενεργή της παρέμβαση (και στρατιωτικά). Ταυτόχρονα εμφανής τόσο η αποφασιστικότητά της να προασπίσει και προωθήσει τις διεκδικήσεις της (και δεν αφορά αυτό μόνο την περίπτωση της Κριμαίας) όσο και ένα είδος «αυτοσυγκράτησης» που συνδέεται με τις εκτιμήσεις της για το μέχρι πού μπορεί να προχωρήσει σ’ αυτή τη φάση.
Γ) Για τους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές και τη στάση της Κίνας
Όσον αφορά τους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές η Αγγλία όπως στις περισσότερες περιπτώσεις συμπράττει πλήρως με τις ΗΠΑ. Ως προς τις άλλες σαφώς και αντιτίθενται κάθετα στην ένταξη της Ουκρανίας στη ρωσική σφαίρα επιρροής καθώς μάλιστα θέλουν να την εντάξουν στη δική τους. Αυτά αποτέλεσαν την βάση σύμπλευσής τους με τις ΗΠΑ στην αντιμετώπιση των εξελίξεων στην Ουκρανία όπου μάλιστα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο πραξικόπημα που ανέτρεψε τον Γιανουκόβιτς. Από την άλλη μεριά δεν αντιμετωπίζουν ευνοϊκά την ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ καθώς δεν είναι στους σχεδιασμούς τους ούτε μια συνολική ρήξη με την Ρωσία αλλά ούτε και θα ‘θελαν να συρθούν από τις ΗΠΑ σε μια αναμέτρηση που δεν ξέρουν που θα τις βγάλει.
Το ζήτημα είναι ότι η τροπή που έχουν πάρει -και με δική τους ευθύνη- οι εξελίξεις ανέδειξε τις αντιφάσεις της πολιτικής τους. Έτσι από τη μια προωθούν τις «κυρώσεις» και την πίεση στην Ρωσία για υποχωρήσεις και από την άλλη δείχνουν διατεθειμένες να αναζητήσουν πεδίο συμβιβασμών παρά τις αντίθετες διαθέσεις των ΗΠΑ.
Ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον εμφανίζει η στάση της Κίνας. Η υποστήριξη που παρέχει στην Ρωσία δεν είναι καθόλου εκείνη που θα περίμενε κανείς από έναν στενό-υποτίθεται-συνεργάτη και σύμμαχο. Η εξήγηση βρίσκεται στο ότι και η Κίνα κινείται στη βάση των δικών της συμφερόντων, εκτιμήσεων και γενικότερων επιδιώξεων. Σαφώς και αντιτίθεται στις κυρίαρχες βλέψεις των ΗΠΑ και αυτό αποτελεί την βάση της συνεργασίας της με την Ρωσία. Στην ίδια βάση αλλά και σε βάση αμοιβαίου συμφέροντος, η ανάπτυξη των συναλλαγών με την Ρωσία στο οικονομικό, ενεργειακό και το πεδίο των στρατιωτικών εξοπλισμών. Από την άλλη μεριά ωστόσο δεν είναι διατεθειμένη να έρθει σε ρήξη με την Δύση χάριν των ρωσικών επιδιώξεων, ενώ δεν αντιμετωπίζει ευνοϊκά την προοπτική μιας κρίσιμου χαρακτήρα ισχυροποίησης της Ρωσίας μέσα από την τετραμερή που επιδιώκει ο Πούτιν.

Επιδιώξεις και αντιφάσεις τη ουκρανικής ολιγαρχίας

Αναφερθήκαμε ήδη στα χαρακτηριστικά και τον ρόλο της ουκρανικής ολιγαρχίας. Στις παλινδρομήσεις της ανάμεσα σε ανατολή και δύση. Στη φάση αυτή και βασικά μετά το Μαϊντάν προσανατολίστηκε προς τη Δύση. Μόνο που ως φαίνεται δεν τα λογάριασε καλά. Ήδη έχει χρεωθεί την απώλεια της Κριμαίας. Ταυτόχρονα οι εξελίξεις στα πεδία των μαχών της έδειξαν ότι δεν είναι και τόσο απλή υπόθεση η υλοποίηση των προθέσεών της να «καθαρίσει» ένοπλα την κατάσταση στις ανατολικές περιοχές, ενώ η βοήθεια που προσδοκά από τη Δύση-ΝΑΤΟ δεν είναι -και δεν μπορεί να είναι- στην κλίμακα που θα της έδινε την δυνατότητα να πετύχει αυτούς τους στόχους.
Έτσι, ήδη εδώ και ένα διάστημα είχαν αναφανεί σοβαρές αντιθέσεις στα πλαίσια των δυνάμεων που κυριαρχούν στο Κίεβο. Με καθοδήγηση και παρότρυνση της Δύσης αναδείχτηκαν, ενισχύθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν ακροδεξιές-φασιστικές δυνάμεις για την πραξικοπηματική ανατροπή του Γιανουκόβιτς. Το ζήτημα είναι ότι η ύπαρξη, ο ρόλος και η δράση των φασιστών είναι μεν «χρήσιμη» από τη μια αλλά από την άλλη δεν είναι και ό,τι το καλύτερο για την εικόνα της «δημοκρατικής» κυβέρνησης της Ουκρανίας τόσο προς τα «μέσα» όσο και προς τα «έξω».
Έτσι γίναν κινήσεις περιορισμού, ελέγχου του ρόλου των φασιστών που δημιούργησαν σοβαρές εντάσεις. Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι τα τάγματα των ακροδεξιών-φασιστών αποτελούσαν την πιο αξιόπιστη δύναμη του Κιέβου στα πεδία των μαχών. Αντίθετα μεγάλα τμήματα του ουκρανικού στρατού δεν δείχνουν και τόσο μεγάλη επιθυμία να πολεμήσουν ενώ οι ανυποταξίες, οι λιποταξίες και αυτομολήσεις έχουν πάρει σοβαρές διαστάσεις.
Αυτές οι αντιθέσεις αναδείχτηκαν και οξύνθηκαν ακόμη περισσότερο με την υπογραφή των συμφωνιών του Μινσκ ανάμεσα στην ουκρανική κυβέρνηση και τους εκπροσώπους των ανατολικών περιοχών.
Υπάρχει εκείνη η πλευρά (Γιάτσενουκ, Κολομόισκι, Σβόμποντα, Δεξιός Τομέας κ.ά.) που υπό την μπαγκέτα των ΗΠΑ και την παρότρυνση των κυβερνήσεων των Βαλτικών κ.ά. χωρών αντιτίθενται στις συμφωνίες και προσβλέπουν στην όξυνση-αναμέτρηση.
Από την άλλη, η μερίδα εκείνη που υπό τον Ποροσένκο και την υποστήριξη των Ευρωπαίων (Γερμανία κ.ά.) αντιλαμβάνεται πως όχι μόνο πολύ δύσκολα μπορεί να νικήσει αλλά και πως μπορεί να υποστεί μια ήττα που θα έχει ευρύτερες και καταλυτικές συνέπειες για την ύπαρξη, την θέση και τον ρόλο της στην Ουκρανία.
Με αυτούς τους όρους το αν οι συμφωνίες του Μινσκ μπορέσουν να ανοίξουν τον δρόμο για έναν -προσωρινού κατά το μάλλον χαρακτήρα- συμβιβασμό ή χρησιμοποιηθούν σαν ανάπαυλα για ανασύνταξη δυνάμεων και ενόψει μιας νέας αναμέτρησης μένει να το δούμε.
Σοβαρό -πολιτικό- στοιχείο αυτών των «προετοιμασιών» αποτελούν οι εκλογές τόσο στην πλευρά που ελέγχει το Κίεβο όσο και αυτές στις ανατολικές περιοχές αλλά γι’ αυτά θα αναφερθούμε και παρακάτω.

Προβλήματα και αγωνίες ενός λαού

Και απέναντι σ’ όλους αυτούς ο λαός της Ουκρανίας. Τόσο των ανατολικών όσο και των δυτικών περιοχών. Ας ξεκινήσουμε από τη Δύση. Είναι άραγε όλοι όσοι κατοικούν στην δυτική Ουκρανία ακροδεξιοί και φασίστες όπως υποστηρίζεται από μερικούς; Μπορούμε να πούμε και μάλιστα με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο πως όσοι ισχυρίζονται κάτι τέτοιο είναι απλώς ανόητοι ή ότι κινούνται με βάση συγκεκριμένες σκοπιμότητες. Ο λαός είναι παντού λαός. Με τα προβλήματα τα βάσανα, τις επιθυμίες, τις αγωνίες του. Είναι ένας κόσμος που υφίσταται και αυτός την εκμετάλλευση και την καταπίεση της ουκρανικής ολιγαρχίας. Που αντιμετωπίζει και αυτός τις συνέπειες και τους κινδύνους που συνεπάγονται οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις. Αυτή η πραγματικότητα δεν αλλάζει με το ότι οι κρατούντες -όπως συμβαίνει παντού στον κόσμο- επιχειρούν συστηματικά να τον αποπροσανατολίσουν. Η οργή τους απέναντι στη διαφθορά της διακυβέρνησης Γιανουκόβιτς δεν σημαίνει καθόλου ότι αποδέχονται την διαφθορά της άλλης πλευράς. Αυτή την απόρριψη άλλωστε εξέφρασε και το ότι ο Γιανουκόβιτς εκλέχτηκε στην προεδρία δύο φορές και φυσικά όχι μόνο με τις ψήφους των ανατολικών περιοχών. Ταυτόχρονα, η υπεροχή των αντιρωσικών και εθνικιστικών αισθημάτων σ’ αυτές τις περιοχές δεν σημαίνει καθόλου ότι είναι διατεθειμένοι να υποστούν αδιαμαρτύρητα τα μέτρα που θέλει να επιβάλει η ΕΕ, το ΔΝΤ, το ξεπούλημα του εθνικού τους πλούτου στα δυτικά μονοπώλια.
Από την άλλη μεριά φαίνεται να ενισχύονται και σ’ αυτές τις περιοχές οι ανησυχίες για το πού οδηγούν οι εξελίξεις. Η δυσπιστία απέναντι στους κυβερνώντες και τις επιδιώξεις των δυτικών. Οι αγωνίες για το τι τους επιφυλάσσει το αύριο.
Και ακόμη -με όλες τις επιφυλάξεις που υπαγορεύει η ελλιπής πληροφόρηση- φαίνεται να εκδηλώνονται και εκεί τάσεις αμφισβήτησης των επιλογών του Κιέβου παρόλο το καθεστώς καταπίεσης που με τη δράση των φασιστών παίρνει και άγριες μορφές. Αθρόες αρνήσεις στράτευσης, κινητοποιήσεις μανάδων που ζητάν πίσω τα στρατευμένα παιδιά τους, απροθυμία συμμετοχής στις μάχες των στρατευμένων κ.λπ.
Μπορούμε να πούμε, έστω με τις επιφυλάξεις που προαναφέρθηκαν, ότι αρχίζει να ενισχύεται μια αντίληψη ότι αυτός ο πόλεμος δεν είναι δικός τους. Ταυτόχρονα κουφοβράζει η οργή απέναντι στη διαφθορά και αυτού του καθεστώτος, τις άθλιες συνθήκες ζωής που διαμορφώνει και τις χειρότερες που βλέπουν να ‘ρχονται. Το μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτό μένει να το δούμε.

Η εξέγερση και οι μορφές της

Όσον αφορά τον κόσμο των ανατολικών, εξεγερμένων περιοχών που γύρω από τα χαρακτηριστικά και τις τάσεις που αναπτύσσονται εκεί περιστρέφεται μια ορισμένη συζήτηση. Θα έλεγα ότι χρειάζεται κατ’ αρχάς μια διεύρυνση του πεδίου αναφοράς. Ότι έχει μια ιδιαίτερη σημασία να δούμε και πέρα από τις ήδη εξεγερμένες περιοχές. Να συμπεριλάβουμε στην οπτική μας και όλες τις περιοχές ανατολικά του Κιέβου και -γιατί όχι- να προεκτείνουμε το πεδίο αναφοράς όσο γίνεται δυτικότερα.
Αυτό που κατ’ αρχάς επιχειρείται να ειπωθεί εδώ είναι ότι το φασιστικού χαρακτήρα πραξικόπημα προκάλεσε και θα μπορούσε να προκαλέσει ευρύτερες δημοκρατικές αντιδράσεις σε μεγάλο μέρος του λαού της Ουκρανίας. Ανάλογα ευρύτερες αντιδράσεις θα μπορούσαν να προκαλέσουν οι εξαγγελίες του νέου καθεστώτος που άμεσα και ανοιχτά διακήρυξε τις προθέσεις του να προχωρήσει σε μια πολιτική, στην ουσία εθνοκάθαρσης των ανατολικών περιοχών.
Το ζήτημα είναι ότι γρήγορα αυτή η δυνατότητα επικαλύφτηκε από την εκδήλωση αντιδράσεων και με άλλα χαρακτηριστικά. Ταυτόχρονα η προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία όχι μόνο έδωσε επιχειρήματα στο καθεστώς και στη Δύση αλλά και υπονόμευσε αυτή τη δυνατότητα δημιουργώντας άλλους όρους, κλίμα και διαθέσεις σε μεγάλο μέρος του λαού της Ουκρανίας και όχι μόνο των δυτικών περιοχών.
Το γεγονός πάντως είναι ότι οι αντιδράσεις εκδηλώθηκαν σχεδόν αποκλειστικά στις περιοχές ανατολικά του Κιέβου εκφράζοντας την αντίθεση στο πραξικόπημα και πολύ πιο έντονα στις εξαγγελίες του νέου καθεστώτος που προαναφέρθηκαν.
Στην πορεία αυτή η αντίδραση άρχισε να παίρνει διάφορες μορφές καθώς στα πλαίσιά της άρχισαν να εκδηλώνονται και να αναπτύσσονται διάφορες τάσεις. Επιγραμματικά και μόνο αναφέρω.
Την τάση αντίθεσης στο πραξικόπημα. Της αντίθεσης στην άνοδο των φασιστών σε κυβερνητικές θέσεις και τις εξαγγελίες του καθεστώτος για την πολιτική που προτίθεται να ακολουθήσει στις ανατολικές περιοχές. Τις τάσεις αυτονόμησης αυτών των περιοχών μέσα στα πλαίσια της Ουκρανίας και κατά το μάλλον ομοσπονδιακού χαρακτήρα.
Τις τάσεις ανεξαρτητοποίησης, απόσχισης.
Τις τάσεις προσχώρησης στη Ρωσική Ομοσπονδία κατά το παράδειγμα της Κριμαίας.
Και ακόμη την ανάπτυξη τάσεων και προσανατολισμού σοσιαλιστικού χαρακτήρα.
Πριν ωστόσο αναφερθούμε σ’ αυτή την εξέλιξη ας σταθούμε λίγο στις απόψεις Κιέβου-Δύσης (και άλλων) που υποστηρίζουν ότι όλα αυτά οφείλονται στην ρωσική υποκίνηση. Το ότι βέβαια η Ρωσία παρεμβαίνει, έχει σοβαρή ανάμειξη ρόλο και επιδιώξεις αυτό είναι κάτι που δεν χωράει καμιά αμφισβήτηση. Άλλο αυτό όμως και θα αναφερθούμε περισσότερο παρακάτω και άλλο αυτό που θέλουν να καταδείξουν (και συγκαλύψουν) αυτοί οι ισχυρισμοί. Αλήθεια χρειάζεται κανενός είδους υποκίνηση ένας κόσμος για να αντιδράσει ή και να εξεγερθεί ακόμη αν μπορεί, απέναντι σ’ ένα καθεστώς που ανοιχτά διακηρύσσει ότι ο στόχος του είναι να τον εξανδραποδίσει;
Όσο για τις μορφές που πήραν αυτές οι αντιδράσεις και στο κατά πόσο αυτές υπαγορεύτηκαν από την ρωσική πλευρά και πιο συγκεκριμένα το κατά πόσο λ.χ. η τάση προσχώρησης στη Ρωσία εντάσσεται και εξυπηρετεί τους σχεδιασμούς του Πούτιν, ας μου επιτραπεί να έχω μια διαφορετική προσέγγιση (θα εξηγηθώ παρακάτω).
Για την ώρα εκείνο που είναι αναγκαίο, είναι η υπενθύμιση ότι οι αρχικές αντιδράσεις είχαν κατά βάσιν ειρηνικό χαρακτήρα. Διαδηλώσεις, διαμαρτυρίες, διακηρύξεις και καταλήψεις κυβερνητικών κτιρίων που διευκολύνθηκαν από την εθνολογική σύνθεση των αστυνομικών σωμάτων.
Την άλλη τροπή στις εξελίξεις την έδωσε το καθεστώς του Κιέβου με τη στάση του απέναντι στις αντιδράσεις, τόσο πολιτικά όσο -και κυρίως- πρακτικά και με όργανό του τις φασιστικές συμμορίες.
Το οργανωμένο έγκλημα της Οδησσού έδειξε έμπρακτα και αιματηρά σ’ αυτό τον κόσμο ποια μεταχείριση και ποια τύχη τους επιφυλάσσει το καθεστώς. Χαρακτηριστικό μάλιστα το γεγονός ότι διάφοροι ολιγάρχες οργάνωναν ιδιωτικούς στρατούς φτάνοντας στο σημείο να υπόσχονται αμοιβές «για κάθε κεφάλι» ρωσόφωνου.
Με την σειρά τους οι ρωσόφωνοι άρχισαν να εξοπλίζονται και να οργανώνονται στρατιωτικά. Ο κύκλος του αίματος είχε ανοίξει.

Μια διάτρητη «εκεχειρία»

Πώς διαμορφώνεται πλέον η κατάσταση. Έγιναν οι συμφωνίες του Μινσκ. Η εκεχειρία που συμφωνήθηκε τηρείται και δεν τηρείται. Πιο συγκεκριμένα. Σταμάτησαν οι επιχειρήσεις ευρείας κλίμακας. Αποσύρθηκαν ή λέγεται πως αποσύρθηκαν τα βαρέα όπλα από την γραμμή του Μετώπου Δημιουργήθηκε «μη εμπόλεμη ζώνη» πλάτους μερικών χιλιομέτρων. Ταυτόχρονα ανακοινώθηκε η διάθεση αναζήτησης όρων ευρύτερου και πιο μακροπρόθεσμου συμβιβασμού.
Από την άλλη μεριά ωστόσο συνεχίστηκαν οι ένοπλες συγκρούσεις σε διάφορα σημεία με πιο σφοδρές αυτές που γίνονται στο αεροδρόμιο του Ντονέσκ.
Στην πραγματικότητα παρά και «εντός» της εκεχειρίας οι εμπόλεμοι προσπαθούν να βελτιώσουν τις θέσεις τους, να διαμορφώσουν μια γραμμή μετώπου ευνοϊκή ο καθείς για λογαριασμό του.
Ακόμη περισσότερο, οι δυνάμεις του Κιέβου με καθοδήγηση και υποστήριξη της Δύσης ανασυγκροτούνται εξοπλίζονται, ενισχύονται ενώ είναι βέβαιο ότι ανάλογα ενεργεί και η άλλη πλευρά.
Καθοριστικής σημασίας όπως πάντα οι κινήσεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Οι ΗΠΑ-ΝΑΤΟ πέρα από τον εξοπλισμό των δυνάμεων του Κιέβου που προωθείται μαζικά μέσω ΝΑΤΟϊκών χωρών προωθούνται στα σύνορα της Ρωσίας, εγκαθιστούν στρατιωτικές-πυραυλικές βάσεις σε Πολωνία, Βαλτικές χώρες κ.α.
Πληθαίνουν και ενισχύονται οι πτήσεις πολεμικών αεροσκαφών στις ίδιες περιοχές ενώ αμερικανονατοϊκά πολεμικά πλοία περιπολούν στην Βαλτική και την Μαύρη Θάλασσα.
Αντίστοιχες κινήσεις κάνει και η ρωσική πλευρά. Αναμφισβήτητη η από μεριάς της στρατιωτική ενίσχυση των ρωσόφωνων. Ταυτόχρονα μονάδες του ρωσικού στρατού τη μια «φεύγουν» και την άλλη επιστρέφουν στα ρωσοουκρανικά σύνορα είτε με το πρόσχημα ασκήσεων ή και χωρίς αυτό. Ενισχύει τις στρατιωτικές της βάσεις στο Καλλίνινγκραντ και γενικά στα ανατολικά της σύνορα ενώ βγάζει κι αυτή τα πολεμικά της πλοία στις ίδιες θάλασσες.

Εκλογές ή «εκλογές»; 

Στο πολιτικό επίπεδο είχαμε τις «εκλογές» στην Ουκρανία και τις ανάλογες στις εξεγερμένες περιοχές. Τώρα το πόσο μπορεί να μιλάει κανείς για εκλογές με την πραγματική (την αστική έστω) έννοια του όρου σε περιοχές και σε συνθήκες ένοπλης σύγκρουσης είναι ένα ζήτημα που μόνο όσοι θέλουν μπορούν να το παρακάμπτουν. Το βέβαιο είναι ότι ούτε η ανατολική πλευρά μπορούσε να ‘χει πραγματική παρουσία και λόγο στις περιοχές που ελέγχει το Κίεβο, ούτε το Κίεβο στις εξεγερμένες περιοχές.
Άλλωστε ο πρώτος λόγος για τον οποίο έγιναν αυτές οι εκλογές ήταν για να προσδώσουν, ενισχύσουν την νομιμότητα (ή «νομιμότητα») τόσο της κυβέρνησης του Κιέβου όσο και των άλλων. Γι’ αυτό άλλωστε και οι εκλογές στην Ουκρανία (που οι «διεθνείς παρατηρητές» τις βρήκαν «άψογες») χαιρετίστηκαν με πανηγυρικούς τόνους από την Δύση και με «μισή καρδιά» από την Ρωσία.
Αντίθετα οι εκλογές στις εξεγερμένες περιοχές χαρακτηρίστηκαν ως παράνομες από το Κίεβο-Δύση ενώ αναγνωρίστηκαν από την Ρωσία.
Το Κίεβο μάλιστα έσπευσε να ανακοινώσει ότι οι εκλογές στις ανατολικές περιοχές θέτουν υπό αίρεση τις συμφωνίες του Μινσκ. Το ζήτημα βέβαια δεν αφορά το «τυπικό» μέρος αυτών ή εκείνων των εκλογών. Το αν θα προχωρήσει ή όχι μια διαδικασία συνεννόησης δεν εξαρτάται από τις κάλπες του Ντονέσκ αλλά από τις πολιτικές προθέσεις της κάθε πλευράς.
Σ’ αυτή τη βάση αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία το ότι παρά τα προγνωστικά που ήθελαν τον Ποροσένκο να κυριαρχεί, το κόμμα του Γιάτσενουκ σχεδόν ισοψήφισε με το κόμμα του Ποροσένκο. Ή αλλιώς το υποστηριζόμενο από τις ΗΠΑ «Κόμμα του Πολέμου» όπως χαρακτηρίζεται εμφανίστηκε ισχυροποιημένο απέναντι στην υποστηριζόμενη από τους Ευρωπαίους πλευρά του Ποροσένκο.
Σημαίνουν όλα αυτά ότι θα ‘χουμε μια συνέχεια των κινήσεων συνεννόησης-συμβιβασμού ή πάμε για έναν νέο γύρο ένοπλης αναμέτρησης;
Οποιαδήποτε απάντηση είναι παρακινδυνευμένη και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να την «ανιχνεύσουμε» μέσα στους όρους του ζητήματος. Από γενική άποψη το αν τα πράγματα κινηθούν προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση συναρτάται:
α) Από τις πολιτικές διαθέσεις και σχεδιασμούς των εμπλεκόμενων.
β)Από τις στρατιωτικές δυνατότητες «επί του πεδίου» αλλά και τους συνολικούς συσχετισμούς.
γ) Από την σημασία και τα «ειδικά» χαρακτηριστικά των επίδικων ζητημάτων.

Πώς διαμορφώνονται οι επιδιώξεις των εμπλεκόμενων

Όσον αφορά τις πολιτικές επιδιώξεις των διάφορων πλευρών, αυτές παραμένουν στην τροχιά που έχει προαναφερθεί και δεν έχουν αλλάξει.
Το ερώτημα είναι το κατά πόσον διαφοροποιούνται ή μέσω ποιων τακτικών επιλογών προωθούνται με βάση τις εξελίξεις και τα δεδομένα που διαμορφώνουν. Έχοντας ήδη αναφερθεί στις γενικότερες επιδιώξεις της κάθε πλευράς μπορούμε εδώ να είμαστε σύντομοι και επιγραμματικοί.
Όσον αφορά τις ΗΠΑ συνεχίζουν να κινούνται στον καμβά του στόχου της παγκόσμιας κυριαρχίας. Μια κατεύθυνση που μάλλον θα ενισχυθεί από τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα για το Κογκρέσο. Με αυτή τη βάση παραμένει «κόκκινο πανί» για τις ΗΠΑ η προοπτική ένταξης της Ουκρανίας στο τετραμερές σύμφωνο (Ρωσία-Ουκρανία-Καζακστάν-Λευκορωσία) που επιδιώκει η Ρωσία. Σε ανάλογο βαθμό αντιτίθενται σε οποιαδήποτε ρύθμιση που θα έδινε την δυνατότητα στη Ρωσία να εντάξει την Ουκρανία στη σφαίρα επιρροής της.
Σταθερή τους επιδίωξη η ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και στην προοπτική διαμόρφωσής της σε πλατφόρμα πολέμου. Σ’ αυτή τη βάση επιχειρούν να σύρουν τους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές στην τροχιά των επιδιώξεών τους, ζήτημα που αποτελεί τόσο «μέσο» (ενίσχυσης αυτής της κατεύθυνσης) όσο και στόχο καθ’ αυτό (σύρσιμο των Ευρωπαίων στην τροχιά της πολιτικής τους). Στην ίδια βάση δεν βλέπουν με καθόλου καλό μάτι τις κινήσεις αναζήτησης δρόμων συνεννόησης και συμβιβασμού και θα ήθελαν μια «τελική λύση» προς όφελός τους. Γι’ αυτό άλλωστε ενισχύουν στρατιωτικά το Κίεβο και πολιτικά τις δυνάμεις (Γιάτσενουκ) που ευθυγραμμίζονται με τις απόψεις τους. Το ζήτημα βέβαια δεν είναι μόνο το τι θέλουν αλλά και το τι μπορούν.
Όσον αφορά την Ρωσία, έδειξε ότι έχει και την αποφασιστικότητα αλλά και την δυνατότητα να παρεμποδίσει-ματαιώσει ακόμη και με στρατιωτικά μέσα τους σχεδιασμούς και τις επιδιώξεις των ΗΠΑ-Δύσης-Κιέβου.
Ταυτόχρονα έδειξε ότι αυτό που επιδιώκει σ’ αυτή τη φάση είναι ένα είδος συμβιβασμού και εννοείται στη βάση κάποιων όρων. Αυτό φάνηκε με το ότι προώθησε τις συμφωνίες του Μινσκ σε μια φάση που οι προσκείμενες σ’ αυτήν δυνάμεις είχαν πάρει φαλάγγι τις δυνάμεις του Κιέβου και ήταν έτοιμες να καταλάβουν την Μαριούπολη και άλλες περιοχές.
Αυτό καθόλου δεν σημαίνει ότι η Ρωσία έχει παραιτηθεί από τις συνολικότερες επιδιώξεις της στην περιοχή. Απλώς σ’ αυτή τη φάση και για λόγους που συνδέονται με συνολικότερους υπολογισμούς (συσχετισμών-συμμαχιών κ.λπ.) επιδιώκει αυτόν τον συμβιβασμό.
Έναν συμβιβασμό με όρους που θεωρεί ότι θα της επιτρέψουν στο μέλλον να κερδίσει περισσότερα καθώς εκτιμά -και καθόλου αβάσιμα- ότι διαθέτει σοβαρά πλεονεκτήματα σ’ αυτή την περιοχή. (Γεωστρατηγικά, οικονομικά, ενεργειακά, στρατιωτικά, εθνολογικά κ.λπ.).
Σ’ αυτή την αντιπαράθεση οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές και για λόγους που έχουν αναφερθεί συμπαρατάσσονται με τις ΗΠΑ. Από την άλλη μεριά ωστόσο δεν είναι στις επιδιώξεις τους μια συνολική ρήξη με την Ρωσία ούτε τους είναι από τα πιο ευχάριστα να σέρνονται στις επιδιώξεις των ΗΠΑ. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι αν τα πράγματα οδηγηθούν στα άκρα αφενός θα περιοριστούν σε δεύτερο ρόλο και αφετέρου θα ‘ναι ο δικός τους ευρωπαϊκός χώρος που θα υποστεί τα μεγαλύτερα κόστη ή ακόμη και βαρύτερες συνέπειες.
Έτσι στη φάση αυτή συνεχίζουν να συμπορεύονται με τις ΗΠΑ ταυτόχρονα ωστόσο αναζητούν πεδία συμβιβασμού προβάλλοντας και αυτοί τους δικούς τους όρους.
Όσον αφορά την ουκρανική ολιγαρχία. Μετεωριζόμενη ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, έγειρε (στο μεγαλύτερο μέρος της) μετά το Μαϊντάν στη Δύση.
Επιχείρησε δια πυρός και σιδήρου να επιβάλλει την κυριαρχία της σ’ όλη την ουκρανική επικράτεια, απορρίπτοντας κάθε ιδέα και πρόταση συμβιβασμού. Μόνο όταν ανατράπηκε στρατιωτικά η κατάσταση και κινδύνευε να χάσει τ’ αβγά και τα καλάθια έσπευσε πανικόβλητη να αποδεχτεί την εκεχειρία που οδήγησε στις συμφωνίες του Μινσκ. Στη φάση αυτή εμφανίζεται σχετικά διχασμένη ως προς τα πού και πώς θα κινηθεί.
Υπάρχει η πλευρά που χαρακτηρίζεται σαν το «κόμμα του πολέμου» (Γιάτσενουκ και βέβαια και οι εθνικιστικές φασιστικές ομάδες) μόνο που οι πολεμοχαρείς διαθέσεις της εξαρτώνται από το πόσο θα ενθαρρυνθούν-ενισχυθούν στρατιωτικά από τη Δύση.
Σχετικά πιο ρεαλιστική εμφανίζεται η πλευρά Ποροσένκο που προσυπέγραψε τις συμφωνίες του Μινσκ και «συζητάει» την πιθανότητα ενός ευρύτερου συμβιβασμού.
Έτσι κι αλλιώς και για τις δυο αυτές πλευρές ισχύει το ότι οι δυνάμεις που καθορίζουν τους όρους του παιχνιδιού και συνεπώς τα όρια των κινήσεών τους δεν βρίσκονται στο Κίεβο, αλλά στην Ουάσινγκτον, τις Βρυξέλλες και την Μόσχα.

Η στρατιωτική παράμετρος

Αναμφίβολα μια κρίσιμη παράμετρος των εξελίξεων και καθοριστική για τους υπολογισμούς-σχεδιασμούς των αντιμαχόμενων πλευρών είναι η στρατιωτική. Είναι σημαντικό συνεπώς να δούμε το τι μας έδειξαν μέχρι τα σήμερα οι εξελίξεις σε αυτό το πεδίο.
Ήδη σε προηγούμενα άρθρα είχα αναφερθεί πως αν το Κίεβο κατόρθωνε να κινήσει σημαντικά τμήματα του ουκρανικού στρατού θα είχε σαφή υπεροχή απέναντι στις νεοσυσταθείσες στρατιωτικές δυνάμεις των εξεγερμένων. Ότι η ανατροπή μιας τέτοιας κατάστασης θα μπορούσε να γίνει μόνο με δραστική παρέμβαση της ρωσικής πλευράς είτε άμεσα είτε με την μορφή μαζικής παρέμβασης εθελοντών -ή «εθελοντών»- εξοπλισμού, τεχνικής, στρατιωτικής βοήθειας κ.λπ.
Αυτό ακριβώς έδειξαν οι εξελίξεις. Σε μια πρώτη φάση οι δυνάμεις του Κιέβου καταλάμβαναν περιοχές που έλεγχαν οι εξεγερμένοι και είχαν φτάσει στα πρόθυρα του Ντονένσκ και του Λουγκάνσκ. Η ανατροπή αυτής της πορείας των συγκρούσεων έγινε -σ’ αυτό δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία- μέσα από την πολύμορφη ενίσχυση των ρωσόφωνων από την Ρωσία, πιθανά και με τακτικές στρατιωτικές δυνάμεις.
Μια ανατροπή που πανικόβαλε το Κίεβο (και όχι μόνο) και οδήγησε στις γνωστές συμφωνίες.
Οι εξελίξεις αυτές επιβεβαιώνουν και ορισμένες άλλες εκτιμήσεις μας. Το ότι οι δυνάμεις του Κιέβου δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν μια ρωσική στρατιωτική παρέμβαση έστω και συγκαλυμμένη.
Το ζήτημα αυτό έχει και μια ευρύτερα στρατιωτική-πολιτική διάσταση. Στο πεδίο της Ουκρανίας η έκβαση των στρατιωτικών επιχειρήσεων δεν εξαρτάται και τόσο από το κατά πόσο οι δυνάμεις του Κιέβου θα ενισχυθούν από ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-Δύση. Εξαρτάται κατά κύριο λόγο από το κατά πόσο Ρωσία θα αποφασίσει να αντιδράσει στρατιωτικά σε ανάλογο ύψος. Ακόμη κι αν υποθέταμε μια άμεση ανάμειξη και κινητοποίηση των ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων σε κλίμακα μεγάλου πολέμου -με συμβατικά μέσα πάντα- και πάλι θα μειονεκτούσαν απέναντι σε μια αντίστοιχη ρωσική στρατιωτική κινητοποίηση. Και προς αποφυγήν παρανοήσεων. Αναφέρομαι στο πεδίο της Ουκρανίας ή σε ανάλογα (Γεωργίας κ.λπ.) όπου η Ρωσία έχει την ευχέρεια να αναπτύξει πλήρως τις δυνάμεις της, τις εφεδρείες, την υποστήριξη, την επιμελητεία κ.λπ. Αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι ο ίδιος συσχετισμός υπάρχει και στις άλλες περιοχές του πλανήτη όπου ΗΠΑ-ΝΑΤΟ διαθέτουν την υπεροχή με τις συμμαχίες, τις βάσεις, τους στόλους τους κ.λπ.
Αυτός είναι άλλωστε και ένας βασικός λόγος που οι ΗΠΑ αποφεύγουν και να μιλήσουν ακόμη -και συνεπώς να δεσμευτούν- για άμεση στρατιωτική ανάμειξη. Γνωρίζουν ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα βρεθούν μπροστά στο ενδεχόμενο είτε να υποστούν μια από κάθε άποψη οδυνηρή στρατιωτική-πολιτική ήττα είτε να μεταφέρουν την αναμέτρηση στο πυρηνικό πεδίο εκδοχή για την οποία κανείς δεν αισθάνεται «έτοιμος».

Συμβιβασμός ή νέος γύρος

Και ξανά με όλα αυτά το ίδιο ερώτημα. Συμβιβασμός ή αναστολή λύσης (ή «λύσης») ή νέος γύρος αναμέτρησης; Ένα ερώτημα στο οποίο επίσης δεν μπορεί να απαντήσει κανείς. Ας ξαναδούμε όμως σε συντομία ορισμένα κρίσιμα στοιχεία του όλου ζητήματος.
α) Η περίπτωση της Ουκρανίας δεν είναι όπως οποιαδήποτε άλλη, όπου η επικράτηση της μιας πλευράς σημαίνει το κέρδισμα ορισμένων σημείων λιγότερο ή περισσότερο σημαντικών. Η ένταξη (συνολικά) της Ουκρανίας στη μια ή την άλλη πλευρά συνεπάγεται δραματική μεταβολή στο πεδίο των παγκόσμιων συσχετισμών που καμιά πλευρά δεν αποδέχεται να γίνει σε βάρος της. Ολοφάνερα πρόκειται για μια αντίθεση που μοιάζει (και από άποψη ουσίας είναι) αγεφύρωτη.
β) Από την άλλη μεριά ωστόσο η αναζήτηση «λύσης» μέσα από έναν νέο γύρο αναμέτρησης παρουσιάζει κρίσιμα προβλήματα και θα έχει σοβαρές συνέπειες (στρατιωτικές, οικονομικές, πολιτικές) για όλες τις πλευρές.
Και εδώ χρειάζεται να υπογραμμιστεί ότι ενδεχόμενος νέος γύρος δεν θα έχει και τόση σχέση με τον προηγούμενο. Οι δυνάμεις που θα εμπλακούν θα είναι μεγαλύτερες, ισχυρότερες και πολύ πιο βαριά εξοπλισμένες όπως δείχνουν οι κινήσεις και των δύο πλευρών.
Οι συγκρούσεις συνεπώς θα είναι πολύ μεγαλύτερης κλίμακας, πολύ πιο αιματηρές και καταστροφικές. Το πόσες και πόσο οδυνηρές θα ‘ναι οι συνέπειες για τον λαό της Ουκρανίας γίνεται εύκολα αντιληπτό.
Ακόμη χειρότερα και επειδή πιθανότατα ούτε και μ’ αυτές θα βρεθεί «λύση», όλο και πιο απειλητική θα διαγράφεται στο βάθος του ορίζονται η προοπτική μιας συνολικής αναμέτρησης. Όσο για την σημασία και τις συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης δεν χρειάζεται να προστεθεί τίποτα εδώ.
γ) Με βάση το αδιέξοδο που διαγράφεται, ανάμεσα στα σενάρια που κυκλοφορούν εμφανίζεται και αυτό ενός (ντε φάκτο κατά το μάλλον) διαμελισμού της Ουκρανίας στο φιλο-δυτικό της τμήμα και το φιλο-ρωσικό ανατολικό. Μια «λύση» που θίγει τόσο τα συμφέροντα και δικαιώματα του λαού της Ουκρανίας όσο και την υπόσταση της Ουκρανίας ως χώρας.
Αλλά και πέρα απ’ αυτό το ερώτημα είναι ποιος θα ορίσει και με ποιον τρόπο (οπωσδήποτε όχι με κανόνες αβρότητας) το ποιες περιοχές θα ενταχθούν στο ένα ή το άλλο τμήμα. Ακόμη περισσότερο πρόκειται για «λύση» που καμιά πλευρά δεν προκρίνει ή επιδιώκει (άλλο αν της προκύψει εκ των πραγμάτων). Ούτε οι ΗΠΑ που έτσι απομακρύνονται από τον βασικό τους στόχο, της στρατιωτικής προσέγγισης των ρωσικών συνόρων, ούτε η Ρωσία που προσβλέπει σε ολάκερη την Ουκρανία. Και φυσικά δεν την θέλουν ούτε οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές που σε μια τέτοια περίπτωση θα βρεθούν στην ουσία «απ’ έξω».
δ) Με βάση όλα αυτά, διαγράφεται σαν πιθανή η εκδοχή, οι εξελίξεις στην Μ. Ανατολή (με το «χαλιφάτο» που δημιούργησαν οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους) πέρα από τους στόχους που προωθούν στην περιοχή να αποτελούν και μια μορφή αντιπερισπασμού. Ακριβέστερα μια επιχείρηση μεταφοράς του κέντρου βάρους των εξελίξεων και της αντιπαράθεσης σε μια περιοχή όπου οι ΗΠΑ εκτιμούν (και όχι αβάσιμα) ότι πλεονεκτούν απέναντι στη Ρωσία. Μια τέτοια εκδοχή ενισχύει και ένα από τα σενάρια που κυκλοφορούν. Την πιθανότητα η ουκρανική κρίση να πάρει την μορφή μιας «παγωμένης» αντιπαράθεσης που η διαχείριση και το κόστος της να αφεθεί -κατά το μάλλον- στους Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές. (Και πάντα εννοείται υπό την υψηλή εποπτεία των ΗΠΑ). Με έναν τέτοιο τρόπο οι ΗΠΑ θα μπορούν να έχουν ελεύθερα τα χέρια τους ώστε να επανέλθουν χωρίς δεσμεύσεις και χρεώσεις όταν και εφόσον κρίνουν ότι έχουν δημιουργηθεί ευνοϊκότερες συνθήκες για την προώθηση των στόχων τους.
Τέλος και σε σχέση με όλα αυτά είναι φανερό ότι κανείς (ούτε οι εμπλεκόμενοι ούτε κανείς άλλος) δεν είναι σε θέση να προβλέψει ποια τροπή θα πάρουν οι εξελίξεις. Τόσο ο χαρακτήρας της αντιπαράθεσης όσο και τα πολλαπλώς αντιφατικά στοιχεία που την συνθέτουν αφήνουν ανοικτές όλες τις εκδοχές.
Και απέναντι σ’ αυτές τις ζοφερές προοπτικές ο λαός της Ουκρανίας.
Με ένα μεγάλο μέρος του να έχει «παγιδευτεί» σε μια σύγκρουση και ανάμεσα σε κατευθύνσεις που δεν κατανοεί και δεν μπορούν να τον εκφράσουν. Με τον κόσμο των δυτικών περιοχών να αντιλαμβάνεται με διαφορετικούς όρους απ’ ό,τι ο κόσμος των ανατολικών περιοχών, την αντιπαράθεση, τις συνέπειες, την προοπτική των πραγμάτων.
Με τον κόσμο των ανατολικών περιοχών να αγωνίζεται ενάντια σε πραγματικές απειλές και ταυτόχρονα να αναζητά δρόμους ανάμεσα σε διαφορετικές κατευθύνσεις και όχι πάντα τις καλύτερες.

Η αντιπαράθεση που δεσπόζει

Ας επιχειρήσουμε ωστόσο μια συνόψιση των βασικών δεδομένων του ζητήματος και τα οποία έχουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της πορείας των πραγμάτων.
α) Ανεξάρτητα από ειδικότερες τάσεις και κατευθύνσεις που εκδηλώνονται και αναπτύσσονται στα πλαίσια αυτής της σύγκρουσης, αυτό που δεσπόζει είναι ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.
Σ’ αυτό τον ανταγωνισμό βρίσκεται η βασική αφετηρία της ουκρανικής κρίσης. Οι επεμβάσεις των ιμπεριαλιστών είναι αυτές που συνεχίζουν να δίνουν τον τόνο στις εξελίξεις, να διαμορφώνουν συσχετισμούς και είναι αυτές που θα συνεχίσουν να έχουν τον καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των δεδομένων για το ορατό προσεχές διάστημα.
β) Στα πλαίσια αυτού του ανταγωνισμό ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η αντιπαράθεση ΗΠΑ-Ρωσίας με πιο επικίνδυνο στοιχείο της την επιδίωξη των ΗΠΑ να διαμορφώσουν την Ουκρανία σε «πλατφόρμα πολέμου»
Αυτή η επιδίωξη συνιστά την μεγαλύτερη απειλή όχι μόνο για την Ρωσία αλλά συνολικά για τον κόσμο, που η σημασία και επικινδυνότητα δεν μπορεί να παρακάμπτεται από κανέναν.
γ) Αναμφισβήτητα αντιδραστικός, αντιλαϊκός και επικίνδυνος συνολικά για τον λαό της Ουκρανίας ο ρόλος της πλουτοκρατικής ολιγαρχίας είτε στη σημερινή φιλοδυτική είτε στην όποτε φιλορωσική εκδοχή της. Είναι αυτή που στη βάση της διαφθοράς και των ιδιοτελών της συμφερόντων έπαιξε και παίζει με τις τύχες του λαού και της χώρας της.
δ) Αποτελεί κρίσιμο στοιχείο των εξελίξεων το ότι η αντιπαράθεση έχει πάρει ένοπλο, στρατιωτικό χαρακτήρα. Αυτό αποτελεί πλέον ένα δεδομένο που καμιά δύναμη και καμία τάση, προοδευτική, επαναστατική ή οτιδήποτε άλλο δεν μπορεί να παρακάμψει. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο είναι υποχρεωμένη να το αντιμετωπίσει, να αναμετρηθεί με αυτή την πραγματικότητα.
ε) Η αντίσταση των λαϊκών μαζών στις ανατολικές περιοχές εμπεριέχει κατ’ αρχάς τα προοδευτικότερα στοιχεία αυτής της αντιπαράθεσης. Της δημοκρατικής αντίστασης στο φασιστικό πραξικόπημα. Της αποφασιστικής αντιμετώπισης των προθέσεων του Κιέβου και των φασιστικών ορδών να προωθήσουν μια επιχείρηση εξανδραποδισμού-εθνοκάθαρσης των ανατολικών περιοχών.
Ταυτόχρονα εκδηλώνονται τάσεις και διαθέσεις σοσιαλιστικού χαρακτήρα και περιεχομένου ανεξάρτητα από το αν με βάση την ελλιπή πληροφόρηση δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε την έκταση και το βάρους τους.
Ταυτόχρονα ωστόσο εκδηλώνονται και τάσεις αποσχιστικές ή ακόμα και ενσωμάτωσης στη Ρωσική Ομοσπονδία οι οποίες μάλιστα έδωσαν και το στίγμα της αντίστασης σε μια πρώτη φάση.
Στη συνέχεια αυτές οι τάσεις, έδειξαν να υποχωρούν. Μόνο που αυτή η υποχώρησή τους δείχνει να οφείλεται περισσότερο σε ρωσικές υπαγορεύσεις (στη βάση σημερινών τακτικών επιλογών και επιδιώξεων) παρά στην ισχυροποίηση των πιο προοδευτικών τάσεων.

Μια δύσκολη «εξίσωση»

Το ερώτημα συνεπώς που αναδείχνεται εδώ αφορά το αν η αντίσταση αυτή μπορεί να πάρει την ολοκληρωμένη προοδευτική της μορφή ή ακόμη περισσότερο να αποτελέσει τον καταλύτη προοδευτικών εξελίξεων συνολικά στην Ουκρανία. Δύσκολο ερώτημα και ακόμα πιο δύσκολη η απάντηση. Το κυριότερο ωστόσο ζήτημα εκφράζεται μέσα από δυο προβλήματα το ένα άμεσου και το άλλο ευρύτερου χαρακτήρα.
Το άμεσο προσδιορίζεται από το ότι οι αντιστεκόμενοι βρέθηκαν υποχρεωμένοι (άλλοι εκόντες και άλλοι άκοντες) να στηριχτούν στην Ρωσική στρατιωτική ενίσχυση. Και το τι σημαίνει για ένα κίνημα να εξαρτάται από μια ιμπεριαλιστική δύναμη αυτό είναι εύκολα κατανοητό. Από την άλλη μεριά ωστόσο αυτό που αντιμετώπιζαν οι εξεγερμένοι δεν άφηνε και πολλά περιθώρια απόρριψης αυτής της βοήθειας.
Η απειλή που αντιμετωπίζουν, του εξανδραποδισμού, των σφαγών, της ερήμωσης των προγονικών τους εστιών, δεν ήταν θεωρητική αλλά ήδη υλοποιούνταν από τις δυνάμεις του Κιέβου και τις φασιστικές ορδές. Ήδη ένα εκατομμύριο ρωσόφωνοι έχουν καταφύγει στη Ρωσία ενώ το κύμα φυγής συνεχιζόταν ενόσω οι δυνάμεις του Κιέβου προωθούνταν προς Ντονένσκ και Λουγκάνσκ.
Το δεύτερο αφορά αυτό που ήδη αναφέρθηκε. Το γεγονός ότι αυτό που δεσπόζει στη φάση αυτή στην ουκρανική κρίση είναι η σύγκρουση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Μια σύγκρουση που δεσπόζει όχι μόνο με την γενική έννοια αλλά και την συγκεκριμένη «πρακτική» έννοια του όρου, καθώς η άμεση ανάμειξή τους είναι αυτή που επιδρά καθοριστικά στη διαμόρφωση των πραγματικών συσχετισμών στο έδαφος της ουκρανικής κρίση. Απ’ ό,τι μάλιστα δείχνουν τα πράγματα αυτό θα ισχύει για καιρό.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι προοδευτικές αριστερές, κομμουνιστικές δυνάμεις της Ουκρανίας μπορούν να έχουν μόνο τον ρόλο του παρατηρητή των εξελίξεων ή αυτών που θα διατυπώνουν απλώς κάποιες απόψεις. Μπορούν και οφείλουν να κινηθούν και η βάση της παρέμβασής τους δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή που εκφράζει τα πραγματικά συμφέροντα και τις προσδοκίες των λαϊκών μαζών τόσο των ανατολικών περιοχών όσο και συνολικά της Ουκρανίας.
Άλλωστε -με όλη την ελλιπή πληροφόρηση- μπορούμε να πούμε ότι κάτι τέτοιο έχει αρχίσει να διακρίνεται σε τάσεις και κινήσεις που αναπτύσσονται τόσο στις εξεγερμένες περιοχές όσο και -σε καθεστώς παρανομίας- και σε άλλα μέρη της Ουκρανίας.
Από την άλλη μεριά δεν μπορεί να παραγνωρίζονται οι σύνθετες, περίπλοκες και αντιφατικές συνθήκες και συσχετισμοί μέσα στις οποίες κινούνται αυτές οι δυνάμεις, τα προβλήματα, οι δυσκολίες αλλά και οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζουν.
Συνθήκες που δεν μπορούν παρά να τις παίρνουν υπόψιν τους στην διαμόρφωση της τακτικής τους, των επιλογών και ιεραρχήσεων, των συνεργασιών και των μετώπων που ανοίγουν.
Στην πραγματικότητα κινούνται ανάμεσα σε συμπληγάδες και μόνο σε μια πορεία -μακρόχρονη κατά το μάλλον- θα μπορέσουν να ισχυροποιηθούν και να αποκτήσουν έναν πιο καθοριστικό ρόλο.
Όσο για εμάς τους «απ’ έξω» πέρα από την υποστήριξη που οφείλουμε στον λαό της Ουκρανίας οφείλουμε ταυτόχρονα να κατανοούμε την συνθετότητα και το μέγεθος των δυσκολιών και την προβλημάτων που αντιμετωπίζουν των «καταναγκασμών» που επιβάλλουν.
Τον δρόμο που έχουμε να βαδίσουμε εδώ ή στην Ουκρανία ή οπουδήποτε αλλού δεν θα μας τον υποδείξει κανείς. Θα τον ορίσουν τα βήματα που θα κάνουμε.

Προλεταριακή Σημαία - http://www.kkeml.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια: