
Ήταν 12 τ’ Απρίλη του 1947. Μέρες Πάσχα. Ο λαός μας ανηφορίζει το δικό του γολγοθά, μέσα στη δίνη του εμφυλίου πολέμου. Μετά την απελευθέρωση από την κτηνώδη ναζιστική κατοχή, ο ηρωικός αγώνας του λαού μας για ανεξαρτησία, λαοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη παραμένει ανεκπλήρωτος. Οι νέοι δυνάστες, οι αδίστακτοι αποικιοκράτες Εγγλέζοι κι ακολούθως οι Αμερικανοί ληστές και οι ντόπιοι υποτακτικοί τους, σφίγγουν αλύπητα τη θηλιά της καταπίεσης. Η ξενόδουλη άρχουσα τάξη, που στη διάρκεια της κατοχής είχε λιποτακτήσει στο εξωτερικό, επανακάμπτει και σε συνεργασία με πρώην δοσίλογους, νεόπλουτους μαυραγορίτες και υποτελείς πολιτικούς, παίρνει τα ηνία και συγκροτεί την αντιλαϊκή εξουσία της βασισμένη στην ξένη υποστήριξη.

Έτσι οι λαϊκοί αγωνιστές αναγκάζονται να πάρουν ξανά τον γνώριμο δρόμο της αντίστασης μέσα από τις γραμμές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) που σηκώνει το άλμπουρο του νέου απελευθερωτικού αγώνα απέναντι στους καινούργιους τύραννους. Μηχανισμοί, εξουσίες και πολεμικές μηχανές, επιστρατεύονται για να τσακίσουν το φρόνημα των εξεγερμένων. Οι αδούλωτοι αντάρτες πολεμούν κόντρα σε όλους και όλα, απέναντι σε ένα σιδερόφραχτο μοναρχικό καθεστώς που ενισχύεται με τις βρώμικες λίρες των Άγγλων και με τα δολάρια και τις βόμβες «Ναπάλμ» των Αμερικάνων, αυτές που δοκιμάστηκαν για πρώτη φορά στη χώρα μας επάνω στα κορμιά των παιδιών του λαού μας.

Στις 11 του Απρίλη, Μεγάλη Παρασκευή, η πομπή ξεκινά μέσα σε πολύ δυσμενείς συνθήκες, με συνεχόμενη καταρρακτώδη βροχή και πολύ κρύο. Στις επόμενες ώρες της ανάβασης επικρατεί ανείπωτος χαλασμός, κατακλυσμός! Το βουνό βρυχάται λυσσασμένο. Τα σωθικά του σκίζονται και ξερνάνε τρόμο και όλεθρο. Μανιασμένοι άνεμοι στροβιλίζονται αδιάκοπα δημιουργώντας εικόνες πραγματικής κόλασης. Τα εφιαλτικά αστραπόβροντα ακολουθούν συνεχείς κατολισθήσεις βράχων που σαρώνουν τα πάντα. Η γη τρέμει συθέμελα. Σε πολλά σημεία τα στενά κακοτράχαλα μονοπάτια που κρέμονται στις άκρες των απύθμενων γκρεμών κόβονται και παρασέρνουν κόσμο στην άβυσσο. Οι πρώτοι μάρτυρες θα χαθούν για πάντα σε αυτές τις χαράδρες του θανάτου.



«Είμαστε εμείς Ελλάδα τα παιδιά σου
οργανωμένα σε πόλεις και χωριά
και για εσένα και για τη λευτεριά σου
θα αγωνιστούμε όλοι με καρδιά…»
«Θύελλες άνεμοι, γύρω μας πνέουν,
τέκνα τον σκότους εμάς κυνηγούν,
σε ύστερες μάχες, μπλεκόμαστε τώρα
κι άγνωστες τύχες εμάς καρτερούν».
«Βροντάει ο Όλυμπος και πάλι,
στη Νιάλα πέφτουν κεραυνοί,
σειούνται στεριές και τα πελάγη
όπλων ακούγεται κλαγγή».

Και έτσι το Μ. Σάββατο το βράδυ, 12 Απριλίου 1947, η πομπή καταφέρνει να φτάσει στον Αυχένα του βουνού και αρχίζει να κατηφορίζει προς τη Σάικα. Το κουράγιο αναζωπυρώνεται, νέες δυνάμεις αντλούνται, ο στόχος πλέον είναι κοντά. Θα τα καταφέρουν! Η λύτρωση, για τους πολλούς, είναι πλέον γεγονός.
Δεν ισχύει όμως για όλους το ίδιο. Ορισμένοι και συγκεκριμένα ο 3ος λόχος της οπισθοφυλακής του Γιάννη Παπαϊωάννου, μαζί και άμαχοι, τραυματίες και πολιτικά στελέχη, χάνονται μέσα στην πυκνή ομίχλη και τη χιονοθύελλα που εξακολουθεί να μαίνεται ακόμη πιο έντονη και ξεστρατίζουν ακολουθώντας λάθος κατεύθυνση από αυτή των υπολοίπων συντρόφων τους που έχουν ήδη σωθεί. Και τότε πέφτουν κατάφατσα επάνω σε φυλάκια μονάδων του κυβερνητικού στρατού που έχουν στρατοπεδεύσει στο σημείο μέσα σε αντίσκηνα στο χιόνι. Ξυλιασμένοι κι εκείνοι από το κρύο να προσμένουν ανήμποροι το τελειωτικό χτύπημα της οργισμένης Νιάλας που δε λέει να κοπάσει τη μανία της.

Το επόμενο πρωί 13 Απρίλη, ημέρα Πάσχα, όλα θα αλλάξουν. Ο “εθνικόφρων” ταγματάρχης Αλευράς που έχει αντιληφθεί ότι ο κύριος όγκος των αντάρτικων δυνάμεων κατάφερε να ξεφύγει, βλαστημά και απειλεί θεούς και δαίμονες. Παίρνει τον ασύρματο και δίνει σήμα στο κέντρο ότι… «κρατά αιχμαλώτους τα απομεινάρια των συμμοριτών», ενώ ταυτόχρονα ζητά επειγόντως ενισχύσεις. Οι ανώτεροί του, του υπόσχονται και προαγωγή! Τη συνομιλία αντιλαμβάνεται ο επικεφαλής των ανταρτών Γιάννης Παπαϊωάννου, ο οποίος αντιδρά και ρωτάει τον Αλευρά γιατί παραβιάζει την ανακωχή. Ο Αλευράς βρίζοντας τον προκαλεί σε μονομαχία πυροβολώντας μάλιστα πρώτος. Όμως στην τελική έκβαση νικητής θα αναδειχθεί ο αντάρτης. Μετά από αυτό το περιστατικό, ο Γ. Παπαϊωάννου δίνει αμέσως αυστηρή διαταγή να συγκεντρωθούν οι, διασκορπισμένοι στα αντίσκηνα, αντάρτες και να αποχωρήσουν τάχιστα. Ο χρόνος είναι ξανά εχθρός. Με χίλια δυο βάσανα οι μισοξεπαγιασμένοι αντάρτες προσπαθούν και πάλι να σταθούν στα πόδια τους. Τελευταία στιγμή οι περισσότεροι κατορθώνουν να ξεφύγουν, όταν έξαλλες κραυγές κυβερνητικών αξιωματικών αναστατώνουν τον τόπο. Έχουν φτάσει οι στρατιωτικές ενισχύσεις για τα φυλάκια. Όμως 31 άτομα, αντάρτες και πολιτικά στελέχη, λιπόθυμοι και μισοπεθαμένοι μέσα σε κάποιες απομακρυσμένες σκηνές, δεν μπόρεσαν να ακούσουν τη διαταγή αποχώρησης του Παπαϊωάννου και συλλαμβάνονται. Ανάμεσά τους και η δασκάλα Βαγγελιώ Κουσιάντζα. Αυτοί οι άνθρωποι θα βασανιστούν απάνθρωπα στα κρατητήρια (και ειδικά η Βαγγελιώ) και στη συνέχεια άλλοι εξ' αυτών θα καταδικαστούν σε ισόβια, ενώ 10 διαλεχτοί αγωνιστές θα εκτελεστούν τελικά στην “Ξηριώτισσα” στη Λαμία, στις 9 Μάη 1947, με απόφαση ενός αδίστακτου φασίστα στρατοδίκη που έβγαζε καταδικαστικές αποφάσεις θανάτου χαμογελώντας. Η εκπληκτική Βαγγελίτσα θα δώσει και πάλι μαθήματα ηρωισμού όταν πρώτη θα σύρει το χορό "έχε γεια καυμένε κόσμε" μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα!!! Συγκλονισμένοι από την απίστευτη σκηνή οι στρατιώτες του 106 Τάγματος θα αρνηθούν να πυροβολήσουν και το δολοφονικό έργο θα το αναλάβουν εντέλει οι παρακρατικοί φασίστες. Η Βαγγελιώ ολόρθη και με το κορμί τρυπημένο από τις σφαίρες θα ζητωκραυγάζει για το δίκιο του αγώνα, μέχρι τη χαριστική βολή των δημίων! Οι υπόλοιποι εκτελεσμένοι αγωνιστές ήταν οι: Τσιρώνης Βασίλης, Παπαγεωργίου Δημήτρης, Χαλκιάς Κώστας, Γαλανίτσας Αλέκος, Χασιώτης Δημήτρης, Καψάλης Θανάσης, Βαρνάβας Αλέκος, Κυρίτσης Χαρίλαος, Αθάνατος Δημήτρης.

Κλείνοντας θα αναφέρουμε κάποια ακόμη ονόματα που γνωρίζουμε και που αφορούν εκείνους που χάθηκαν στη διάρκεια της φονικής ανάβασης στη Νιάλα: Ταγκούλης Βαγγέλης, Ράγια Βάια, Ράγια Ιουλία, Ράγιας Γιάννης, Στάικος Θανάσης, Ζορμπάς Βαγγέλης, Καλατζής Γιώργος, Καούρας Χρήστος, Παπαδημητρίου Θωμάς, Τσαμανής Σούλας, Τσαμανή Κούλα, Πατρίκης Κώστας, Παναγιωτόπουλος Σεραφείμ, Τσουλάς Παυσανίας, Θοδωρής Κώστας, Θοδωρής Χαρ., Μπουλτσή Ελένη, Οικονόμου Λάμπρος......
Αυτή είναι η φοβερή ιστορία της Νιάλας των Αγράφων. Στο τρομερό βουνό του χαμού, στέκει σήμερα μια λιτή πλάκα που αναγράφει : «Στη θέση αυτή έπεσαν χτυπημένοι από φοβερή χιονοθύελλα αντάρτες του ΔΣΕ στρατιώτες του κυβερν. Στρατού και άμαχοι πολίτες στις 12-4-1947»
Πηγή: ΕΥΡΥΤΑΝΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου